Bon Jovi - 2020

Τον Απρίλιο του 2013 η ανεργία στην Ευρωζώνη έφτανε το 12%. Το χτύπημα ήταν μεγάλο καθώς επηρεάστηκε και η αμερικανική αγορά με το Richie Sambora να μένει επίσης άνεργος καθώς απολύθηκε απ’ τους Bon Jovi. Τα νέα για την απόλυση του Richie έπεσαν Sambora στις τάξεις των οπαδών της μπάντας κάνοντάς τους να αναφωνήσουν “Richie Richie μάνα μου”. Βαρύ το πλήγμα είναι η αλήθεια μια που είχε σχεδόν ίδιο αριθμό φανς με τον Jon. Για την ιστορία να πούμε ότι η επίσημη αιτιολόγηση για την απομάκρυνσή του ήταν “προσωπικοί λόγοι”.

Η συνέχεια γνωστή λίγο πολύ, μέχρι που φτάσαμε στο 2020 και ακούμε το νέο δίσκο των Bon Jovi που λέγεται “2020”. Αρκετά ευφάνταστος τίτλος αν σκεφτεί κανείς τη σατανική σύμπτωση ότι η χρονολογία κυκλοφορίας του δίσκου συμπίπτει με τον τίτλο του. Βρε τους σατανάδες, που τα σκέφτονται ήθελα νά ‘ξερα. Αν έμπαινε ως τίτλος η ώρα που τον σκέφτηκε ο Jon Bon Jovi, θα ήταν πιο ενδιαφέρον, θα έδινε λίγο μυστήριο τέλος πάντων. Για παράδειγμα: “Οι Bon Jovi κυκλοφορούν το νέο τους δίσκο με τίτλο “16:20” ”. Τι σημαίνει αυτό ρε παιδιά; Τι θα γίνει ή τι έγινε εκείνη την ώρα; 16:20 αλλά ποιας μέρας; Τέτοια πράγματα.

Ο δίσκος λοιπόν, αρχικά ήταν να κυκλοφορήσει στις 15 Μαΐου 2020 αλλά όπως τόσοι άλλοι δίσκοι που θα έβγαιναν εκείνη την περίοδο πήρε αναβολή λόγω covid. Έτσι κυκλοφόρησε στις 2 Οκτωβρίου 2020 από την Island Records. Η παραγωγή από τον ίδιο τον Jon Bon Jovi αλλά και τον John Shanks ο οποίος είναι βαρύ χαρτί στο χώρο όπως βλέπουμε (Goo Goo Dolls, Van Halen, Alanis Morissette, Nelly Furtado, Miley Cyrus κ.α.) και συνεργάζεται με τους Bon Jovi κοντά δεκαπέντε χρόνια. Μάλιστα από το 2015 και μετά, εκτός από χρέη παραγωγού εκτελεί και χρέη ρυθμικού κιθαρίστα ως touring μέλος της μπάντας.

Το εξώφυλλο έχει βασιστεί σε μια φωτογραφία του Michael Ochs του 1962, στην οποία το πρόσωπο του προέδρου John F. Kennedy αντανακλάται επάνω στο πλήθος. Δε θα εκπλαγώ αν στο μέλλον δω τον Jon Bon Jovi να κατέχει κάποιο πολιτικό αξίωμα στις Η.Π.Α.. Φέρνει και λίγο σε γερουσιαστή τώρα που έχει γκριζάρει κιόλας, οπότε λουκούμι θα κάτσει.

