Αρχική ΜΟΥΣΙΚΗΔΙΣΚΟΚΡΙΤΙΚΕΣSólstafir - Endless Twilight of Codependent Love

Sólstafir - Endless Twilight of Codependent Love

Οι Sólstafir είναι από τη σταδιοδρομία τους χωρισμένοι σε εποχές, μία πρώτη πιο ακραία και μία δεύτερη κάπως πιο... εύπεπτη για το ευρύτερο κοινό. Θα έλεγα ότι μου θυμίζουν έντονα τους Anathema ως προς αυτήν την ηχητική μεταστροφή, αφού η αλλαγή στον ήχο ριζική, όμως και στις δύο περιπτώσεις χαρίζουν δίσκους υψηλότατου επιπέδου. Στoν αντίποδα αυτών των μπαντών είναι οι In Flames, που στην πρώτη τους εποχή χάρισαν διαμάντια όπως το Clayman, ενώ στη δεύτερη – που ίσως είναι και πιο πετυχημένη εμπορικά – προσπαθείς να θυμηθείς ένα τραγούδι τους. Η βασική διαφορά στις δύο περιπτώσεις, κατ’ εμέ, είναι ότι οι μπάντες της πρώτης κατηγορίας οδηγούνται σε αυτήν την αλλαγή λόγω καλλιτεχνικών ανησυχιών, τη στιγμή που αυτές της δεύτερης κατηγορίας, χρησιμοποιούν ως φάρο στην πορεία τους παράγοντες που δεν έχουν να κάνουν με τον πυρήνα της τέχνης, όπως η δημοφιλία και οι οικονομικές απολαβές. Σεβαστά και τα δύο βέβαια, όμως εγώ συνήθως, λόγω γούστου και όχι κάποιας δήθεν ιδεολογικής ατζέντας, τάσσομαι με τις μπάντες της πρώτης κατηγορίας.

Τρία χρόνια μετά το Berdreyminn οι Ισλανδοί επιστρέφουν με τον 7ο δίσκο τους που «ακούει» στο όνομα "Endless Twilight of Codependent Love". Έχοντας αφήσει πίσω τους το black metal από τις εποχές του "Köld" – το Köld ήταν ο πρώτος όπου έστειλαν για τσάι τα Black Metal στοιχεία – οι Sólstafir θεωρώ ότι είναι μία από τις πλέον αδικημένες μπάντες, αφού δεν λαμβάνουν τα creditsπου τους αναλογούν και ιδιαίτερα στον Post Metal ήχο όπου λίγα συγκροτήματα τολμούν να κοιτάξουν στα μάτια.

Ανοίγω μία παρένθεση για να σας περιγράψω την πρώτη φορά που τους είδα ζωντανά. Αν δεν κάνω λάθος έχουν περάσει κιόλας δύο χρόνια και θυμάμαι να παρακολουθούμε αποσβολωμένοι με την Εβελίνα, κάνοντας φιλότιμες προσπάθειες να σιγοτραγουδήσουμε τους στίχους τους. Σαφώς και αποτυγχάναμε, γιατί βλέπετε τα Ισλανδικά είναι ιδανική γλώσσα για να στραμπουλίξεις τη δική σου. Και κλείνω την παρένθεση λέγοντας ότι δεν είναι και πολλές οι μπάντες που είναι καλύτερες στο live απ’ όσο στο studio, το οποίο στην περίπτωση τους είναι ακόμα σημαντικότερο, καθότι μιλάμε για έναν ήχο που δεν ιδιαίτερα «φιλικός» στις ζωντανές εκτελέσεις.

Μουσικά ο δίσκος μοιάζει σαν concept album με τα κομμάτια να έχουν μία συνέχεια και ένα σφιχτό δέσιμο μεταξύ τους, όμως δεν έχουμε επανάληψη ιδεών. Η μουσική τους ανέκαθεν έμοιαζε με τη φλόγα που σιγοκαίει στο τζάκι, μπορεί όταν μπαίνεις στον χώρο να μη σε ζεσταίνει κατευθείαν, όμως ο τρόπος με τον οποίο λικνίζεται σε προκαλεί να την πλησιάσεις και όταν τελικά το κάνεις, χωρίς να ζεις κάποιο πρωτόγνωρο συναίσθημα, ευχαριστείς τον εαυτό σου που το τελικά το έπραξες. 

