Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΗ χρυσή καρδιά του Χορεύοντας Στο Σκοτάδι

Η χρυσή καρδιά του Χορεύοντας Στο Σκοτάδι

Θα ήταν ενδεχομένως αδύνατο να φανταστούμε τον σύγχρονο πρωτοποριακό κινηματογράφο χωρίς το enfant terrible από τη Δανία. Φυσικά αυτός δεν είναι άλλος από τον Lars Von Trier, έναν σκηνοθέτη που έχει απασχολήσει ποικιλοτρόπως τόσο το αμιγώς κινηματογραφικό όσο και το pop στερέωμα. Μιλάμε για έναν σκηνοθέτη ο οποίος όχι μόνο έχει καταφέρει να προκαλέσει με τον κινηματογράφο του και τις συνεχείς ρήξεις με τις συμβάσεις του μέσου, αλλά και για μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που στο παρελθόν κρίθηκε (προσωρινά) ανεπιθύμητος από τις Κάννες για χοντροκομμένες δηλώσεις σχετικές με τους ναζί στη συνέντευξη τύπου του Melancholia ενώ η Bjork με αφορμή το metoo υπονόησε ότι την είχε παρενοχλήσει σεξουαλικά στα γυρίσματα της ταινίας η οποία θα είναι το επίκεντρο αυτού του κειμένου, το Χορεύοντας Στο Σκοτάδι.

Καθαρά κινηματογραφικά μιλώντας, ωστόσο, ο Lars Von Trier είναι ένας δημιουργός σημαντικός. Ένας από τους εισηγητές του περίφημου Δόγματος 95 μαζί με τον Thomas Vinterberg, ενός δόγματος που αποσκοπούσε στην απογύμνωση του κινηματογράφου από την πλαστότητα και την ταύτιση, εν είδει νέου ντανταϊσμού ή νέας nouvelle vague. Δημιούργησε ταινίες που προκάλεσαν με το περιεχόμενό τους και επανέφερε την μπρεχτική αποστασιοποίηση στο επίκεντρο. Δούλεψε σε τριλογίες ταινιών που ενώνονταν από μια αφηρημένη θεματική και κάθε φορά προβληματιζόταν για νέα ζητήματα. Από την Τριλογία της Ευρώπης με την οποία ξεκίνησε την καριέρα του έως την Τριλογία της Κατάθλιψης που προηγείται της τελευταίας του ταινίας, Το Σπίτι Που Έχτισε Ο Τζακ, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο πάντα ήταν μαιτρ στο να χτίζει προβοκάτσιες και να κάνει τον κόσμο να ασχολείται μαζί του, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται στέρησης βάθους. Μπορεί η προκλητικότητά του να είναι πασιφανής και να επιφέρει συχνά την οργή του κόσμου (ενίοτε και την προκατάληψη απέναντι στις ταινίες του, μιλάμε για τον άνθρωπο που αλαζονικά κι αυθαίρετα έβαλε στο όνομά του τον τίτλο Von) αλλά στον πυρήνα του έχει καταφέρει να μιλήσει ενίοτε και με μεγάλη στοργή για το τι σημαίνει να μη χάνεις την ανθρωπιά σου. Όπως και έγινε στην Τριλογία Της Χρυσής Καρδιάς.

Είναι 2000 όταν ο Trier αποφασίζει να ολοκληρώσει τη συγκεκριμένη τριλογία. Έχουν προηγηθεί το Δαμάζοντας Τα Κύματα του ’96 που του χάρισε το Μεγάλο Βραβείο στις Κάννες και οι Ηλίθιοι του ’98. Είναι πλέον η ώρα να πάει τον κινηματογράφο του ένα βήμα παραπέρα, να καταρρίψει κι άλλες συμβάσεις και, τελικά, να κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες. Πως θα το καταφέρει αυτό; Με ένα μιούζικαλ. Όχι τυπικό όμως, ένα μιούζικαλ που έχει τη σφραγίδα του σε κάθε καρέ της, που θίγει σωρεία θεμάτων και εν τέλει ραγίζει την καρδιά με την πικρή αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Και φυσικά κανείς δε θα μπορούσε να ντύσει μουσικά κάτι τόσο αντισυμβατικό, παρά μόνο η πλέον αντισυμβατική τραγουδίστρια, η Bjork.

H Selma, μια Τσέχα μετανάστρια στην Ουάσινγκτον του 1964, δουλεύει κάτω από άθλιες συνθήκες σε ένα εργοστάσιο. Μια πάθηση της στερεί προοδευτικά την όρασή της και μαθαίνει πως την έχει κληρονομήσει και ο γιός της, Gene. Γι’ αυτό το λόγο, αποθηκεύει κάθε μισθό ευλαβικά, για να μπορέσει να σώσει την όραση του γιού της και να διασφαλίσει την ποιότητα της ζωής του. Όσο η κατάστασή της χειροτερεύει, τόσο αποσύρεται πνευματικά στον κόσμο της φαντασίας της, όπου όλα λειτουργούν με βάση τους κανόνες των μιούζικαλ που τόσο αγαπάει. Ωστόσο, μια σειρά γεγονότων που αφορούν στους φαινομενικά φιλήσυχους γείτονές της, θα την οδηγήσει σε μπλεξίματα με το νόμο και τελικά στην τραγωδία.

