Ulver - Flowers of evil

Κάθε φορά που το βλέμμα μου ή η θύμηση μου γυρνά στο όνομα των Νορβηγών λύκων, με κατακλύσει ένα συναίσθημα νοσταλγίας, μια υπογραφή με την οποία σημάδεψαν τη μουσική τους ανεπιστρεπτί, κι ας έχουν περιπλανηθεί σε σωρεία μουσικών ειδών κατά την πολυετή καριέρα τους. Οι μουσικοί αυτοί χαμαιλέοντες, ξεπήδησαν από τα σκοτεινά νορβηγικά δάση με μαύρες κιθάρες κι ένα αρκετά πρωτόγονο black metal που σαν έφηβη με ικανοποιούσε κατά τρόπον τινά, τώρα βέβαια δεν μπορώ να το πλησιάσω.

Έρχεται όμως εκείνη η στιγμή, πόσο μάλλον ήδη από το 98, που στο μυαλό του αγαπημένου αρκουδούλη Garm, γυρνάει μία βίδα και λέει, "θα βάλω ηλεκτρονικούς ήχους στο metal μου. Το κάνουν μερικοί, τι μπορεί να πάει στραβά;". Εκείνη η στιγμή έβαλε σε όλους τα γυαλιά με ένα δίσκο ορόσημο, όχι άλλον από το "Themes from William Blake’s The Marriage of Heaven and Hell", που κατέστρεψε μια για πάντα κάθε στεγανό του ακραίου ήχου. Ταυτόχρονα, αντλούν έμπνευση από ένα λογοτεχνικό αριστούργημα με θεματική την κοσμογονία και την μεταφυσική, και δημιουργούν για μένα έναν κώδικα επικοινωνίας τα τελευταία δέκα χρόνια για κάθε στιγμή που έχουμε καιρό να επικοινωνήσουμε με ένα αγαπημένο μου πρόσωπο - "I have always found that angels have the vanity to speak of themselves as the only wise – this they do with a confident insolence sprouting from systematic reasoning".

Εκεί, ξεκινάει το χάος – αν μέσα στον παραλογισμό μου, μπορώ να θεωρήσω ότι κάπως το χάος μπορεί να μετρηθεί και να οριστεί η αφετηρία του. Οι εκπληκτικές δουλειές έρχονται η μία μετά την άλλη, με το "Perdition city" (2000) να στέκει ορόσημο της καριέρας τους και της χρήσης πειραματισμού κι ατμόσφαιρας, το "Blood Inside" (2005) να δίνει μαθήματα πεσιμισμού, και η κάθε τους δουλειά να αποτελεί αψεγάδιαστο δείγμα έμπνευσης, καθώς και καλοδουλεμένων επιρροών, που φανερώνουν άτομα με πολυποίκιλα ενδιαφέροντα κι ανησυχίες. Μέχρι να φτάσουμε στην τελευταία, μέχρι πρότινος δουλειά τους, "The assassination of Julius Ceasar" (2017), όπου οι Ulver αλλάζουν ξανά τα δεδομένα της μουσικής τους ριζικά, αντλούν πολύ υλικό από το synthpop, η μουσική τους γίνεται οριακά χορευτική και παραδίδουν για ακόμη μια φορά, κάτι που κανείς δεν περίμενε – σχεδόν το περιμένεις ότι θα το καταφέρουν, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται.

