Αρχική ΜΟΥΣΙΚΗΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ20 χρόνια Dead Heart in a Dead World

20 χρόνια Dead Heart in a Dead World

Πειράζει που ακούω τον καινούριο δίσκο των Bon Jovi και γράφω για Nevermore; Όχι φυσικά. Σαν σήμερα λοιπόν, 7.300 μέρες πριν, κυκλοφόρησε το “Dead Heart in a Dead World”. Το release date του άλμπουμ συνέπεσε με τα γενέθλια του Eminem ο οποίος εν μέσω πάρτυ, την ώρα που έσβηνε τα κεράκια του, έμαθε αυτή την είδηση και έγινε έξαλλος. Πάνε οι μπόμπες, πάνε τα γαριδάκια, αλλού τα αναψυκτικά, αλλού οι χυμοί. Πανικός έγινε. Οι φήμες λένε πως αφορμή για όλο αυτό ήταν η ανησυχία τού γνωστού ράπερ ότι οι Nevermore θα του πάρουν όλο το κοινό και θα κλέψουν το hype καθώς είχε κυκλοφορήσει το “The Marshall Mathers LP” νωρίτερα εκείνη τη χρονιά, και έτσι θα έχανε τη θέση του στα charts. Λολ. Αλλά ξέχασα, το κοινό έφυγε μετά την κυκλοφορία του “Dead Heart...”. Από πολύ κόσμο θεωρήθηκε pop για τα δεδομένα της μπάντας. Τι ακούμε θεέ μου. Ας πάμε και στο δίσκο σιγά σιγά.

Αρχικά να πούμε ότι ο δίσκος κυκλοφόρησε στις 17 Οκτωβρίου 2000 (ΟΥΑΟΥ!) από τη Century Media και ότι το εξώφυλλο έχει επιμεληθεί ο Travis Smith, ο οποίος είχε αναλάβει επίσης και αυτά των “Dreaming Neon Black”, “Enemies of Reality” και “The Obsidian Conspiracy”. Γενικότερα έχουν εμφανιστεί δουλειές του σε εξώφυλλα πολλών και γνωστών δίσκων, ενδεικτικά: Iced Earth - “Something Wicked This Way Comes”, Death – “The Sound of Perseverance”, Opeth – “Blackwater Park”, Anathema – “A Fine day to Exit”, Devin Townsend – “Addicted” και πολλοί άλλοι. Η αλήθεια είναι ότι αν τον ψάξει κάποιος θα διαπιστώσει ότι εύκολα έχει καμιά εικοσαριά, θα τολμήσω να πω, δίσκους στην κατοχή του, με εξώφυλλα σχεδιασμένα από δαύτον.

Μετά τον ασήκωτο ήχο που είχαν οι Nevermore από την παραγωγή τού Neil Kernon στο προηγούμενο “Dreaming Neon Black”, εδώ βλέπουμε καινούρια προσέγγιση όχι τόσο “λασπουριά” όσο πριν. Έλα οι εγκάθετοι, ηχάρα είχε το “Dreaming…” και βοηθούσαν και οι κάπως πιο αργόσυρτες συνθέσεις για να βγει αυτό το αποτέλεσμα. Στο “Dead Heart…” τα τραγούδια κυμαίνονται σε υψηλότερες ταχύτητες και τα riffs του Loomis είναι σαφώς πιο busy και πολύπλοκα, οπότε απαιτούνταν ένας πιο “καθαρός” ήχος. Ο Andy Sneap έκανε αυτό ακριβώς φτιάχνοντας έναν ήχο σαφή αλλά ταυτόχρονα στιβαρό. Παραγωγάρα γενικά, τι να λέμε τώρα. Κι όταν κόντεψε να χαθεί η μπάλα για τους Nevermore με τον επόμενο δίσκο (“Enemies of Reality”) και την πραγματικά όχι καλή δουλειά από θέμα ήχου, η Century Media απευθύνθηκε εκ νέου στον Andy για να κάνει νέα μίξη και νέο mastering στο δίσκο, δυο χρόνια μετά την κυκλοφορία του. Η πιο γρήγορη επανέκδοση δίσκου στα χρονικά.

Εγγύηση ο Andy βέβαια καθώς έχει περάσει απ’ τα χέρια του σχεδόν όλη η μέταλ σκηνή. Κι όταν λέμε όλη εννοούμε όλη: Judas Priest, Accept, Saxon, Arch Enemy, Kreator (ΚΡΑΣΑΤΟR), Opeth, Megadeth, Carcass, Testament, Fear Factory και άλλοι, φτάνει, αρκετοί είν’ αυτοί. Να πω εδώ επίσης ότι στους Priest διετέλεσε και touring κιθαρίστας την περίοδο που ο Glenn Tipton είχε τα γνωστά στενάχωρα προβλήματα με το Πάρκινσον. Ψιλομορφή δηλαδή όπως καταλαβαίνουμε από τα συμφραζόμενα.

