Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΤο ονειρικό σκοτάδι του Inferno

Το ονειρικό σκοτάδι του Inferno

Υπάρχουν πολλοί σκηνοθέτες που στέκονται στο πάνθεον του κινηματογραφικού τρόμου. Που όρισαν το ιδίωμα και άφησαν παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές να νιώσει ρίγη με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Κανείς, όμως, δε μπορεί να αρνηθεί πως όταν μιλάμε για το πάνθεον των Ιταλών, κεντρική φιγούρα που δεσπόζει σε αυτό είναι εκείνη του Dario Argento, ενός σκηνοθέτη στον οποίο «χρεώνεται» ένα κύμα σαν το giallo. Κάποιοι μπορεί να διαφωνήσουν και να δηλώσουν ότι ο θρόνος του ιταλικού κινηματογράφου τρόμου θα έπρεπε να ανήκει στον προπάτορα Mario Bava ή τον υμνητή της σήψης Lucio Fulci, δηλώσεις που μπορώ να καταλάβω και εν μέρει να υποστηρίξω ανάλογα την ημέρα. Η αλήθεια, όμως, είναι πως χωρίς τον Argento, δύσκολα θα είχε στραφεί το παγκόσμιο ενδιαφέρον προς την Ιταλία όσον αφορά στο φανταστικό του μακάβριου, του αιματηρού. Και αυτό γιατί λίγοι κατάφεραν να συνδυάσουν το αριστοτεχνικό στυλιζάρισμα με την αιματοχυσία με τρόπο τόσο οργανικό. Οπότε, θέλοντας και μη, οφείλουμε να του δώσουμε το σκήπτρο που αναλογεί σε έναν τέτοιο φιλεύσπλαχνο (με έμφαση στο «σπλάχνο» της λέξης) βασιλιά.

Τη δεκαετία του ’70 ο Argento παρέδωσε στο κοινό ορισμένα από τα αριστουργήματά του. Αν ξεχωρίζει, ωστόσο, μια ταινία της δεκαετίας αυτής, δεν είναι άλλη από τη Suspiria, μια ταινία που αποτελεί σήμα κατατεθέν του δημιουργού και αναγνωρίζεται καθολικά, τόσο από τους λάτρεις του τρόμου όσο και από αυτούς που τον αποφεύγουν. Με αυτήν την ταινία, ο σκηνοθέτης εντάσσει στο σπλάττερ του μια διάσταση μεταφυσική, δίνοντας μια χροιά μυστικισμού στα (ούτως ή άλλως κομψά) πλάνα του, όπου το ονειρικό συμπλέει με το πραγματικό, όχι όμως με χαρμόσυνα για τους πρωταγωνιστές αποτελέσματα.

Το ημερολόγιο γράφει 1980 και ο Argento, θέλοντας να φτιάξει ένα άτυπο sequel στο αριστούργημά του, σκηνοθετεί μια ταινία που επεκτείνει τον αρχικό μύθο. Η μάγισσα φανερώνεται ως μονάδα μιας τριαρχίας «Μητέρων» και έρχεται η σειρά της αδερφής της να λάβει τη σκυτάλη. Τη Μητέρα των Λυγμών διαδέχεται η Μητέρα του Σκότους, από το Freiburg μεταφερόμαστε στη Νέα Υόρκη και το Inferno συνεχίζει τον κύκλο επάξια.

Μια νεαρή ποιήτρια, η Rose, μένει στη Νέα Υόρκη και ανακαλύπτει ένα βιβλίο που μιλά για τις Τρεις Μητέρες. Αυτό θέτει τη ζωή της σε κίνδυνο και επικοινωνεί με τον αδερφό της, Mark, έναν φοιτητή μουσικής που σπουδάζει στη Ρώμη. Όταν εκείνος την επισκέπτεται, αυτή έχει εξαφανιστεί. Προσπαθώντας να λύσει το μυστήριο της εξαφάνισης, έρχεται αντιμέτωπος με δυνάμεις που υπερβαίνουν τη λογική, με μυστηριώδεις φιγούρες οι οποίες περιπλανιώνται με κακή βούληση και με το θάνατο να παραμονεύει παντού.

Είναι δύσκολο να φτάσεις τα ύψη ενός επιτεύγματος όπως αυτό της Suspiria, πολλώ δε μάλλω να τα ξεπεράσεις. Ο Ιταλός, όμως, δε δείχνει να νοιάζεται για τις προκαταλήψεις, ούτε καταλαμβάνεται από τη μεγαλομανία που θέλει το δημιουργό μονίμως να κονταροχτυπιέται με μικρότητες. Τον ενδιαφέρει να μπολιάσει με νέες ιδέες μια συνταγή που δοκίμασε επιτυχώς μεν, να μην καταλήξει να επαναλαμβάνεται δε. Και ως εκ τούτου, δημιουργεί κάτι διαφορετικό που καθόλου δε στερείται οράματος και γκροτέσκας ατμόσφαιρας.