Πρέπει να πάρω επιτέλους την απόφαση να μπω στο ψητό. Εδώ και λίγες μέρες κυκλοφορεί το τελευταίο πόνημα των Νορβηγών, "Flowers of evil". Γυρνώντας στις παρατηρήσεις μου περί ανθρώπων με ποικίλα ενδιαφέροντα και ανησυχίες, όπως και για αυτή την λατρεμένη θεματική των Ulver περί μεταφυσικής και σχέσης ανθρώπου και θεϊκού στοιχείου (αλλά και πως η σχέση αυτή ερμηνεύεται κοινωνικά), θα σταθώ στα εξωτερικά χαρακτηριστικά του δίσκου. Η κυκλοφορία δανείζεται το όνομά της από την ομώνυμη συλλογή ποιημάτων του Γάλλου ποιητή Charles Baudelaire, η οποία καταδικάστηκε από τα δικαστήρια της εποχής του, για προσβολή δημοσίας αιδούς και των θείων. Ο Baudelaire βλέπετε είχε το θράσος, το 19ο αιώνα, να μιλήσει για τον παραλογισμό του πάθους σε αντίθεση με το δρόμο του ιερού, για την ψυχική ασθένεια και την απομόνωση της νεοσύστατης τότε, σαν οντότητα, μεγαλούπολης. Οι Ulver, σαν καταραμένα λουλούδια που φυτρώνουν ανενόχλητα στο τοπίο της νορβηγικής παγωνιάς, έρχονται για άλλη μια φορά να κάνουν το ίδιο με τους στίχους τους. Θα επιστρέψουμε σε αυτό όμως.

Γύρω από τον τίτλο, φιγουράρει στο εξώφυλλο του δίσκου το ανατριχιαστικό still από την βουβή ταινία του 1928 "The passion of Joan of Arc". Η ταινία, βασισμένη στην πραγματική δίκη της ιστορικής φιγούρας της Ιωάννας της Λωραίνης, αποτελεί σημείο αναφοράς του (γαλλικού) κινηματογράφου, μελετάται ακόμη και σήμερα στις μορφές που ο δικανικός λόγος παρουσιάζεται στο pop culture και τον κινηματογράφο, ενώ η πρωταγωνίστρια, Renee Falconetti, έχει μείνει στην ιστορία για την καλύτερη ερμηνεία όλων των εποχών, βασισμένη εξ ολοκλήρου στο βλέμμα της. Φυσικά και σε αυτή τη λεπτομέρεια, οι Ulver φροντίζουν να φορτίσουν τις ενασχολήσεις τους με ένα συγκείμενο που βρίθει από αναφορές σε σχέση με το θεοκρατικό δίκαιο, το φύλο, τις παρωχημένες κοινωνικές αντιλήψεις.

Με τόσο βαρύ περιτύλιγμα γύρω από το "Flowers of evil", μένει το περιεχόμενο. Ήδη το πρώτο single του δίσκου, "Russian Doll" με έχει προϊδεάσει ότι η παρέα του Garm με τον Carpenter Brut (αν δεν ξέρεις για ποιο πράγμα μιλάω, τρέξε αμέσως στο "Cheerleader effect" από το δεύτερο δίσκο του τελευταίου), τον έχει επηρέασσει δραματικά στις ηλεκτρονικές synth-θέσεις του, ενώ η φωνή του έχει γλυκάνει και απολαμβάνει πια τη θέση του νοσταλγικού αφηγητή μίας ιστορίας τόσο κοντινής όσο και μακρινής. Δε θα μπορούσα να πέσω λιγότερο έξω. Το εναρκτήριο "One last dance", θυμίζει σε αρκετά σημεία το "The assassination of Julius Ceasar", με ένα take πολύ πιο έντονα χορευτικό, μα ταυτόχρονα σκοτεινό, επιβλητικό και στιχουργικά βαθύτατα ειλικρινές και ρεαλιστικό – δε θα μπορούσε να κάνει κι αλλιώς άλλωστε, με τον Martin Glover των Killing Joke να εμφανίζεται στα credits. Με την πρώτη λέξη, παρατίθενται γραμμές από το βιβλίο του "Εκκλησιαστή" της Παλαιάς Διαθήκης, και η φιλοσοφική αναζήτηση ξεκινά υπό τους ήχους της νυχτερινής εξόδου. Και οι Ulver γερά στεκούμενοι στα πόδια τους, ξέρουν ποιοι είναι, αλλά και ότι μπορούν να κάνουν τα πάντα. "We are wolves, this is our song".