Τώρα για τα αμιγώς μουσικά, είναι ο πρώτος δίσκος στον οποίο οι Nevermore χρησιμοποίησαν επτάχορδες κιθάρες. Δηλαδή όχι όλοι τους, μόνο ο Jeff Loomis, μιας που ο Tim Calvert που συμμετείχε στο “Dreaming…” αποχώρησε απ’ την μπάντα για να γίνει πιλότος. Γνωστή φυσιογνωμία ο συγκεκριμένος για τους Nevermore αφού είχαν περιοδεύσει με τις μπάντες τους, οι Dane και Jim Sheppard τότε με τους Sanctuary και ο Calvert τότε με τους Forbidden. Τον είδαν, τους άρεσε και του πρότειναν να μπει στο σχήμα. Δυστυχώς πλέον δε βρίσκεται εν ζωή καθώς μας άφησε τον Απρίλιο 2018.

Δυο λογάκια για τον Jim Sheppard, τον μπασίστα της μπάντας και συνοδοιπόρο του Warrel Dane όλα αυτά τα χρόνια. Ακριβώς δύο δηλαδή, ήταν ιδρυτικό μέλος και των Sanctuary αλλά και των Nevermore και συμμετείχε σε όλες τις δισκάρες που έβγαλαν και οι μεν και οι δε. Αρκετό credit από μόνο του αυτό θαρρώ, κι ας ήταν στην αφάνεια συγκριτικά με τα υπόλοιπα μέλη. Α, και μαζί με το μακαρίτη Dane διατηρούσαν κάποτε στο Seattle και ένα εστιατόριο με Ιταλική κουζίνα μιας που είναι και οι δύο πιστοποιημένοι σεφ!

Για τον drummer Van Williams δεν έχω να πω πολλά πράγματα, μεγάλος παιχταράς τόσο στους δίσκους όσο και live. Α, και είχε αναλάβει και τα σχέδια για πολλά από τα μπλουζάκια της μπάντας και γενικά για το merch καθότι γραφίστας. Έφυγε δυστυχώς από την μπάντα πακέτο μαζί με τον Jeff Loomis το 2011.

Tο “Dead Heart…” παίρνω το θάρρος να πω ότι είναι ένα συνθετικό ρεσιτάλ του Jeff Loomis, που για πρώτη φορά ήταν και ο μοναδικός κιθαρίστας του σχήματος. Έσκασε σα βουτιά-μπόμπα σε πισίνα, φοβερή riff-ολογία (?), εξαιρετικά σόλο και πραγματικά αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν τον έπαιρνε ο Dave Mustaine στους Megadeth αντί του Friedman. Βασικά ξέρω τι θα γινόταν, θα τον έδιωχνε μετά από ένα δίσκο. Με την αιτιολογία ότι είναι μικρός, που ήταν και ο λόγος για τον οποίο δεν μπήκε εξ’ αρχής στην μπάντα. Στο Friedman όμως δεν τα κάνεις αυτά. Γι’ αυτό και ο Marty γείωσε τον Mustaine όταν του έκανε πρόταση να μπει και πάλι στους Megadeth για την περιοδεία 20 χρόνων του Rust in Peace. Ώπα, έγινε αυτό το αφιέρωμα. Πίσω στο “Dead Heart…”

Το ένα και μόνο single που κυκλοφόρησε απ’ αυτό το δίσκο είναι η τραγουδάρα που λέγεται “Believe in Nothing” το οποίο έχει σαν κύριο θέμα την απέχθεια του Dane προς τις θρησκείες. H συγκεκριμένη ψιλομπαλάντα (νέος δόκιμος όρος) έχει διασκευαστεί και από τους All That Remains και τους Firewind.

Γενικότερα, στο στιχουργικό μέρος ο δίσκος πραγματεύεται όχι και πολύ αισιόδοξα ζητήματα, κλασική θεματική Warrell Dane και στιχάρες, πεσσιμισμός και η αρνητική οπτική του για τον κόσμο, στο προσκήνιο. Για παράδειγμα, η άλλη κομματάρα το “Inside Four Walls” κατακρίνει, αν όχι μεμονωμένα την κυβέρνηση των Η.Π.Α., όλες τις κυβερνήσεις και την πολιτική των δικαστηρίων. Το “Narcosynthesis” είναι μια παραβολή για την “ύπνωση” του κόσμου μέσω των θρησκειών. Πολύ μ’ αρέσει που έβαλα τη λέξη “παραβολή” μέσα σε πρόταση που είναι κατά των θρησκειών.