Στο σύμπαν των Τριών Μητέρων, οι ανώνυμες, μοχθηρές δυνάμεις κινητοποιούν όλο το σύμπαν προκειμένου να πραγματοποιηθεί το θέλημά τους. Τίποτα δεν είναι φιλόξενο αν έρχεσαι σε αντίθεση με αυτό και οι πιθανότητες επιβίωσης είναι ελάχιστες, ο αρτζεντικός πρωταγωνιστής στηρίζεται κατ’ ουσίαν στις δυνάμεις του για να ανταπεξέλθει, ακόμα κι όταν οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος του. Και σε μια κοσμική μεγαλούπολη γεμάτη τσιμέντο και βρωμερά νερά, τα πράγματα δυσκολεύουν περαιτέρω. Τα μυστικά κρύβονται βαθύτερα και οι δυνάμεις που τα προφυλάσσουν αποδεικνύονται ισχυρότερες. Μια σύμβαση την οποία, καλώς ή κακώς, πρέπει να αποδεχτείς για να καταλάβεις το μέγεθος των όσων συμβαίνουν.

Το κυρίαρχο κόκκινο του φωτισμού των προηγούμενων ταινιών σε αυτήν την ταινία συνδυάζεται αριστοτεχνικά με το μπλε. Με αυτόν τον τρόπο, το μυστήριο ενισχύεται, η ευθεία καταδήλωση του κινδύνου αποκτά ένα χαρακτήρα μετέωρης αβεβαιότητας που δύσκολα προϊδεάζει για την όποια φρικωδία. Με ανάλογο τρόπο, το πύρινο στοιχείο κάνει στην άκρη για να δοθεί χώρος στο υδάτινο και το μυστήριο ενός νοητού βυθού στον οποίο οι χαρακτήρες πρέπει να βουτήξουν. Έστω κι αν μετά ξεβραστούν άψυχοι ξανά στην επιφάνεια. Όλη η ταινία θα μπορούσε, ίσως, να χαρακτηριστεί από αυτήν την πρώτη σεκάνς της κατάδυσης, καθώς από μόνη της αποτελεί ένα κολύμπι σε επικίνδυνα νερά, μια οπτική παραβολή επιτυχής και γοητευτική. Και όταν είναι να επιστρέψει πίσω στη γνώριμη φωτιά, κάθε άλλο παρά αιφνίδια θα το κάνει. Κάθε κίνηση είναι μελετημένη για να ολοκληρώσει μια εικόνα σύνθετη αλλά εν τέλει συνεκτική.

Στη συγκεκριμένη ταινία, επιπλέον, συμβαίνει μια ακόμα τομή στη μέχρι τότε φιλμογραφία του Argento. Στο παρελθόν έχει ντύσει τις ταινίες του με τους ήχους του μεγάλου Ennio Morricone και έχει αφήσει τους Goblin να γράψουν ιστορία. Αλλά έχει έρθει ο καιρός να προχωρήσει σε ένα νέο κεφάλαιο. Και στο πρόσωπο του Keith Emerson θα βρει τον κατάλληλο άνθρωπο για να διαχύσει την παράνοιά του με τις νότες του. 'Αλλοτε υπνωτιστικά αφηγηματικός, με ορχήστρα ή απλά μια γυναικεία φωνή να καλεί στον αφανισμό, άλλοτε εντείνοντας την αγωνία σαν άλλος Bernard Herrmann και με παρούσες τις prog καταβολές του, ο Emerson στήνει ένα μουσικό χαλί που αναδεικνύει στο έπακρον το φιλμ και στέκει και αυτόφωτο. Ένα πραγματικό σεμινάριο κινηματογραφικής σύνθεσης.

Η τριλογία έκλεισε, δυστυχώς όχι με τον καλύτερο τρόπο, το 2007 με το La Terza Madre, όπου η Μητέρα των Δακρύων δεν κατάφερε να σταθεί αντάξια των προηγούμενων. Δεν πειράζει ωστόσο, οι δύο μεγάλες αδερφές της αρκούν για να γράψουν ιστορία. Και μιλώντας συγκεκριμένα για το Inferno, δεν μπορούμε παρά να ενδώσουμε στη φρίκη του, μια φρίκη σαγηνευτική που συμπληρώνει υπέροχα τον παραλυτικό τρόμο του Suspiria. Και ποια καλύτερη ευκαιρία να την ανακαλύψουμε εκ νέου, τελικά, από το Midnight Express;

Τελευταία