Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΣαράντα χρόνια μετά, υπάρχει κάτι ακόμα στην Ομίχλη του John Carpenter

Σαράντα χρόνια μετά, υπάρχει κάτι ακόμα στην Ομίχλη του John Carpenter

Το ρολόι δείχνει 23:59. “Υπάρχει χρόνος για μια ακόμη ιστορία”. Ο φοβερός John Houseman σε ένα μικρό, πλην όμως ουσιαστικό ρόλο θέτει τον τόνο της ταινίας από την αρχή. Η γοητεία των παλιών ιστοριών γύρω από τη φωτιά παντρεύεται με τους ναυτικούς μύθους. Μια παλαιάς κοπής ιστορία τρόμου ενορχηστρωμένη από το μαέστρο John Carpenter. Αυτή είναι η Ομίχλη του. Και θα την απολαύσουμε στα πλαίσια του Midnight Express και την απολύτως ταιριαστή μεταμεσονύχτια προβολή της.

Το 1978, ο John Carpenter πέτυχε διάνα με μια από τις πιο επιτυχημένες ταινίες τρόμου όλων των εποχών, το περίφημο Halloween, ένα αριστουργηματικό σφιχτοδεμένο θρίλερ, που ανανέωσε και ταυτόχρονα απότισε φόρο τιμής στις λεγόμενες slasher movies, δηλαδή τις ταινίες με τους μανιακούς μαχαιροβγάλτες (ή και αλυσοπριονοβγάλτες, αν μου επιτρέπετε) που κυνηγούν αθώους νεανίες. Παράλληλα, σύστησε στο κοινό έναν τέτοιο μανιακό, εκ των πιο τρομακτικών, τον Michael Myers. Ταυτόχρονα όμως, μας σύστησε ως κατεξοχήν scream queen και τη Jamie Lee Curtis, κόρη της Janet Leigh (του Ψυχώ) και του Tony Curtis. Ο Carpenter έκπληκτος από το ότι η νεαρή ηθοποιός δεν είχε πολλές προτάσεις μετά το Halloween, αποφάσισε να τη χρησιμοποιήσει και στο επόμενο πρότζεκτ του, το The Fog.

Για αυτό το φιλμ, ο σκηνοθέτης θέλησε να εστιάσει περισσότερο στο κομμάτι του υπερφυσικού τρόμου, εξιστορώντας την υπόθεση της μικρής παράκτιας πόλης του Antonio Bay και του καραβιού Elizabeth Dane, το οποίο εν έτει 1880, οι κάτοικοι του οικισμού, παραπλάνησαν και οδήγησαν στα βράχια επίτηδες, αφενός γιατί ο καπετάνιος του, Blake, είχε προσβληθεί από λέπρα κι αφετέρου για να λεηλατήσουν το χρυσό του. Και μάλιστα, οι έξι ιδρυτές του οικισμού και βασικοί συνομώτες, χρησιμοποίησαν αυτό το χρυσό για να οικοδομήσουν την πόλη. Έτσι, στήνεται μια φανταστική ιστορία υπερφυσικης εκδίκησης και ατμοσφαιρικού τρόμου με τη μορφή της Ομίχλης, με αφορμή τον εορτασμό των 100 χρόνων του Antonio Bay. Ο Carpenter εμπνεύστηκε αυτό το κόνσεπτ από τις παλιές, ατμοσφαιρικές ταινίες του Val Lewton, ένα πραγματικό ναυάγιο στην Καλιφόρνια του 16ου αιώνα, αλλά και από την επίσκεψή του στην Αγγλία και το μνημείο του Στόουνχεντζ. Η πυκνή ομίχλη που έβλεπε στον ορίζοντα και η αίσθηση του αγνώστου, γέννησε μια από τις πιο ατμοσφαιρικές ταινίες τρόμου όλων των εποχών.

Το καστ πολύ ιδαίτερο και γεμάτο νέους και βετεράνους ηθοποιούς. Πέραν της Curtis, έχουμε και την επιστροφή της Janet Leigh σε ένα πολύ ενδιαφέρον ντουέτο μητέρας-κόρης, τον μυθικό όπως πάντα Tom Atkins, που θα επέστρεφε και στο αδικημένο Halloween III: Season of the Witch, την τότε γυναίκα του Carpenter, Adrienne Barbeau, αλλά και τον πάντα εξαιρετικό Hal Holbrook, στο ρόλο του ιερέα που, ως συγγενής ενός εκ των έξι συνομοτών, έχει τα ημερολόγια για το ναυάγιο του Elizabeth Dane και αντιλαμβάνεται την οργή του καπετάνιου Blake. Τρομερά, παράλληλα, είναι τα οπτικά εφέ, με αντίστροφη χρήση των καρέ για την απεικόνιση της ομίχλης, με χρήση μηχανής καπνού, ενώ βέβαια είναι και η πρώτη ταινία του σκηνοθέτη που συνεργάστηκε με τον μάγο Rob Bottin για το μέικαπ των πειρατών (ο ίδιος μάλιστα υποδύθηκε τον Blake) με τον οποίο θα συνεργάζονταν δύο χρόνια αργότερα για τα αριστουργηματικά εφέ του The Thing.

Κι όμως, παρόλη τη θελκτική περιγραφή, η ταινία σηματοδότησε και την απαρχή προβλημάτων για τον Carpenter, μιας που μετά το πέρας των γυρισμάτων, συνειδητοποίησε ότι η ταινία δεν τσουλούσε. Δεν είχε ρυθμό και ήταν αρκετά κακή, όπως θα πει ο ίδιος σε μετέπειτα συνεντεύξεις του. Ως εκ τούτου αναγκάστηκε να ξαναγυρίσει μερικές πολύ κεντρικές σκηνές, να ξαναγράψει τη μουσική, αλλά και να ξαναμπει στην αίθουσα του μοντάζ. Αυτό μεταφράστηκε σε καλά νούμερα στο Box Office, όπου η ταινία σημείωσε επιτυχία, αλλά δεν έκανε το ίδιο γκελ στους κριτικούς. Η καταπληκτική μουσική, μια από τις πιο τρομακτικές που έγραψε ο σκηνοθέτης, θέτει τον τόνο και σε υποβάλλει στην αργόσυρτη και ασταμάτητη έλευση της ομίχλης. Μια ωραιότατη αλληγορία της ίδιας της ίδρυσης της Αμερικής, μια ωραιότατη απόδοση της φράσης “προπατορικό αμάρτημα”. Κι όπως πάντα, το τέλος του φιλμ είναι πια αυτό που θα έπρεπε να ονομάζουμε “φινάλε Carpenter”. Σκοτεινό, δυσκολοχώνευτο, υπέροχα γεμάτο. Ένα τελευταίο κλείσιμο του ματιού προς το κοινό, αυτό το τουμπάρισμα του “και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα” σημαδεύει σχεδόν όλες τις μεγάλες ταινίες του.

Η ταινία γέρασε σαν το παλιο, καλό κρασί, πέτυχε τον αρχικό στόχο του Carpenter και της συμπαραγωγού του Debra Hill να γίνει μια ατμοσφαιρική ιστορία τρόμου από αυτές που θα μπορούσαμε να διηγούμαστε και πλέον, σαράντα χρόνια μετά (κι ένα επιεικώς μέτριο ριμέικ) πάντα κάτι θα μας τρομάζει και συνάμα τραβάει μέσα σε αυτή την αχανή και ξαφνική ομίχλη.

Τελευταία