Αρχική EVENTSΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣΔεν Θέλω Να Γίνω Δυσάρεστος Αλλά Όλα Θα Πάνε Καλά

Δεν Θέλω Να Γίνω Δυσάρεστος Αλλά Όλα Θα Πάνε Καλά

Η χθεσινή ημέρα ήταν ιδιαίτερη από κάθε άποψη. Όταν ο 'Ακης Καπράνος μου είχε πει πρώτη φορά πως θα παίξει το Δεν Θέλω Να Γίνω Δυσάρεστος Αλλά Πρέπει Να Μιλήσουμε Για Κάτι Πολύ Σοβαρό, είχα ενθουσιαστεί. Ήταν η ελληνική ταινία που απ’ το τρέιλερ μου είχε τραβήξει την προσοχή, κάτι που έχει να κάνει ελληνική ταινία χρόνια, ξεχώρισε αμέσως και ήθελα μέγιστα να τη δω. Τι ωραία λοιπόν που η αθηναϊκή πρεμιέρα θα ήταν στην οικογένεια μας του Midnight Express. Σκεφτόμουν ότι είναι ευκαιρία για την ταινία στους άγριους καιρούς που ζούμε από άποψη διανομής να έχει μια κατάμεστη αίθουσα και για μένα να την απολαύσω στo θεσμό που νιώθω σα σπίτι μου ένα χρόνο τώρα. Βέβαια δεν πρόβλεψα πως θα ήταν η τελευταία προβολή του Midnight για το προσεχές μέλλον. Η Ριβιέρα που το φιλοξενεί, όπως και αρκετές άλλες Αθηναϊκές αίθουσες, κλείνει τις πόρτες της γιατί η χωρητικότητα 30% των νέων μέτρων απλά δεν είναι βιώσιμη. Ήταν γλυκόπικρη η χθεσινή μέρα αλλά δεν θα μπορούσε να πάει και καλύτερα. Οι καιροί είναι άγριοι, ο κινηματογράφος παγκόσμια βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο και άγνωστο πως θα επιβιώσουν οι αίθουσες. Παρόλα αυτά χθες αποχαιρετίσαμε τη Ριβιέρα, για την ώρα, με μια πραγματική γιορτή, προλάβαμε μια σπάνια ταινία και αποκρυσταλλώσαμε τι σημαίνει το Midnight Express απ’ όλες τις απόψεις.

Η βραδιά ξεκινάει στο Va.ben.e, το στέκι του Midnight, απαραίτητο συμπλήρωμα πριν ή μετά από κάθε προβολή(βέβαια το μετά το χαιρετήσαμε στην προβολή των 7 Αυγούστου) και βρίσκω τον Όλιβερ, από τα χαρακτηριστικότερα μέλη της οικογένειας, ο οποίος δεν πρόλαβε εισιτήριο για την προβολή. Χαρμολύπη ήδη λοιπόν, η αίθουσα θα είναι όντως κατάμεστη αλλά ήδη ένα από τ’ αγαπημένα μου αδέλφια δεν θα παραβρίσκεται, ας είναι. Γενικώς έχω μια νευρικότητα και ένα αντίστοιχο απροσδιόριστο συναίσθημα λαμβάνω κι από τον 'Ακη όταν καταφθάνει για να μου δώσει το εισιτήριο μου. Μετά από λίγο φθάνει στο μαγαζί κι ο Βαγγέλης Μουρίκης, ένας εκ των συντελεστών της ταινίας, που έχω να τον δω περί τα δύο χρόνια από κοντά. Χαιρετιόμαστε, λέμε τα δικά μας αλλά δεν μπορώ παρά να σκέφτομαι τη μάσκα που φοράει και δεν βγάζει. Η ώρα περνάει κι οι γνωστοί άγνωστοι μαζεύονται. Ο Μάνος που είμαστε μαζί σχεδόν σε κάθε προβολή μου συστήνει τον αδελφό του Πάνο, ωραίο να έχουμε νέο μέλος της οικογένειας ακόμα και τώρα. Καθώς πάω προς το σινεμά σκάει κι η Γιάννα η φωτογράφος μας, αγκαλιές φιλιά. Πλησιάζω στην αίθουσα, μες το τεράστιο πλήθος και καθώς φοράω τη μάσκα μου χαιρετάω τον Κοσμά. Βρίσκω του προαναφερθέντες, σκέφτομαι διάφορα, την προσέλευση, την ασφάλεια, η νευρικότητα δεν φεύγει αλλά σκέφτομαι κυρίως την Έλενα, την Χριστίνα, τον Ρωμανό, τον Φοίβο, τον Νικήτα, την 'Αννα, τον 'Αρη, τα αγαπημένα μου αδέλφια που δεν μπόρεσαν να παρευρεθούν. Ας είναι και πάλι όμως, το Midnight Express είμαστε χιλιάδες κι η ρευστότητα από προβολή σε προβολή είναι η ομορφιά κι ο παλμός μας και κάπως έτσι πάμε να εισέλθουμε στη Ριβιέρα.