Στο κομμάτι μπάμπουσκα προλάβαμε να αναφερθούμε ήδη κι έτσι θα αφήσουμε τη μεθυστική του μελωδία να μας παρασύρει στο "Machine guns and peacock feathers". Εκεί θα ακούσω πραγματικά τον Carpenter Brut, και την ηχηρή υπογραφή των synths, όπως αυτά εμφανίζονται στην σκοτεινή και σύγχρονη αισθητική αναβιώση του italo-disco στο κύμα του retrowave – το οποίο έχει μπει στην καρδιά μου για τα καλά την τελευταία τετραετία. Το ολιγόλογο "Hour of the wolf" θα μας βοηθήσει να γλιστρήσουμε σε άλλο ένα από τα δυνατά κομμάτια του δίσκου, το "Apocalypse 1993". Κάπου εκεί, συνειδητοποιώ το πόσο απαραίτητο είναι το άκουσμα του δίσκου πολύ αργά το βράδυ ή πολύ νωρίς το πρωί. Ιδανικά οδηγώντας. Μόνος. Συμπληρώνοντας το ζευγάρι της ρώσικης κούκλας, το "Little boy" έρχεται οργισμένο και δυναμικό, με αρκετές αναφορές την ίδια την ιστορία των πρώτων "άνθεων του κακού". Το μικρό κομψοτέχνημα των Ulver έρχονται να ολοκληρώσουν τα "Nostalgia" και "A thousand cuts" συμπληρώνοντας μια πλήρη, συνειδητή υπογραφή των Ulver στο 2020. Το τελευταίο δε, τρανταχτό παράδειγμα της συνεχής αναζήτησης εικόνων από τους Ulver, αφού οι στίχοι του είναι ευθεία αναφορά στους τελευταίους διαλόγους της ταινίας "Salo" του Pazolini, η οποία με τη σειρά της βασίζεται στο βιβλίο "The 120 days of sodom" του Marquis De Sade – και τα δύο μανιφέστα της καταπίεσης της πολιτικής ηγεσίας απέναντι στις νέες γενιές, μεταξύ πολλών άλλων.

Ας μη γελιόμαστε. Κανέναν δεν ενδιαφέρει πια τι είδος παίζουν, ή πρόκειται να παίξουν οι Λύκοι. Έχει πάψει να αποτελεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, καθώς έχουν αποδείξει ότι μπορούν να τα κάνουν όλα, και μάλιστα με άρτιο τρόπο. Προσαρμόζονται στον ήχο και την εποχή τους με τρόπο που ελάχιστοι λίγοι άλλοι μπορούν να τα καταφέρουν (όπως για παράδειγμα κατά την ταπεινή μου άποψη, οι Pain of Salvation), ενώ παντού σου δίνουν ερείσματα να αναζητήσεις, να διαβάσεις, να γίνεις λίγο καλύτερος άνθρωπος. Το "Flowers of evil" είναι ακόμη μια προσθήκη στην άκρως ενδιαφέρουσα πορεία τους, που αποδεικνύει αυτή την πανέξυπνη καλαισθησία που τους διακατέχει. Είμαι σίγουρη ότι θα αγαπηθεί όσο και τα υπόλοιπα μεγαθήρια που κρύβουν στην αγκαλιά τους. Εμένα, με έχει σίγουρα καταφέρει. Ήδη, κάπου στο μακρινό και υγιές μέλλον, το οραματίζομαι να παίζεται ζωντανά με τα ανάλογα visuals, και να χάνομαι στο ταβάνι.

Rating: 

 8.5


Εταιρεία: House of Mythology
Genre: Pop, Synth-pop, Experimental
Παραγωγός: Martin Glover, Michael Rendall
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 28/08/2020
Band Links: Ulver, Facebook, Instagram, Twitter, Spotify, Bandcamp

Τελευταία