Όπως έχουμε δει, Dane και θρησκείες δεν τα πηγαίνανε και πολύ καλά, και γιατί άλλωστε θα πω εγώ. Δεν είχε και τις καλύτερες εντυπώσεις. Ειδικά μετά τα γεγονότα που συνέβησαν στη ζωή του τα οποία τον ενέπνευσαν να γράψει τους στίχους ολόκληρου του “Dreaming Neon Black”. Το προσωπικό δράμα του Dane ολοκληρώνεται στιχουργικά στο τελευταίο κομμάτι ετούτου εδώ του δίσκου, στο ομώνυμο τραγούδι “Dead Heart in a Dead World”. Το “Heart Collector” είναι η δεύτερη ψιλομπαλάντα, από τις τρεις συνολικά, του δίσκου (“Insignificant” η τρίτη) και παρουσιάζει την ψυχολογική κατάρρευση ενός ανθρώπου μετά από το χωρισμό του από το έτερον ήμισυ. Σε αντίθεση με τον Κωνσταντίνο Χριστοφόρου που μόλις χώρισε και θα βγει για να τα σπάσει, μόλις χώρισε, θα βγει για να γιορτάσει. Αλλη προσέγγιση ετούτη.

Και περιβαλλοντικά ζητήματα έχουμε καθώς το “The River Dragon Has Come” αφορά στην καταστροφή των υδροηλεκτρικών φραγμάτων Banqiao και Shimantan στην Κίνα το 1975. Το επονομαζόμενο “Φράγμα των Τριών Φαραγγιών” κατέρρευσε λόγω αυξημένων βροχοπτώσεων ύστερα από το πέρασμα του τυφώνα “Nina”. Δηλαδή όχι απλώς έριξε δυο ψιχάλες παραπάνω αλλά τουλούμια βροχής. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το φράγμα να μην μπορεί να αντέξει την πίεση των υδάτων και να γίνει το μακελειό που ο Dane πραγματεύεται στους στίχους του χρησιμοποιώντας ποιητικές αναφορές και το Δράκο με τα επτά κεφάλια από την Αποκάλυψη του Ιωάννη για να δώσει μια σαφέστερη εικόνα της καταστροφής. Επίσης, στηλιτεύει και το γεγονός ότι παρ’ όλη τη συμφορά που έφερε αυτή η κατασκευή στον κόσμο – μιας που είχαμε πάνω από διακόσιες χιλιάδες νεκρούς και καμιά δεκαριά εκατομμύρια ξεσπιτωμένους – το Φράγμα των Τριών Φαραγγιών ξαναφτιάχτηκε.

Γενικά, είναι ένας δίσκος καταπληκτικός. Ίσως αν ο επόμενος δεν είχε αυτά τα θέματα με την παραγωγή που προανέφερα, να υπήρχε μία συνέχεια στη συνεχώς ανοδική πορεία που επιδείκνυαν οι Nevermore εκείνα τα χρόνια. Κυρίως για Ευρώπη βέβαια μιλάμε αφού εδώ βρισκόταν το μεγαλύτερο μέρος των φανς τους, στην Αμερική δεν ήταν και από τα πρώτα ονόματα, λόγια του Jim Sheppard είναι αυτά όχι δικά μου και δε μου κάνει καμία εντύπωση καθώς η αγορά εκεί είναι τεράστια όπως βλέπουμε.

Προσωπική άποψη είναι ότι αυτή η μπάντα δεν έπιασε το φουλ potential της ποτέ. Είχε όλα τα φόντα να είναι στα μεγαλύτερα ονόματα της metal σκηνής αλλά θες ότι ο Dane τα έχωνε παντού, θες ότι είχε τα προβλήματά του που πολλές φορές τον κρατούσαν πίσω και συνεπώς όλη την μπάντα, όλα έπαιξαν κάποιο ρόλο. Εγώ θα πω ως κυριότερο ότι οι Nevermore σταμάτησαν να παίζουν πάνω στην έκρηξη του YouTube, χάνοντας έτσι το δικό τους hype που θα τους έφερνε κοντά σε περισσότερο κόσμο. Γιατί και live έσκιζαν. Ακόμα θυμάμαι την επικών διαστάσεων συναυλία τους για την περιοδεία του “Dead Heart…” στο Ρόδον μαζί με τους Annihilator και φυσικά τους Soilwork. Α, και τους Rawhead Rexx. Απορώ πως τους θυμάμαι ακόμα αυτούς. Τέλος πάντων αυτά. Και εις άλλα με υγεία.

Τελευταία