Radiohead - Kid A

«Απογοήτευση». «Αυτοκτονία». «Αυτοσαμποτάζ». «Πόση υποκρισία». «Ο χειρότερος πιο αναμενόμενος δίσκος στην ιστορία της μουσικής». «Ένα μάτσο θόρυβοι, κουμπιά, κραυγές, σκόρπιες λέξεις». «Το άδοξο τέλος για την πιο υποσχόμενη μπάντα του ροκ». Ο Τομ θα έτριβε τα χέρια του σ’ ένα υπόγειο, κοπανώντας τυχαία πλήκτρα, νιώθοντας επιτέλους τη γαλήνη που έψαχνε επί χρόνια: Είχαν δημιουργήσει τον πιο απρόσιτο, αρνητικά σοκαριστικό, ακατάληπτο δίσκο της εποχής και ήταν περήφανοι. Επιτέλους, το κοινό και τα media θα τους άφηναν ήσυχους. Ακριβώς είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το "Kid A" μάλλον διαψεύδει τις προσδοκίες των συντελεστών του, παρόν σε κάθε σχετική λίστα «καλύτερων δίσκων όλων των εποχών» και μόνιμος σύντροφος στ’ αυτιά από την πρώτη ακρόαση.

Ο τέταρτος δίσκος των Radiohead δεν μπορεί να βιωθεί από μεταγενέστερο ακροατή με τον ίδιο τρόπο που τον έζησε όποιος/όποια τον είχε αγοράσει με την κυκλοφορία του. Ανήκει σε αυτά που αποκαλούμε «αν δεν το έχεις ζήσει, δεν μπορείς να το αντιληφθείς» και η συγκεκριμένη διαπίστωση δεν προκύπτει από κάποια αλαζονεία ενός «βετεράνου» μουσικού ακροατή αλλά από τη συγκυρία στην οποία είχε κυκλοφορήσει. Τα βασικά του χαρακτηριστικά διογκώθηκαν εξαιτίας αυτής της συγκυρίας, της παγκόσμιας κατάστασης στη μουσική βιομηχανία το 2000, την αλλαγή που ξεκινούσε δειλά δειλά να φέρνει το ίντερνετ στον τρόπο που ακούμε και καταναλώνουμε μουσική, τα πρώτα βήματα των μουσικών εκτός κηδεμονίας αλλά και εκτός ασφάλειας των δισκογραφικών που πρόσφεραν, μεν, ένα περιβάλλον όπου ο καλλιτέχνης μπορούσε να δημιουργήσει δίχως να ανησυχεί για οτιδήποτε πέρα από την τέχνη του, αλλά έπνιγαν, κάποιες φορές σε βαθμό ασφυξίας, όσους και όσες δεν δέχονταν, δεν ανέχονταν να ακολουθήσουν συγκεκριμένα μονοπάτια «επιτυχίας».

Στον αμέσως επόμενο δίσκο από την τεράστια επιτυχία του «OK Computer» οι Radiohead διέλυσαν, με πάταγο, ό,τι είχαν χτίσει με τα τρία πρώτα τους άλμπουμ -ή, σωστότερα, ό,τι είχε χτίσει ο καθένας μας στο μυαλό του γι’ αυτούς. Ήδη, αυτοσαμποτάροντας τα τραγούδια τους από το πρώτο τους χιτ, όπου ο Τζόνι, ανήσυχος πως το "Creep" ενδεχομένως να είναι πολύ ποπ για τα γούστα του, το σακάταψε γρατσουνίζοντας την κιθάρα του και το έστειλε στην αιωνιότητα εξαιτίας αυτής της απόφασης, λες και έβλεπαν την εμπορική επιτυχία ως ένα εμπόδιο που θα έπρεπε να ξεπεράσουν. Πίστευαν πως έγραφαν «μουσική για λίγους» και τα εκατομμύρια των πωλήσεων τους έφερναν ναυτία; Δεν ήταν έτοιμοι να διαχειριστούν την παγκόσμια μουσική προσοχή στραμμένη πάνω τους; Πνίγονταν από κάθε κριτική και κάθε σχόλιο στην πρωτοεμφανιζόμενη διαδικτυακή αλληλεπίδραση που, ούτως ή άλλως, κανείς δεν είχε ζήσει ως εκείνη την εποχή και αποτελούσαν, οι ίδιοι και οι συνάδελφοί τους, τα πρώτα πειραματόζωα; Όλα τα παραπάνω; Κανένα από τα παραπάνω;

Οι Radiohead αρνήθηκαν να γίνουν μηχάνημα παραγωγής σουξέ -η αναμονή είχε να κάνει με μια τεράστια μάζα ροκ ακροατών που περίμεναν τη νεκρανάσταση ενός είδους που είχε πέσει στα σκοινιά, χτυπημένο από τη σαρωτική επέλαση του metal και γενικώς των ειδών και υποειδών της «σκληρής» μουσικής κατά τη δεκαετία που είχε προηγηθεί. Λίγο πριν την κυκλοφορία του «Kid A» ήταν πραγματικά το Νούμερο 1, είχαν περιοδεύσει σε όλο τον κόσμο, είχαν πουλήσει κοντά πέντε εκατομμύρια αντίτυπα, είχαν εξυψωθεί ως επαναστάτες του ήχου, είχαν το απόλυτο momentum ενός συγκροτήματος που αρκούσε να επαναλάβει μια επιτυχία για να πολλαπλασιάσει τα κέρδη του. Αντ’ αυτού, διαλύθηκαν για πάντα. Και έφτιαξαν μια νέα μπάντα, με το ίδιο όνομα και τα ίδια μέλη.