Πρώτη σειρά με τον Κοσμά δίπλα και δεξιά μου τον Μάνο και τον Πάνο, το μικρόφωνο του 'Ακη ακούγεται ως συνήθως καθώς έρχεται μπροστά μας. Μας λέει πως η ταινία που θα δούμε είναι ταινία με χαρακτήρα και προσωπικότητα που δεν θα ξεχάσουμε(κι έτσι είναι) αλλά κι ότι δεν θα πει το καθιερωμένο του τσιτάτο (Αυτή είναι μια ταινία που θα μπορούσατε να δείτε σπίτι σας αλλά ήρθατε εδώ σήμερα να τη δούμε μαζί και αυτό είναι που κάνει αυτή τη φάση τόσο σημαντική) καθώς έχουμε πρεμιέρα. Δίνει το μικρόφωνο στον Γιώργο Γεωργόπουλο, τον σκηνοθέτη της ταινίας, ο οποίος μας λέει πως είναι άχαρο να μιλάει κανείς πριν από μια ταινία, άχαρο να μιλάει κανείς μετά από μια ταινία αλλά σίγουρα πιο άχαρο να μιλάει κανείς κατά τη διάρκεια, γέλια σε όλη την αίθουσα(τα πρώτα απ’ όσα θα ακολουθήσουν) και το γεγονός είναι ότι κανείς δεν θα μιλήσει κατά τη διάρκεια της προβολής. Συμπληρώνει πως είναι μια ταινία με έναν αρνητικό πρωταγωνιστή που ήταν και η μεγαλύτερη πρόκληση αλλά και μια ταινία που έχει να κάνει με το σήμερα κατά τύχη, όχι σαν πρόβλεψη, κυρίως για τις σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα αλλά η ταινία έχει να κάνει και μ’ έναν ιό. Μας συστήνει τους υπόλοιπους συντελεστές και πασάρει το μικρόφωνο στον Βαγγέλη ο οποίος ευχαριστεί το Midnight Express και εύχεται ό,τι καλύτερο για τους κινηματογράφους γενικότερα σ’ αυτή τη δοκιμασία που διανύουμε κι ο σκηνοθέτης συμπληρώνει πόσο σημαντικό είναι να στηρίξουμε το σινεμά αυτόν τον καιρό. Ο πρόλογος κλείνει πίσω στον 'Ακη που μας τονίζει πως ο ιός χτύπησε το σινεμά στη βάση του, στη συλλογικότητα αλλά υπόσχεται πως θα επιστρέψουμε. Ρωτάει κι όπως πάντα πόσοι έρχονται για πρώτη φορά σε προβολή του Midnight Express, γυρνάω και βλέπω τη μισή αίθουσα περίπου, είπαμε, πολύ όμορφή κι η ρευστότητα μας. Τα φώτα σβήνουν και η προβολή ξεκινά.