Με σαφείς τις τεχνικές αποστασιοποίησης που συνέχεια υπενθυμίζουν στον θεατή ότι αυτό που βλέπει δεν είναι παρά μια ταινία, ο Trier σκηνοθετεί ένα μιούζικαλ πραγματικά μεταμοντέρνο. Που δεν αξιοποιεί τη mise en scene για αμιγώς αφηγηματικούς λόγους αλλά για να μιλήσει για το ίδιο το ιδίωμα και να το αποδομήσει εκτός του να εκφράσει τον ψυχικό κόσμο της Selma. Αντί για φτιασιδωμένα σκηνικά και αίσθηση μεγαλείου, αποκόπτει συνέχεια τον θεατή από την πραγματικότητα της ταινίας για να του δείξει τον ίδιο τον παραλογισμό και την ομορφιά του. Έναν παραλογισμό που μπορεί να φαίνεται εκτός τόπου και χρόνου αλλά εν τέλει πατά πολύ στέρεα σε μια πραγματικότητα όπου τα γεγονότα τρέχουν, η κοινωνία αλλάζει και κανείς δεν είναι σίγουρος για το αίσιο τέλος.

Το κεντρικό θέμα που μπορεί να παρατηρήσει κανείς είναι αυτό της ανθρώπινης εκμετάλλευσης. Όχι όμως μιας αφηρημένης εκμετάλλευσης, μιας εκμετάλλευσης συγκεκριμένης και υπαρκτής, αυτής των οικονομικών μεταναστών από το καπιταλιστικό σύστημα που καμία αιγίδα δεν υπάρχει για τον πόνο τους υπό την πρόφαση της δύσκολης για όλους ζωής. Αυτή η πραγματικότητα είναι που τελικά απομονώνει το άτομο στον εαυτό του, το γεγονός ότι ξέρει πως όσο και να προσπαθήσει δε θα ακουστεί, η προκατάληψη θα παραμείνει και η τιμωρία θα είναι σφοδρότερη του κανονικού. Και φυσικά για να επιβιώσει μέσα σε αυτήν τη σκληρή και παράλογη κατάσταση, δε μένει τίποτα άλλο από τις χαρούμενες σκέψεις. Σκέψεις που δημιουργούν δύο μάτια που δε μπορούν πλέον να δουν όπως πρώτα. Σκέψεις για ένα καλύτερο αύριο για τα άτομα που αγαπάμε. Σκέψεις που θα διακοπούν αιφνίδια γιατί σε αυτόν τον κόσμο, τελικά, ούτε το δικαίωμα στην υπόκλιση πριν το φινάλε δε μπορείς να έχεις. Στο μυαλό σου όλοι χορεύουν. Στην πραγματικότητα, το τραγούδι κόβεται γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται για τις χρυσές καρδιές. Ειδικά όταν δεν είναι «από την κάστα μας».

Φυσικά εμφανής είναι η κριτική στο αμερικάνικο όνειρο. Η ειδυλλιακή αμερικάνικη οικογένεια των προαστίων με τον λευκό φράχτη, μεταφέρεται σε ένα πάρκο τροχόσπιτων, η καλοσύνη αποδεικνύεται φενάκη, η εκμετάλλευση κάνει αισθητή την παρουσία της ως αλήθεια όχι μόνο των ανώτερων αλλά και των κατώτερων στρωμάτων. Μια ψευδαίσθηση που για να την πραγματοποιήσεις, πρέπει να εκμεταλλευτείς και ίσως κάποια στιγμή ως δια μαγείας το τροχόσπιτο γίνει διώροφο σπίτι με γκαζόν. Απίθανο, αλλά πάνω σε ψευδαισθήσεις είναι χτισμένη όλη η ταινία, ας υπάρχει και μια ολότελα υπαρκτή. Αν και αυτό θα αναπτυχθεί περαιτέρω στα Dogville και Manderlay που θα ακολουθήσουν, οι πρώτοι ευθείς σπόροι εντοπίζονται εδώ.

Όσον αφορά στη μουσική, από τη στιγμή που πρωταγωνιστεί η Bjork, είναι δεδομένο το ότι οι νότες που θα ακουστούν θα είναι πλήρεις ομορφιάς. Όχι τυπικής μεν, ομορφιάς δε. Δε μας ενδιαφέρει η συμβατική, γκράντε μουσική εδώ, οι φυσικοί ήχοι με φαντασία μετατρέπονται σε μουσική και ο χορός ολοκληρώνεται με τους λαρυγγισμούς της Bjork. Του ισλανδικού ξωτικού που μπορεί να σε γονατίσει με την ερμηνεία της, φωνητική και υποκριτική, υποδυόμενη μια γυναίκα πεμπτουσιακά αγνή. Που έχει καταλάβει την αγάπη και θα την τραγουδήσει μέσα στο κεφάλι της γιατί ξέρει πως αυτή πρέπει να θριαμβεύσει. Και τελικά, αυτά τα τραγούδια θα ντύσουν μια ειλικρινή, σπαραξικάρδια τραγωδία.

Είκοσι χρόνια πάνε από την κυκλοφορία της. Ωστόσο αυτό το Σκοτάδι εξακολουθεί να λάμπει και να κάνει μάτια να βουρκώνουν μπροστά στην αλήθεια του. Μια ταινία που αφού τη δεις, δεν ξαναείσαι ο ίδιος. Γιατί πλέον ξέρεις πως θες το δικό σου τραγούδι να ακουστεί μέχρι τέλους. Και γι’ αυτό είναι μεγάλη Τέχνη. Γιατί μας το υπενθυμίζει.

Τελευταία