Κρίνοντας απ’ το εξώφυλλο λοιπόν, που είναι το πρώτο μετά από το ντεμπούτο της μπάντας στο οποίο απεικονίζεται μόνο ο Jon, έχει πάρει επ’ ώμου τη φάση κάτι που φαίνεται και από τα συνθετικά credits καθώς όλα τα κομμάτια είναι δικά του, με εξαίρεση δύο στα οποία έχουν βάλει το χεράκι τους όχι μέλη της μπάντας αλλά ο παραγωγός John Shanks και ο, επί εικοσαετίας συνεργάτης του γκρουπ, Billy Falcon. Δεν ξέρω αν από επιλογή ο David Bryan και ο Tico Torres έκαναν πίσω ή τους έκανε ο Jon αλλά προσωπικά μου χτυπάει άσχημα σκεπτόμενος πολλές φορές “Αχ ο Richie μου!”. Ότι δηλαδή μάλλον δε θα δεχόταν τέτοια κόλπα ξέρω γω. Μια που αναφέρθηκα στα δύο ορίτζιναλ μέλη της μπάντας (πέρα από τον Jon) ας πω και δυο κουβέντες για τα σχετικά πιο νέα πρόσωπα.

Καταρχάς, ο μπασίστας Hugh McDonald μόνο νέος δεν είναι στην μπάντα καθώς παίζει στους Bon Jovi από το 1984, δηλαδή απ’ την αρχή. Μέχρι το 1994, που έφυγε ο ορίτζιναλ μπασίστας Alex John Such, μετρούσε κάποιες σκόρπιες συμμετοχές αλλά από κει κι έπειτα αποτελεί τον μόνιμο σεσσιονά με τον οποίο συνεργάζονταν. Μόνιμος έκτακτος για την ακρίβεια καθώς μόλις το 2016 έγινε επισήμως μέλος της μπάντας. Έχει γράψει όλους τους δίσκους από το 1994 και είναι κυριολεκτικά ίδια χρόνια στο σχήμα με τον Jon Bon Jovi. Λες και του κάνανε τρίμηνες συμβάσεις για 35 χρόνια μέχρι που το πήραν απόφαση και τον έκαναν αορίστου. Ο συγκεκριμένος κύριος ακούγεται επίσης και στους ιστορικούς δίσκους του Alice Cooper Trash” και “Hey Stoopid”.

Ο Phil X απ’ την άλλη ακούγεται σε πληθώρα δίσκων. Καταρχάς, να πούμε ότι είχε πολύ πιο δύσκολο έργο, καθώς έπρεπε να γεμίσει τα παπούτσια του Richie Sambora. Ο Ελληνοκαναδός Θεόφιλος Ξενίδης έχει ένα σκασμό δουλειές στις οποίες έχει συμμετάσχει ως session κιθαρίστας, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ξεφύτρωσε έτσι στο άσχετο και μπήκε στους Bon Jovi, είχε όνομα στην πιάτσα. Και έτσι, ξεκίνησε να παίζει με την μπάντα το 2011 αναπληρώνοντας τον Richie κατά καιρούς σε κάποια live που δεν μπορούσε να παίξει για διάφορους λόγους, που δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε. Έτσι, το 2016 και όταν ήρθε η ώρα της αλλαγής, ο Phil ήταν η προφανής επιλογή. Αυτά για τα μέλη. Στο ψητό.

Το πρώτο single κυκλοφόρησε την 1η Νοεμβρίου 2019 και ήταν το “Unbroken”. Πρόκειται για ένα φόρο τιμής στους βετεράνους του πολέμου και στους Σκύλους Συντήρησης. Μια ωδή (άλα της) στους ήρωες του έθνους, ζωντανούς και μη. Πατριωτικό κομμάτι δηλαδή.

Το συγκεκριμένο γράφτηκε για το documentary “To Be of Service”, το οποίο έκανε πρεμιέρα την ίδια μέρα με το βίντεο κλιπ και αφορά σε βετεράνους του πολέμου με Post Traumatic Stress Disorder (PTSD), (ήτοι Σύνδρομο Μετατραυματικού Στρες) και πώς οι λεγόμενοι Σκύλοι Συντήρησης (Service Dogs) μπορούν να τους επαναφέρουν σε κανονικούς ρυθμούς. Έτσι το βίντεο κλιπ του τραγουδιού, και το ντοκιμαντέρ, έκαναν πρεμιέρα μαζί.

