Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑTo Τenet ως φάρμακο στον κινηματογράφο επί πανδημίας

To Τenet ως φάρμακο στον κινηματογράφο επί πανδημίας

Αυτή είναι μια κριτική του Tenet από το μέλλον. Ή το παρελθόν. Ή από το άγονο κινηματογραφικό τοπίο που μας έχει αφήσει δυστυχώς ο Covid-19. Το φιλμ του Christopher Nolan πήρε -αδίκως- στους ώμους του μια μεγαλύτερη ευθύνη απ’όση του αναλογεί. Ανέλαβε να δώσει ένα τεράστιο κίνητρο στους μουδιασμένους κινηματογραφόφιλους για να επισκεφθούν μια αίθουσα εν μέσω πανδημίας. Και ταυτόχρονα, να δείξει στους πάντοτε πεινασμένους παραγωγούς ότι αξίζει να κυκλοφορούν ταινίες σε μια τόσο ζόρικη περίοδο.

Η αλήθεια είναι πως τα φιλμ του Nolan αφήνουν μια γεύση αμφιβολίας. Σα να γυρνάει γύρω από το στόχο του, αλλά ταυτόχρονα να μην τον πετυχαίνει κιόλας. Πιθανότατα τα εφετζίδικα κόλπα που χρησιμοποιεί ολοένα και περισσότερο με πρώτο και κύριο αυτό της ροής του χρόνου ίσως να τον μπουρδουκλώνουν παράλληλα. Στο Tenet ωστόσο, κάνει κάτι που διαφέρει από τις υπόλοιπες ταινίες του. Έχει επίγνωση ότι το κοινό περιμένει μια διανοητική πρόκληση, μια παραξενιά και κάπως σα να παίζει με τις προσδοκίες του. Δηλαδή φτιάχνει ένα φιλμ που φαίνεται μεγαλεπήβολο και προβοκατόρικο, αλλά στην πραγματικότητα στήνει ένα απλό κατασκοπικό θρίλερ με σταθερές blockbuster καταβολές και πολύχρωμα οπτικά και ηχητικά κόλπα. Πρακτικά το μαρτυράει, όταν ο ανώνυμος πρωταγωνιστής του (ο John David Washington σε αυτό το ρόλο) ακούει την ατάκα: Μην προσπαθείς να κατανοήσεις το Tenet (σ.σ το όνομα της αποστολής που αναλαμβάνει), απλώς νιώσε το. Κι όμως, πολύς κόσμος έσπευσε να ψάξει, να δει, να αναλύσει γραμμικά την ταινία. Να επιβεβαιώσει θεωρίες, να ανταλλάξει απόψεις, να επικρίνει σφόδρα.

Είναι ίσως και μια κριτική επάνω στην απόλαυση της ίδιας της ταινίας, περισσότερο απ’ ότι πάνω στην ταινία. Μετά από λίγο καιρό κι αφού έκατσε η σκόνη, διαπιστώνουμε δυο πράγματα. Το ένα είναι ότι ο Nolan έχει αρχίσει να γίνεται ξεκάθαρο brand στο Χόλιγουντ. Το Tenet είναι γεμάτο από κλασικές νολανιές, από το παιχνίδισμα με το χρόνο όπως προείπαμε, στις αναφορές σε κβαντική φυσική, ανθρώπους που φορούν μάσκα και είναι ψιλοακατάληπτοι όταν μιλάνε και βέβαια στην απαραίτητη σκηνή όπου ένας εκ των βασικών χαρακτήρων πίνει καφέ με τον Michael Caine. Στην πραγματικότητα όμως, το Tenet είναι μια κατασκοπική ταινία. Στον πυρήνα της, ο “κακός” Andrei Sator που υποδύεται ο Kenneth Branagh με χαρακτηριστικά καρικατουρέ βρετανο-ρωσική προφορά είναι ο αρχετυπικός Bond villain. Προσπαθεί να αντιστρέψει την εντροπία του κόσμου, δια μέσου της συμπλήρωσης ενός αλγόριθμου-παζλ (εννέα διαφορετικά κομμάτια) όταν μαθαίνει ότι πάσχει από ανίατη ασθένεια. “Αν δεν σε έχω εγώ, τότε κανείς”. Μια πιο trippy εκδοχή του Bond δηλαδή που παίζει με το λεγόμενο grandfather paradox, μια κλασική υπόθεση που εμφανίζεται συχνά-πυκνά σε συζητήσεις για το ταξίδι στο χρόνο. Αν δηλαδή ο ταξιδιώτης του χρόνου, πάει στο παρελθόν και σκοτώσει τον παππού του, θα έχει υπάρξει για να σκοτώσει τον παππού του;

Το δεύτερο που συμπεραίνουμε είναι πώς το στάτους του Nolan οδηγεί ήδη τους θεατές είτε σε ανεξήγητα υψηλές προσδοκίες είτε σε κουρασμένα υποψιασμένους επικριτές του. Η αυθυποβολή του να βρούμε ένα φιλμ με υποτιθέμενα βαθύτερα νοήματα μήπως εντέλει βαραίνει την ίδια τη δική μας απόλαυση της ταινίας. Δημιουργείται κι εδώ ένα παράδοξο, εκτός οθόνης αυτή τη φορά. Ή για να το θέσουμε αλλιώς, είναι τέτοια η ανάγκη για κάτι λιγότερο επιφανειακό στο mainstream σινεμά μας που σώνει και ντε προσδίδουμε περισσότερη ανάγκη για έξτρα συμβολισμό και βάθος;

Το Tenet φαίνεται βαρύ, μεγαλεπήβολο, εφετζίδικο. Στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο απλό, πολύ πιο ευθύ και ίσως λιγότερο έξυπνο απ’ ότι δείχνει. Ωστόσο, δεν παύει να είναι σαν την κάψουλα κυανίου που παίρνει στην αρχή ο Πρωταγωνιστής ως κατάσκοπος που σέβεται τον εαυτό του, για να μην αποκαλύψει τους συντρόφους του. Ένα γεμάτο placebo. Διασκεδαστικό μεν, όχι τόσο δε. Ίσως όχι η ταινία που θα γιάτρευε τις πληγές του σινεμά από τον κορονοϊό, αλλά σίγουρα μια καλοδεχούμενη προσθήκη.

Τελευταία