Τα "Akkeri" και "Drýsill" είναι σύνολο έγχρωμων και πολυσύνθετων αφηγήσεων που θα μπορούσαν κάλλιστα να ντύσουν ως soundtrackτη σημερινή κατάσταση. Το "Rökkur" που έπεται μοιάζει σαν ένα φριχτό παραμύθι που κάνει αυτά των αδερφών Grimm να φαντάζουν bed time stories (και μην αναρωτιέστε, έχω διαβάσει τα πρότυπα και παρόλα αυτά εμμένω στην άποψη μου). Τα φωνητικά του Aðalbjörn Tryggvason είναι πολυεπίπεδα, βαθιά θεατρικά και σε παρασέρνουν να κάνεις τις δικές σου αυθαίρετες μεταφράσεις. Εδώ νομίζω ότι έχει ένα ενδιαφέρον να σχολιάσουμε την επιλογή των μουσικών από το Ρέικιαβικ, που παρ’ ότι πλέον χαίρουν – εδώ και κάμποσα χρόνια για την ακρίβεια – της αναγνώρισης της παγκόσμιας σκηνής, επιμένουν οι πλειοψηφία των τραγουδιών να είναι στη μητρική τους γλώσσα. Εμένα να σας πω την αλήθεια με βρίσκει σύμφωνο, γιατί μη κατανοώντας τους στίχους, αντιλαμβάνομαι περισσότερο ως ένα επιπλέον όργανο και στα αυτιά μου ο ήχος τους φτάνει πιο γεμάτος.

Έχει και Αγγλικά όμως, το "Her Fall from Grace", όπως μαρτυρά και ο τίτλος του είναι γραμμένο σε γλώσσα κατανοητή και για τον υπόλοιπο πλανήτη σε μία «μπαλάντα» αποπνικτικής θλίψης. Στη συνέχεια έχουμε το καλύτερο κομμάτι του δίσκου και ένα από τα highlightsτης πολυετούς τους καριέρας. Το "Dionysus" «μπαίνει» με ένα drumming καταιγιστικό που θυμίζει έντονα σκηνές διαφορετικές από αυτές που μας έχουν συνηθίσει να κινούνται οι  Sólstafir. Στο σύνολο του δίσκου και χωρίς να έχουμε κάποιον διαγωνισμό, όμως δε γίνεται να μην το αναφέρω, ο Hallgrímur Jón Hallgrímsson αποδεικνύει ότι είναι καλύτερος από τον επί σειρά ετών προκάτοχο του, Guðmundur Óli Pálmason. Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχουν και κιθάρες, όπου ακούμε την επιστροφή του «ξυσίματος» ως «χαλί» για να πατήσουν πάνω του μερικά έξοχα μελωδικά μέρη. 

Το "Til Moldar" αποτελεί ακόμα μία αργή και ατμοσφαιρική στιγμή του album. Έκπληξη προκαλούν τα σχεδόν stonerκιθαριστκά θέματα του "AldaSyndanna" και εδώ θα κάνω ακόλουθη πρόβλεψη: "Στο μέλλον πολλούς ακόμα τέτοιους πειραματισμούς από τους Sólstafir". To "Or" που βρίσκεται στην προτελευταία θέση αποτελεί μία ακόμα δυνατή στιγμή στο albumκαι προσωπικά, το δεύτερο αγαπημένο μου τραγούδι. Το κλείσιμο αναλαμβάνει το "Úlfur" που ένα όμορφο εννιάλεπτο τελείωμα για έναν εξαιρετικό δίσκο.

Οι  Sólstafir με το Endless Twilight of Codependent Love αποδεικνύουν ότι αν δεν ήταν τόσο μπροστά σε ιδέες θα ήταν μία μπάντα πρώτης γραμμής. Οι ιδέες τους είναι πρωτοποριακές, οι εκτελέσεις τους άψογες και η καλλιτεχνική τους μάτια αλάνθαστη. `Αλλωστε μόνο τυχαία δεν επέλεξαν για αυτό εξώφυλλο αυτού το album το "The Lady of the Mountain" του Johann Baptist Zwecker.

Rating: 

 9.0


Εταιρεία: Season of Mist
Genre: Post Metal, Post Rock
Παραγωγός: Producer's Name
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 06/11/2020
Band Links: Sólstafir, Facebook, Instagram, Twitter, Spotify, YouTube, Bandcamp

Τελευταία