Δεύτερο single και εναρκτήριο κομμάτι είναι το “Limitless”, άκρως αντιπροσωπευτικό θα έλεγα καθώς η βαρεμάρα μου με αυτό το δίσκο ήταν χωρίς όρια. Καλά, υπερβάλλω λίγο αλλά έτσι για να γίνει σούσουρο, το φούσκωσα. Θα μπορούσε να είναι μια καλή στιγμή αλλά είναι σχετικά άχρωμο, άγευστο και άοσμο. Στιχουργικά μιλάει για την ελευθερία και το να ξεπερνάει κανείς σύνορα, προβλήματα και γενικά εμπόδια. Αν και το κομμάτι γράφτηκε μέσα στο 2019 οι στίχοι του μας καλούν να μην τα παρατάμε στις δύσκολες στιγμές, όπως αυτές που βιώνουμε από τις αρχές του 2020. Λες να προέβλεψαν την πανδημία οι Bon Jovi;; Μήπως το ήξεραν; Τι μας κρύβουν;;

Το “American Reckoning” που ακολουθεί, μέσω του οποίου ο The Boss (aka Bruce Springsteen) μας κλείνει λίγο το μάτι, γράφτηκε εν μέσω των διαδηλώσεων που έγιναν στις Η.Π.Α. για τη δολοφονία του George Floyd και στην ουσία περιγράφει όλη τη σκηνή. Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν έχει πάρει το μάτι μου άλλο τραγούδι να μιλάει τόσο ανοικτά και με τόση λεπτομέρεια γι’ αυτό το συμβάν. Και να μην πάρει χαμπάρι κάποιος ότι το τραγούδι εξιστορεί το περιστατικό, ο στίχος “I can’t breathe” τον βάζει σίγουρα στο κλίμα.

Do What You Can” για τη συνέχεια, αυτή τη φορά σε συνεργασία με την Jennifer Nettles των Sugarland, country τραγουδίστρια μάλλον γνωστή στην αχανή αγορά του συγκεκριμένου μουσικού είδους. Την έχουμε ξαναπετύχει ως guest στον τελευταίο δίσκο Bon Jovi, που κατά τη γνώμη μου είχε κάτι να πει, “Have a Nice Day” και συγκεκριμένα στο τραγούδι “Who Says You Can’t Go Home”. Πετυχεσά η συγκεκριμένη συνεργασία τότε καθώς το εν λόγω track ανέβηκε στο #1 των country charts του Billboard. Στο “2020” λοιπόν το συγκεκριμένο guest δεν μπορώ να ξέρω πως θα πάει αλλά σαν κομμάτι συνολικά, είναι το πιο up του δίσκου. Στις τελευταίες κυκλοφορίες της μπάντας πάντα υπάρχουν ένα-δύο τέτοια. Στιχουργικά πιάνει ένα “κλασσικό” θέμα των τελευταίων μηνών, καραντίνα και αφιερώσεις στους πολίτες και στους ήρωες της κάθε πόλης, εδώ, της Νέας Υόρκης, που δουλεύουν ακούραστα εν μέσω πανδημίας. Γενικά προτρέπει τον κόσμο ότι αν δεν μπορεί να κάνει αυτό που κάνει συνήθως, να κάνει ό,τι μπορεί (“If You Can't Do What You Do… Do What You Can”), όπως και ο Jon που εν μέσω καραντίνας δούλευε λάντζα σε ένα από τα εστιατόρια που διατηρεί στο New Jersey στα οποία σιτίζονται άνθρωποι σε ανάγκη.

Bad Medic… ώπα λάθος, “Beautiful Drug” το επόμενο άσμα και προφανώς η θεματολογία είναι η ίδια με το Bad Medicine. Ένα από τα up-beat κομμάτια του δίσκου αλλά ως εκεί.

Παιδιά, στην μπάντα υπάρχει κι ο David Bryan, Κι όποιος δεν το πιστεύει ας βάλει το “Let It Rain” να τo ακούσει. Δε θα τρελαθεί βέβαια αλλά ας κάνει μια απόπειρα, γούστα είν’ αυτά.

