Αρχική EVENTSΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣΜια Μέρα Πριν, 2/11/2020 @ Θέατρο ΠΚ, Νέος Κόσμος

Μια Μέρα Πριν, 2/11/2020 @ Θέατρο ΠΚ, Νέος Κόσμος

Φωτογραφία: Νώντας Εμμανουήλ 

Είναι σημείο των καιρών ο όρος «βαριά κουλτούρα» να έχει αρνητικό πρόσημο, εξετάζοντας τον όμως λίγο βαθύτερα, θα συμπαιράνουμε ότι αυτή η αρνητική του απόδοση, άπτεται κατά κύριο λόγο, στην αδυναμία του θεατή να επεξεργαστεί μηνύματα των οποίων η κατανόηση τους απαιτεί ζήλο και από την πλευρά του. Βέβαια, για να μην είμαι αυστηρός, η ευθύνη δε βαραίνει αποκλειστικά εκείνον, καθώς βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μία δαιδαλώδη ζωή, βομβαρδιζόμενος από έναν κυκεώνα υποκουλτούρας, όπου η εναλλακτική του επιλογή χτυπιέται βάναυσα το τελευταίο διάστημα.

Υπό αυτές τις συνθήκες, βρεθήκαμε με τον Νώντα στο θέατρο ΠΚ του Νέου Κόσμου για να παρακολουθήσουμε το έργο της Θεατρική Ομάδα π (Pi Synergy), Μια Μέρα πριν. Ο Νώντας δυστυχώς για εκείνον, ήταν επιφορτισμένος με το φωτογραφικό κομμάτι της ανταπόκρισης και δεν κατάφερε να επιστρέψει σπίτι βυθισμένος σε σκέψεις που αφορούσαν αυτό που μόλις είχαμε παρακολουθήσει.

Η πλοκή του έργου είναι έντονη και κάθε μικρή λεπτομέρεια κατέχει τον δικό της ξεχωριστό ρόλο στο συνολικό οικοδόμημα. Μάλιστα αναπτύσσεται με τέτοιον τρόπο που καθιστά αδύνατο να περιγράψω έστω μία σκήνη, αφού εγκυμονούν δύο σημαντικοί κίνδυνοι. Ο πρώτος αφορά τη νοηματική τους απόδοση, καθότι είμαι σίγουρος ότι θα διαφέρει από θεατή σε θεατή και ο δεύτερος έγκειται στην αποκάλυψη κάποιας σημαντικής πτυχής, η οποία θα οδηγήσει σε δραματική μείωση της τελικής σας απόλαυσης.

Στο επίκεντρο βρίσκεται μία νέα κοπέλα (Βίκυ Μπολόση) και ο ευγενής συνεπιβάτης της (Ερνέστος Βουτσινάς) οι οποίοι μοιράζονται το κουπέ ενός βαγονού στο ταξίδι τους προς την αλληγορία. Οι υπόλοιποι ρόλοι (Νίκος Παπαδάκης, Κωνσταντίνος Καλιακούδας και Μαίρη Τζογκλή) συμπληρώνουν με καταλυτικό τρόπο τη δράση. Ο κάθε ένας απεικονίζει και μία διαφορετική συναισθηματική φόρτιση βάζοντας τη δική τους σημαντική σφραγίδα στο έργο. Μένοντας στους συντελέστες του έργου, δε θα μπορσούσα να μην αναφερθώ και στη σκηνοθεσία του Τάσου Φραγκιά, που μαεστρικά εκμεταλλεύεται και το τελευταίο δράμι ταλέντου που έχει στα χεριά του και αναδεικνύει κάθε ηθοποιό του ξεχωριστά. 

Ενώ υπάρχει ένας βασικός σεναριακός πυλώνας, που δεν είναι άλλος από τους δύο επιβάτες του συρμού, διάσπαρτα μηνύματα, που μοιάζουν σαν τις πρώτες πιτσιλιές του ζωγράφου, βρίσκονται στον θεατρικό καμβά. Εδώ συναντούμε και την πρώτη τρανταχτή επιτυχία της παράστασης, αφού η μετάδοση τους προς τον δέκτη γίνεται με απλό και κατανοητό τρόπο. Ο τρόπος διαφέρει από σκηνή σε σκηνή και μπορεί να περιορίζεται σε μία λέξη, σε έναν διάλογο ή και σε μία κίνηση.

Μπορεί το σκηνικό (Γιώργος Λιντζέρης) εκ πρώτης άποψης να φαίνεται λιτό – ίσως και φτωχό – και δε γνωρίζω αν αυτό αποτελεί καλλιτεχνική επιλογή, όμως καθ’ όλη τη διάρκεια δεν ένιωσα ούτε μία στιγμή να λείπει κάτι. Ο φωτισμός (Απόστολος Τσατσάκος) ήταν εξαιρετικός και σε συνδυασμό με την καταπληκτική κίνηση των ηθοποιών στο σανίδι, ώρες-ώρες ένιωθες ότι υπήρχε και μία δεύτερη παράσταση, αυτή που διαδραματιζόταν στους τοίχους από τις σκιές τους.

Το έργο ξεκάθαρα πετυχαίνει τον σκοπό του που δεν είναι άλλος από το να προβληματίσει σε πολλαπλά επίπεδα τον θεατή. Θα σας φέρει αντιμέτωπους με τον εσωτερισμό σας και θα ξεδιπλωθεί μπροστά σας σαν ένας αναπόφευκτος καθρέφτης τον οποίο θα φοβάστε και θα λαχταράτε συγχρόνως να τον αντικρίσετε, κατάματα. Η ταύτιση με τους χαρακτήρες θα είναι τόσο μεγάλη που όταν σηκωθείτε από τις θέσεις σας θα νιώσετε απελευθερωμένοι και θα ξεσπάσετε σε ένα διαρκές χειροκρότημα.