 

 

Στην ταινία ο 'Αρης (Όμηρος Πουλάκης) είναι φορέας ενός θανάσιμου ιού, σεξουαλικά μεταδιδόμενου αλλά θανατηφόρου μόνο σε γυναίκες. Παράλληλα είναι και η ελπίδα να βρεθεί το εμβόλιο γιατί ενώ ο ιός έχει υποστεί αρκετές μεταλλάξεις όπως τον ενημερώνει ο Επιδημιολόγος (Γιώργος Φουρτούνης) ο ίδιος κουβαλάει την πρώτη μορφή του. Πρέπει λοιπόν να βρούνε την αρχή του ιού ενημερώνοντας τις γυναίκες που έχουν περάσει από το κρεβάτι του τα τελευταία 4 χρόνια κι ενώ υπάρχει πρωτόκολλο του νοσοκομείου γι’ αυτή τη διαδικασία, ο ήρωας μας επιμένει να το κάνει μόνος του και ξεκινάει το ταξίδι του στις περασμένες του αγάπες. Αυτές τις παίζουν οι Ιωάννα Παππά, Χριστίνα Μάντεση, Ιωάννα Κολλιοπούλου, Σίσσυ Τουμάση, Κόρα Καρβούνη, Mari Yamamoto και Βίκυ Παπαδοπούλου. Ο Μουρίκης παίζει τον μόνο φίλο και αφεντικό του και ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος έναν συνάδελφο του. Ο Γιάννης Οικονομίδης έχει επίσης ένα μικρό cameo. Ένας κι ένας με βάση την ελληνική φιλμογραφία τα τελευταία χρόνια και δεν μπορώ παρά να σκεφτώ ότι έχουμε ένα καστ που θυμίζει τη λογική του Tarantino καθώς εμφανίζονται.

 

Αυτό που μου έπιασε την προσοχή περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στην ταινία είναι η ατμόσφαιρα της. Ο κόσμος της είναι ψυχρός και υπολογισμένος παρόλο που υπάρχει ένα υποβόσκον μαύρο χιούμορ για το μεγαλύτερο μέρος της. Αυτό εκδηλώνεται στους διαλόγους με όλες τις μικρές άβολες στιγμές που διέπουν την καθημερινότητα μας, υπάρχει ένας νατουραλισμός παρά την συνθήκη της ταινίας, είναι πραγματικοί διάλογοι από πραγματικούς ανθρώπους. Βέβαια μπορεί κι ο κόσμος της ταινίας εν γένει να έμοιαζε επιστημονική φαντασία όταν γυριζόταν αλλά πλέον είναι οικείος θεωρώ. Η ψυχρότητα του και η κενή του αίσθηση μου θύμισαν περισσότερο απ’ οτιδήποτε τον Μάρτιο, πριν κλειστούμε μέσα, είναι συγκλονιστική και καρμική κατάκτηση της ταινίας το συνολικό πεδίο δράσης της.

Ο αρνητικός πρωταγωνιστή που μας είπε κι ο σκηνοθέτης πριν ξεκινήσουμε είναι ξεκάθαρος. Δεν μαθαίνουμε τίποτα για τον χαρακτήρα του, τα θέλω του και τις ελπίδες του παρά μόνο την τωρινή του αποστολή και το πώς τον αντιλαμβάνονται οι υπόλοιποι χαρακτήρες με βάση τις πράξεις του. Α και ότι κουβαλάει ένα δεντράκι μπονζάι παντού μαζί του. Είναι επίτευγμα της ταινίας ότι μέχρι το τέλος έχει σχηματιστεί το πορτραίτο του. Οι γυναίκες της ζωής του δεν κρύβουν τίποτα σχετικά με το πως νιώθουν απέναντι του παρόλο που ο ίδιος λέει τα απολύτως απαραίτητα. Έτσι είναι η σύγχρονη ζωή όμως και ο κόσμος της αποξένωσης που ζούμε. Κάπως προχωράμε μέσα στην αδυσώπητη καθημερινότητα, με επιλογές και λάθη, κουβαλάμε το παρελθόν ή το αφήνουμε πίσω. Η ταινία με αυτόν τον τρόπο χτυπάει κατευθείαν μέσα στην καρδιά. Τι ποιο ανθρώπινο από τα λάθη και τη μετάνοια;