Το “Lower The Flag” μας μιλάει για την ελαστικότητα που υπάρχει σχετικά με την οπλοκατοχή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Προσωπικά θα επιλέξω ως καλύτερη στιγμή του δίσκου, όχι όλο το κομμάτι, αλλά το σημείο που αραδιάζει στο μιλητό τις τοποθεσίες που συνέβησαν τα γεγονότα με πυροβολισμούς σε πανεπιστήμια, κολλέγια κλπ των Η.Π.Α.

Λάθος έκανα, η προηγούμενη ήταν η δεύτερη καλύτερη στιγμή του δίσκου. Η καλύτερη είναι τούτο εδώ. Το “Blood In The Water” είναι εξαιρετική μπαλάντα, σολάρα ο Phil X ενώ στιχουργικά αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες και κυρίως της αντιμετώπισης που τυγχάνουν.

Αν μου έλεγε κάποιος να επιλέξω κάποιο τραγούδι με τίτλο “Brothers In Arms” θα επέλεγα αυτό των Dire Straits και όχι των Bon Jovi, των οποίων το τραγούδι μου φαίνεται αδιάφορο. Ναι είναι ξεσηκωτικό και όλα αυτά αλλά τσάμπα η φασαρία.

Ακούγοντας το δίσκο σερί σε γνωστή πλατφόρμα streaming, της οποίας ο CEO έφαγε ένα ανελέητο κράξιμο από άπειρο κόσμο, σε κάποια στιγμή μπαίνει ένα κομμάτι που με έκανε να πω “Ααα, ωραίο. Θυμίζει παλιό Bon Jovi”. Ε, τελικά ήταν παλιό Bon Jovi καθώς είχε τελειώσει ο δίσκος και μπήκε στην τύχη το “Never Say Goodbye”, κρίμα και χάρηκα. Τι δισκάρα όμως και το “Slippery When Wet”.

Έχουν μείνει μερικά κομμάτια ακόμα αλλά δε θα μπω στη διαδικασία γιατί ούτε καν τα θυμάμαι σαν άκουσμα. Ο 15ος δίσκος των Bon Jovi είναι φανερά πολιτικοποιημένος και προσφέρει απλόχερα κοινωνικό προβληματισμό. Τολμούν στιχουργικά και ξεφεύγουν από τη συνήθη θεματολογία τους. Μια χαρά με αυτό. Και ο καλλιτέχνης άνθρωπος είναι, και μεγαλώνοντας αλλάζουν οι οπτικές του και τα ζητήματα που τον ενδιαφέρουν. Δε γίνεται μια ζωή να λένε για προσευχές, τριαντάφυλλα, νεκρούς ή ζωντανούς καταζητούμενους.

Ο λόγος, για τον οποίον όμως στέκομαι περισσότερο στο στιχουργικό της υπόθεσης, είναι ότι οι συνθέσεις, όπως δυστυχώς και η απόδοση της μπάντας, είναι χλιαρές, άνευρες και οριακά διεκπεραιωτικές. Λες και πήγαν και έκαναν τη χάρη στον παλιόφιλο Jon να παίξουν στο δίσκο του ξέρω γω. Καμία σχέση με τις live εμφανίσεις τους στις οποίες η μπάντα σκοτώνει και το αδύναμο σημείο είναι δυστυχώς ο Jon που πιο πολύ μουρμουράει παρά τραγουδάει. Αναμένω τα επόμενα και πρέπει να πάω σε πρακτορείο στοιχήματος να μου βγάλουν απόδοση για το ότι ο JBJ θα βάλει υποψηφιότητα για πρόεδρος των Η.Π.Α. μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια. Καλά κέρδη εύχομαι.

Rating: 

 6.0


Εταιρεία: Island Records
Genre: Hard Rock
Παραγωγός: Jon Bon Jovi, John Shanks
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 02/10/2020
Band Links: Bon Jovi, Facebook, Instagram, Twitter, Spotify, YouTube 

Τελευταία