Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ20 χρόνια αντήχησης του Requiem For A Dream

20 χρόνια αντήχησης του Requiem For A Dream

Ο Darren Aronofsky θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο κατεξοχήν προβοκάτορας σκηνοθέτης της γενιάς μας. Οι μελέτες εμμονικών χαρακτήρων που κατασκευάζει μέσα από τις ταινίες του διχάζουν σχεδόν πάντα το κοινό με τους μισούς να τον θεωρούν έναν τσαρλατάνο κενού στυλ και τους άλλους μισούς μια απ’ τις μεγαλύτερες ιδιοφυίες που έχει να δείξει η 7η τέχνη συνολικά. Πίσω όμως στο μακρινό 2000 ήταν απλά το νέο κακό παιδί του κινηματογράφου. Η πρώτη του ταινία Pi είχε σκάσει σαν βόμβα στο Φεστιβάλ του Sundance, όπου απέσπασε το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας και εν συνεχεία την εμπορική επιτυχία στις αίθουσες. Με αυτό το πάτημα και ανοιχτές τις επιλογές για το δεύτερο πόνημα του, ήξερε αμέσως πως ήθελε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το Requiem For A Dream του αγαπημένου του συγγραφέα Hubert Shelby Jr. Οι περισσότεροι τον θεώρησαν τρελό και οι παραγωγοί σήκωσαν τα φρύδια τους αλλά είχε τη βοήθεια του ίδιου του συγγραφέα ο οποίος είχε πάντα τη φιλοδοξία να γυριστεί σε ταινία το βιβλίο του. Ένα πολύ σκληρό βιβλίο για τον κόσμο του εθισμού και της εμμονής εν γένει. Το κείμενο στο οποίο ο Aronofsky κλήθηκε να ξεδιπλώσει όλο το φάσμα της σκηνοθετικής του μαεστρίας και τελικά το εφαλτήριο της εξίσου εμμονικής και σκληρής μετέπειτα φιλμογραφίας του.

Ο Harry Goldfarb (Jared Leto) είναι ένας νεαρός που συνηθίζει να τρέχει την τηλεόραση της μάνας του, Sara (Ellen Burstyn) στο ενεχυροδανειστήριο ώστε να πάρει τη δόση του. Ειρωνικό καθώς κι εκείνη περνάει όλη της τη μέρα μπροστά σε αυτή. Με μια τέτοια σκηνή ανοίγει η ταινία, με τη μάνα κλειδωμένη στο δωμάτιο και τη δράση να φαίνεται από split screen, θέτοντας το πλαίσιο της υποκειμενικής ματιάς που θα ακολουθηθεί σε όλη την ταινία. Στο δρόμο προς το ενεχυροδανειστήριο συναντάμε τον κολλητό του Harry, Tyrone (Marlon Wayans). Το κουαρτέτο των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων συμπληρώνει η Marion (Jennifer Connely), κοπέλα του Harry και φέρελπις σχεδιάστρια μόδας. Μετά την εισαγωγική σεκάνς θα τεθούν οι στόχοι τους• των παιδιών να γίνουν πλούσια εκμεταλλευόμενα μια καλή τους άκρη, θέλοντας την κανονική μετέπειτα κοινωνική ύπαρξη και παλεύοντας πέραν από τα άκρα τους. H μάνα παράλληλα προσπαθεί να αδυνατίσει παίρνοντας χάπια για να χωρέσει στο παλιό κόκκινο φόρεμα της, ούτως ώστε να μετέχει επιτέλους της αναγνώρισης που υπόσχεται το αμερικανικό όνειρο μέσω μιας υποσχόμενης τηλεοπτικής της εμφάνισης.

Τα όνειρα του καθενός έχουν τεθεί. Τα κίνητρα και οι ελπίδες πηγάζουν απ’ το παρελθόν και προσβλέπουν σε ένα λαμπρό μέλλον. Όπου τίποτα δε θα μοιάζει με τη μίζερη επαναληπτική καθημερινότητα του εθισμού στην οποία βρίσκονται. Σιγά-σιγά, μαζί αλλά στην ουσία μόνοι, θα συνεχίσουν στο ίδιο μονοπάτι ώσπου τα πάντα μοιραία θα εκτροχιαστούν. Θεματικά η ταινία μας λέει πως δεν υπάρχουν παρακάμψεις αλλά η κοινωνία της καταναλωτικής αποξένωσης ευνοεί μόνο τους ισχυρούς και οι αδύναμοι πάντα αυτές θα ψάχνουν. Μια διέξοδο από τη μονοτονία της ύπαρξης, το φάρμακο(αλλά στην πραγματικότητα φαρμάκι) στον καημό που τους έφερε ως εδώ, έναν αυθαίρετο λόγο για να αξίζει να σηκωθούν από το κρεβάτι το πρωί.