Παρόλη τη μαυρίλα και τη σκληρότητα της στο δεύτερο μισό, από κει και πέρα που το χιούμορ μας χαιρετάει, για μένα η ταινία αφήνει ένα θετικό επιμύθιο. Ναι ο αντιήρωας μας έχει ζήσει σε μεγάλο βαθμό σαν εγωιστικό σκουπίδι και μέχρι που κυριολεκτικά μοιράζει θάνατο. Ναι, δεν υπάρχει κάποια επίλυση σε σχέση με τον ιό(αλλά και η ταινία δεν είναι μια ταινία για τον ιό). Ναι, δεν παίρνουμε ένα happy end όπου ενδεχομένως ο 'Αρης βρίσκει την αγάπη ή κάποιο άλλο κλισέ. Παρόλα αυτά ο 'Αρης βρίσκει την συνειδητοποίηση. Συναντάει τα τελευταία χρόνια της ζωής του και ο εσωτερικός κόσμος του έχει μετουσιωθεί μπροστά του. Δεν παίρνει άλλες αναβολές και υπεκφυγές, έχει πλέον να αντιμετωπίσει της επιλογές του και τη ζωή του. Υπάρχει και μια μικρή υπόνοια πως θα αποκτήσει κι έναν πραγματικό συνοδοιπόρο καθώς το δεντράκι του είναι μέρος της πορείας που ολοκληρώνεται στο κλείσιμο της ταινίας. Ακόμα κι οι χειρότεροι αξίζουν μια συντροφιά, δεν νομίζετε;

Βγαίνοντας απ’ το σινεμά πρώτο βλέπω τον Πάνο που δουλεύει στο σινεμά, δεν τον είχα δει πριν και όπως πάντα μας ευχαριστεί όλους ο 'Ακης στην έξοδο. Του εύχομαι εις το επανιδείν αφού δεν το έχουμε σίγουρο τη δεδομένη στιγμή αλλά μέσα μου δεν αμφιβάλλω ότι θα έρθει. Πηγαίνω και συγχαίρω τον σκηνοθέτη και σκέφτομαι πως τελικά δεν θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερη ταινία γι’ αυτή τη βραδιά. Ο Φωκίωνας που επίσης δεν είχαμε χαιρετηθεί πριν, λέει στη Γιάννα να μας βγάλει μια φωτογραφία μαζί με τον Κοσμά, τον Μάνο και τον Πάνο. Έχουμε και το οπτικό ντοκουμέντο με χαμόγελα ως τ’ αυτιά. Μόνο σαν κισμέτ μπορώ να δω την χθεσινή βραδιά. Δεν πρόκειται για μια κηδεία, πρόκειται για την πιο ηχηρή διακήρυξη της δύναμης του κινηματογράφου. Έκλεισα ένα χρόνο στην οικογένεια του Midnight Express και όλοι οι χαρακτήρες αυτής της ιστορίας έχουμε ζήσει τόσα πολλά μέχρι στιγμής. Είναι και πόσα ακόμα όμως που θα ζήσουμε, είμαι σίγουρος. Κι αν οι καιροί αλλάζουν αυτή είναι η δύναμη της συλλογικότητας της αίθουσας που είπε κι ο 'Ακης και το εγχείρημα του είναι πλέον ένας ζωντανός οργανισμός που δεν πεθαίνει. Μέχρι την επόμενη ταινία που θα δούμε όλοι μαζί και θα είναι ξανά η φάση τόσο σημαντική, όλα θα πάνε καλά.

 

Τελευταία