Jonsi - Shiver

Όταν αυτή η φωνή σού έχει κρατήσει συντροφιά στα πιο μελαγχολικά, τα πιο ασήκωτα, τα πιο καταθλιπτικά βράδια της ενήλικης ζωής σου, όταν αυτή η φωνή σού ψιθύριζε σε μια ακατάληπτη, μαγική γλώσσα την ελπίδα τότε που καμία πραγματική, «κανονική» λέξη δεν κατάφερνε να σε σηκώσει απ’ το κρεβάτι, όταν αυτή η φωνή σε έπαιρνε απ’ το χώμα και σε σήκωνε στον ουρανό, σε έπειθε να αντιμετωπίσεις τον πραγματικό κόσμο που φοβόσουν να αντικρύσεις και αρνιόσουν να ανοίξεις την πόρτα του σπιτιού σου για να κρύβεσαι στα όνειρα και τους εφιάλτες σου, είναι λογικό να σπας ένα χαμόγελο κάθε φορά που αυτή η φωνή φτάνει στ’ αυτιά σου και να μην ασχολείσαι με το τι λέει, πώς το λέει, αν οι μουσικές που την πλαισιώνουν είναι εμπνευσμένες ή αναμασημένες ή προχωρημένες ή οτιδήποτε: Η φωνή του Jónsi -η φωνή του φύλακα-άγγελου που είχα στο πλάι μου και στα ακουστικά μου την τελευταία εικοσαετία όποτε ζόριζε το πράμα. Και ζόρισε αρκετές φορές.

Είναι νωρίς να κριθεί αν το συγκεκριμένο, «επόμενο» βήμα του Ισλανδού τραγουδιστή-μουσικού πολυεργαλείου προέκυψε ως αποτέλεσμα μιας πρωτόγνωρης προσωπικής και καλλιτεχνικής απελευθέρωσης ή μιας πρωτόγνωρης προσωπικής και καλλιτεχνικής ορφάνιας. Η πρώτη εκδοχή φαίνεται στις πρώτες του ανάσες: Τις ανάσες του μακριά από τη βλοσυρή, σχεδόν πατρική φιγούρα του γλυκύτατου υπερεγκέφαλου Goggi, του μοναδικού, πλέον, ανθρώπου εκτός του Jónsi που μπορεί να δηλώνει «μέλος των Sigur Ros» μετά την εικοσαετή και βάλε κοινή τους πορεία, τις ανάσες του μακριά από τον Αλεξ, τον σύντροφο με τον οποίο είχαν μοιραστεί μια δεκαπενταετία έως πριν λίγο καιρό στην προσωπική και την καλλιτεχνική τους ζωή, τις ανάσες μακριά από το αιώνιο κρύο του Ρέικιαβικ και στους δρόμους του ονειρεμένου του, μόνιμα καλοκαιρινού Λος ?ντζελες. Ανάσες νέας αρχής, στα σαράντα πέντε του χρόνια, ανάσες καθαρές, βαθιές, ξεκούραστες. Εκτός κι αν φτιασίδωσε τόσο αποτελεσματικά τη φωνή και υποκρίνεται στον εαυτό του και σε όλους μας.

Breathe in

Breathe out

Learn to let go

Everyone's alright

«Exhale». «Εκπνοή». Λογικά δεν είναι τυχαίος ο τίτλος του πεντάλεπτου μουρμουρητού του μπροστά στον καθρέφτη που ανοίγει τον δίσκο. «Εκπνοή». «Τέλος». Ο Jónsi κλείνει τους λογαριασμούς με το παρελθόν, ενημερώνει τον ακροατή με μια καρτ-ποστάλ από τα χρόνια του «Takk» πως ο κύκλος έκλεισε, ολοκληρώθηκε, και αυτό που ακολουθεί είναι ο νέος του εαυτός -ή, έστω, ο εαυτός του μετά από ό,τι τον σύνθεσε, τον αγάπησε, τον μεγάλωσε, τον ωρίμασε στα χρόνια που εκτέθηκε μπροστά μας με το δοξάρι του ως ο αιθέρας μιας μπάντας που έπαιξε τη μουσική που ντύνει και χρωματίζει συναισθήματα όσο καμία άλλη. Εκπνοή, νέα ανάσα, διαφορετική.

Πόσο διαφορετική είναι αυτή η ανάσα; Πολύ. Είναι εμφατικά διαφορετική, τόσο από οτιδήποτε έχει κάνει στο παρελθόν όσο και από τα ίδια τα κομμάτια του δίσκου μεταξύ τους, που η μοναδική κοινή συνισταμένη ανάμεσα στα τραγούδια είναι η φωνή του Jónsi και κάποια σκόρπια, μάλλον νοσταλγικά, σημεία που θυμίζουν τα χρόνια που απλώς τη χρησιμοποιούσε ως όργανο, πλαισιώνοντας την παρέα με τα πολύχρωμα ξωτικά που τον κύκλωναν στη σκηνή. Αναμενόμενο το αποτέλεσμα όταν εμπιστεύεσαι τη (συμ)παραγωγή στον A. G. Cook, τον φημισμένο (αμφιλεγόμενο, θα πρόσθετα) παραγωγό, εμπνευστή της PC Music και του κύματος που έπνιξε, κάποτε αριστοτεχνικά, κάποτε ενοχλητικά, τις φωνές και τις μουσικές καλλιτεχνών που καμία σχέση δεν είχαν με το είδος από το οποίο ξεπήδησε (εφηύρε) ο Jónsi και η παρέα του, μια «πειραματική» ηλεκτρονική αντιπόπ που είτε τη λατρεύεις είτε τη σιχαίνεσαι. Εν προκειμένω, το αποτέλεσμα είναι κάπου στη μέση: Ο AGC δείχνει να σέβεται τις εμπνεύσεις και τον συναισθηματισμό του Ισλανδού, αλλά ξεσπάει κάθε τόσο, διαλύοντας τη δομή, κάνοντας φιγούρα, εκπλήσσοντας αρκετά όσο ξετυλίγεται ο δίσκος. Κάπου κάπου, είναι εντυπωσιακός -αλλά χωρίς διάρκεια.