 Είναι τόσο συγκλονιστική η επιρροή του «Kid A» σε οτιδήποτε άλλο το αφορά πέρα από τα τραγούδια που το αποτελούν, που τα τραγούδια πέρασαν, με τον καιρό, σε δεύτερο πλάνο. Η ολοκληρωτική αλλαγή ήχου, η μηδενική προώθηση, η απουσία βιντεοκλίπ και οποιουδήποτε single, η απόσυρση των μελών από τα ΜΜΕ ήταν για τους περισσότερους μια «εμπορική αυτοκτονία», που τελικά έμεινε απόπειρα: Το πείραμα, έστω και ακούσιο, πέτυχε. Κόντρα στις πρώτες κριτικές, κόντρα στα απογοητευμένα πρόσωπα των ακροατών που περίμεναν το «OK Computer Vol. 2», κόντρα στο τμήμα μάρκετινγκ της δισκογραφικής που, μαντεύω, δεν θα ήξερε τι να κάνει με το υλικό που είχε στα χέρια του. Αν προσθέσεις και τις ανατριχιαστικές πόζες τους που μάλλον λειτουργούσαν αποτρεπτικά, μέχρι και η εικόνα του γκρουπ λες και ήθελε να διώξει όποιον κατάφερνε να ξεπεράσει όλα τα υπόλοιπα.

Το λατρεμένο συνονθύλευμα όπου τα samples στη μουσική αλλά και τους στίχους -ναι, στους στίχους, όπου ο Γιορκ σαμπλάρει το ίδιο του το σημειωματάριο, κόβοντας λέξεις και φράσεις εδώ κι εκεί- σε αφήνουν παγωμένο όποτε τελειώνει το άλμπουμ και ταυτόχρονα πεινασμένο να το ξανακούσεις και να μην το χορτάσεις ποτέ. Η μελωδία είναι εκεί, ο ρυθμός είναι εκεί, αλλά και η κατάθλιψη είναι εκεί, στοιχειωτική, βαριά, σαν ένα στερεό νέφος από το οποίο δεν βγαίνει ποτέ ο δίσκος: Αντί εξωφύλλου, θα έπρεπε το cd να καλύπτεται από μια ομίχλη. Τα περισσότερα κομμάτια θεωρούνται, πια, κλασικά, και είναι τόσο δυνατή η επιρροή του άλμπουμ στη συνολική δισκογραφία των Radiohead που όταν βλέπεις κάπου τυχαία το προσωπάκι του λογοτύπου τους ο νους σου δεν πάει αυτόματα στο "Karma Police" ή το "Paranoid Android" ή το "Creep" αλλά σε μια λούπα, μια ηχητική γκριμάτσα ή ένα μακρόσυρτο νιαούρισμα των περίεργων οργάνων που έπαιζε ο Τζόνι κι από κιθαρίστας μετατράπηκε στον τεχνικό ήχου που βλέπουμε σε κάθε συναυλία τους, να βάζει και να βγάζει καλώδια και να σπάει τα ηχεία με περίεργους ήχους.

Είκοσι χρόνια μετά, το «Kid A» ακούγεται σαν νέα κυκλοφορία, όπως και το έτερο ήμισυ που το συμπλήρωσε λίγο μετά, το «Amnesiac», ολοκληρώνοντας τη μεταμόρφωση των Radiohead από μια πειραματική ροκ μπάντα που αφορούσε στους πάντες σε ένα τζουκμπόξ προσωπικών συναισθημάτων, αγωνιών και τραυμάτων των μελών του, αδιαφορώντας για το ποιος είναι διατεθειμένος να το μοιραστεί μαζί τους. Συνεπείς σε όλη τους την καριέρα με τις αλλαγές κατεύθυνσης που θα ακολουθούσαν αλλά και τη χρήση της μουσικής τους ως προσωπική λύτρωση, αυτοψυχανάλυση και ταξίδι δίχως μόνιμο μέσο ή προορισμό, κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα άθλο, ακριβώς στο τέλος ενός αιώνα και τις αρχές του επόμενου: Να επανακαθορίσουν τους εαυτούς τους και ταυτόχρονα την ίδια τη μουσική και τη βιομηχανία της ακριβώς στο σημείο όπου θα «έπρεπε» να είχαν κάνει το αντίθετο, επειδή θεώρησαν πως αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος για να επιβιώσουν.

 

 

Τελευταία