Όπως με την πρώτη του ταινία ο Aronofsky μας έβαζε μες το μυαλό του πρωταγωνιστή μέσω της κάμερας και των cuts του, αυτή τη φορά το κάνει με τέσσερις χαρακτήρες. Τα split screen επανέρχονται σε ερωτικές σκηνές του Harry και της Marion, τους χωρίζουν κι όταν είναι πιο κοντά. Η επανάληψη που αποτελεί τον κανόνα κάθε εθισμού εκφράζεται μέσα από το «χιπ χοπ μοντάζ»(όπως το ονομάζει ο ίδιος ο Aronofsky) μια αστραπιαία εναλλαγή πολύ κοντινών πλάνων μαζί με οξείς ήχους που δημιουργούν μια μουσικότητα καθώς τα παιδιά βυθίζονται στα ναρκωτικά και η μάνα στην αγωγή της. Συμπληρώνεται επίσης από time-lapse πλάνα που μας δείχνουν ολόκληρες μέρες να περνάνε σε λίγα λεπτά. Fish eye φακοί που διαστρεβλώνουν την εικόνα αποκαλύπτουν το πρίσμα του εθισμού και χρήση Snorricam(μια κάμερα που δένεται μπροστά από τον ηθοποιό και ακολουθεί το πρόσωπο του) απομονώνει τους χαρακτήρες στις δραματικές κορυφώσεις της ταινίας, τα όρια της τηλεοπτικής οθόνης να χάνονται με αυτά της πραγματικότητας μέσω της χρήσης ψηφιακών εφέ και φαντασιακών σκηνών. Η ταινία έχει πάνω από δύο χιλιάδες κατ τα οποία συνθέτουν τον φρενήρη ρυθμό της μέχρι τη σκηνή της κορύφωσης όπου εναλλάσσονται σε ρυθμό πολυβόλου ανάμεσα στους τέσσερις χαρακτήρες που από κυριολεκτική απόσταση είναι πιο μακριά από ποτέ αλλά βρίσκονται στον κοινό τόπο του εξευτελισμού από την κοινωνία, η πτώση τους ξεκάθαρη για να τη δούν όλοι. Μόνη τους παρηγοριά ότι ζούνε ακόμα αλλά η καταδίκη στην καινούργια βιοτική κατάσταση τους είναι ίσως μια καταδίκη χειρότερη απ’ τον θάνατο. Κρατώντας στην αγκαλιά τους το νεκρό όνειρο αλλά και γνωρίζοντας πως αγύριστα έχει πεθάνει.

Ο Aronofsky κατά δική του ομολογία είναι εξπρεσιονιστής. Φυσικά και στην ταινία υπάρχουν στιγμές με οπτικοακουστική οικονομία να ηρεμήσει τις αισθήσεις. Χρησιμοποιούνται κυρίως όταν οι καταραμένοι μας ήρωες ατενίζουν το απατηλό όνειρο του μέλλοντος και το γλυκό μακρινό παρελθόν που το τροφοδοτεί αλλά και στην μοιραία κατάληξη τους. 'Αλλωστε και η ταινία συνολικά ακολουθεί τη λογική μιας μουσικής συμφωνίας. Ο σκηνοθέτης μας το έχει δηλώσει από την πρώτη σκηνή, βάζοντας στο soundtrack μια ορχήστρα που κουρδίζει τα όργανα της. Το τελευταίο και ίσως πιο σημαντικό βέλος στη φαρέτρα για να πετύχει ο δημιουργός τον ισοπεδωτικό του στόχο είναι αναμενόμενα η ίδια η μουσική. Ο Clint Mansell μπλέκει την ηλεκτρονική μουσική με ένα κουαρτέτο εγχόρδων κορυφώνοντας τον θαυμαστό άκαρδο σύγχρονο κόσμο. Γράφει δε το πιο χαρακτηριστικό μουσικό θέμα ταινίας των τελευταίων 20 χρόνων που δίνει άμεσα και ξεκάθαρα την τραγική στάμπα της ιστορίας και θα χρησιμοποιηθεί σε πλήθος media στην συνέχεια των ετών χωρίς όμως ποτέ να φτάνει την αποτελεσματικότητα που είχε στο οπτικοακουστικό σύνολο για το οποίο δημιουργήθηκε.

Είχα δει κάποιες σκηνές τις ταινίας σαν πιτσιρίκι, κλεφτά, καθώς την παρακολουθούσαν τα μεγαλύτερα αδέλφια μου. Οι λίγες εικόνες που πρόλαβα ήταν οι πιο σοκαριστικές εικόνες που είχα μέχρι την ενηλικίωση μου. Ο ωμός τρόπος που αποδίδεται η καθημερινή βία στο πρωταγωνιστικό κουαρτέτο, μια μοίρα που δεν θα την ευχόμουν ούτε στον χειρότερο εχθρό μου. Παρόλα αυτά, στα 28 μου χρόνια έχοντας αναπτύξει τη δική μου εμμονική και ιδεοληπτική ψυχοπαθολογία και παλεύοντας με πολλούς εθισμούς μετά την ενηλικίωση μου, κατάφερα δια ζώσης να καταλάβω πως τα μεσοαστικά προστατευόμενα όρια που μεγάλωσα καταλύονται πολύ εύκολα στη δίνη του καπιταλισμού. Καφές, τσιγάρα, επεξεργασμένα τροφικά προϊόντα, αλκοόλ, χόρτο, ψυχοφάρμακα, αμφεταμίνες, κοκαΐνη, ηρωίνη, αυτό καθαυτό το αέναο κυνήγι της άμεσης, εύκολης ντοπαμίνης και σεροτονίνης. Σε μια σύγχρονη ζωή που δεν αφήνει το υποκείμενο να αναπνεύσει η δηλητηρίαση των οργανισμών μας μοιάζει μικρό τίμημα για την άμεση ικανοποίηση ή μια μικρή όαση ηρεμίας από το καθημερινό σφυροκόπημα και τα προϊόντα μονόδρομος. Μέσω της βαθειάς ψυχολογικής αποτύπωσης η ταινία καταφέρνει να δείξει το αναπόδραστα κατακτημένο χειρότερο πρόσωπο του παγκόσμια εξαγώγιμου αμερικανικού ονείρου που επιβάλλεται στις σύγχρονες κοινωνίες. Είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου από το τέλος του καπιταλισμού συνεπώς είμαστε καταδικασμένοι να ανατρέχουμε στο Requiem σαν εμπειρία και διαρκές σήμα κινδύνου.

Τελευταία