Μετά την «Εκπνοή», ο Jónsi δηλώνει την ανάγκη να επικοινωνήσει μαζί μας, για δεύτερη φορά με έναν σόλο δίσκο δέκα χρόνια μετά το συμπαθητικό «Go», με ένα σύνολο ερωτικών τραγουδιών κι αυτό δεν ξέρω πώς να το αποκωδικοποιήσω. Λογική η επιλογή να μην μας μιλήσει για οτιδήποτε πέρα απ’ την προσωπική του ματιά, εκπροσωπώντας, πλέον, τον εαυτό του και όχι ένα σύνολο, μα η προσωπική του ματιά εξαντλείται στο ίδιο θέμα κι αυτό από μόνο του είναι μια κάποια απογοήτευση. Η καρδιά του χτυπάει μονάχα από έρωτα ή εμπνέεται μονάχα από τον έρωτα, η φωνή του μετατρέπεται σε ερωτικά καλέσματα, άτυχες σχέσεις, υποσχέσεις αγάπης, αποχωρισμούς, ελκυστικά κορμιά, οι καλεσμένες του (Robyn, Liz Frazer) σιγοντάρουν ταιριαστά στα δύο κομμάτια που, λογικά, θα τα ακούσουμε κάποιο καλοκαίρι που θα λειτουργούν τα κλαμπ σε χορευτικά remixes. Μέγιστο συναίσθημα ο έρωτας, απέραντη δεξαμενή έμπνευσης τα καρδιοχτύπια και ως concept λειτουργεί ως το κλείσιμο με το «Beautiful Boy» -κι εκεί έρχεται ο συνειρμός με το «Boy Lilikoi» και, όσο να πεις, σκέφτεσαι πως δέκα χρόνια μετά θα περίμενες κάτι πιο ώριμο. Αλλά, επίσης, σκέφτεσαι πως μπορεί να έχεις άδικο, μπορεί ο έρωτας και η αποδοχή του ως βασικός άξονας της σκέψης σου να είναι η ωριμότητα. Και ξανακούς τον δίσκο από την αρχή και όλα είναι υπέροχα.

Ενδεχομένως το «Shiver» να είναι η κρίση μέσης ηλικίας του Jónsi, ειδικά αν λάβεις υπόψη το πόσα νέα πράγματα συνέβησαν πρόσφατα στη ζωή του και ποια ήταν η μισή του ζωή που άλλαξε, με επιλογές του και με επιλογές άλλων. Ως «πυροτέχνημα», δηλαδή ως ενδιάμεσο βήμα για κάτι καινούργιο, είναι χορταστικό, αν και θα χρειαστεί να υπομείνεις τις εκνευριστικές παρεμβολές του A. G. Cook σε σημεία όπου μάλλον έγινε «πειραματισμός» για τον πειραματισμό και το αποτέλεσμα είναι αντιφατικό. Αλλά αν το «Shiver» αποτελεί δείγμα της νέας «καριέρας», της καινούργιας μουσικής πορείας του Jónsi post-Sigur Ros, μάλλον θα μιλάμε για τέλος εποχής.

Σε κάθε περίπτωση, ως κομμάτι της δισκογραφίας του το «Shiver», με το εξώφυλλο που ταιριάζει τόσο εύστοχα με τη στιγμή της κυκλοφορίας του και την παγκόσμια πανδημική πραγματικότητα, ίσως μείνει όπως το «Go»: Ένα θαρραλέο λουτρό ελεύθερης έκφρασης και χαλαρότητας ως να αρματωθεί πάλι με την πανοπλία του, την κιθάρα, το δοξάρι και μας οδηγήσει σε νέες, συναρπαστικές μαγικές και παραμυθένιες μουσικές χώρες μουρμουρίζοντας αυτά που δεν ξέραμε πως μπορούμε να νιώσουμε. Για τον έρωτα έχουν τραγουδήσει τόσοι πολλοί και στον Jónsi ποτέ δεν ταίριαξε το «ένας ακόμα».

Rating: 

 7.0


Εταιρεία: Krunk
Genre: Ambient Pop, Dream Pop, Art Pop
Παραγωγός: A.G. Cook, Jónsi
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 02/10/2020
Band Links: Jónsi, Facebook, Instagram, Twitter, Spotify, Bandcamp 

Τελευταία