Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΚαι στα 40 και πάντα, θα είσαι ένας Raging Bull

Και στα 40 και πάντα, θα είσαι ένας Raging Bull

Τα τέλη της δεκαετίας του ’70 βρίσκουν τον Martin Scorsese, μετά την αποτυχία του φιλόδοξου "New York, New York", να νοσηλεύεται ύστερα από υπερβολική δόση κοκαΐνης. Ο αδελφικός πλέον φίλος του, Robert De Niro, θα τον επισκεφθεί προτείνοντας μια πιθανή λύση στο τέλμα του. Χρόνια προσπαθούσε να τον πείσει να γυρίσουν σε ταινία τη βιογραφία του μποξέρ Jake LaMotta αλλά στον Scorsese δεν άρεσαν τα αθλήματα και δεν καταλάβαινε πως θα μπορούσε να κάνει μια ταινία για το μποξ. Η νέα συνθήκη της ζωής του, όμως, τον έκανε να παραλληλίσει το ρινγκ με την σκηνοθεσία. «Αν κάνεις ταινίες, βρίσκεσαι κάθε φορά στο ρινγκ» κατά δική του ομολογία. Το σήμα έναρξης είχε δοθεί για τη δημιουργία μιας ταινίας που θα έχει μουδιασμένη υποδοχή από το κοινό και μέρος της κριτικής. Αλλά θα καταλήξει να θεωρείται η καλύτερη ταινία της δεκαετίας και μια απ’ τις καλύτερες όλων των εποχών.

Η ταινία ξεκινάει από το τέλος της ιστορίας, με τον Jake να ετοιμάζεται για μια παράσταση απαγγελίας με όλα τα σημάδια της ζωής του πάνω του. Υπέρβαρος, με πρησμένο πρόσωπο και να πασχίζει να θυμηθεί τα λόγια του. Στις επόμενες σκηνές έχουμε τη βάση του ψυχογραφήματος του. Βλέπουμε την πρώτη ήττα της καριέρας του, απόρροια του ότι άργησε να ρίξει κάτω τον αντίπαλο του. Βλέπουμε και το σπίτι του όπου τραμπουκίζει τη γυναίκα του, πως τον αντιλαμβάνεται ο κοινωνικός περίγυρος κι ότι ο μοναδικός με τον οποίον μιλάει είναι ο αδελφός του (Joe Pesci). Το σημείο καμπής θα προκύψει όταν αυτός του γνωρίσει τη μελλοντική του γυναίκα Vickie (Cathy Moriarty) η οποία θα είναι και η αφορμή να ξεδιπλωθούν όλες οι σεξουαλικές του ανασφάλειες, ο εύθραυστος αντρισμός του και η κακοποιητική του συμπεριφορά. Στις περίπου δύο ώρες της ταινίας θα φτάσει από την απόλυτη καταξίωση στον απόλυτο εξευτελισμό και την κοινωνική απομόνωση αλλά η σταθερά είναι η αμετακίνητη συμπεριφορά του. Είναι ένας ταύρος που βλέπει κόκκινο με κάθε αφορμή και όλη του η ζωή είναι το υαλοπωλείο.

Το ρινγκ είναι η παρακαταθήκη του Jake. Ένας άνθρωπος που στην υπόλοιπη ζωή του είναι σκληρός, εμμονικός στο βαθμό της ιδεοληψίας και βίαιος (ψυχολογικά και σωματικά) σχεδόν με όποιον άλλον άνθρωπο συναντήσει, στο περιθώριο των τεσσάρων σκοινιών μεταμορφώνεται σε λαϊκό ήρωα και κάθε αγώνας ένα μικρό έπος, με τις απότομες κινήσεις της κάμερας, το φρενήρες μοντάζ και τα κοντινά πλάνα να έχουν την τιμητική τους. Παράλληλα, κάθε μάχη αντικατοπτρίζει και την ψυχολογική κατάσταση που βρισκόταν ο LaMotta κατά τη διάρκεια της. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, αποτελεί μια ήττα από τη νέμεση του Jake, τον Sugar Ray Robinson . Η ήττα έρχεται στα σημεία παρόλο που ο Jake έχει ρίξει κάτω δύο φορές τον Ray, συνεπώς ο Scorsese ήθελε να αναπαραστήσει ένα καζάνι της κολάσεως για τη συγκεκριμένη μάχη. Γύρω από το ring υπάρχουν καπνοί, το πλάνο θολώνει εντελώς σε στιγμές και οι χαρακτήρες βρίσκονται πολύ συχνά εκτός κάδρου. Ο ήχος είναι εξίσου σημαντικός με σπασμένο γυαλί να χρησιμοποιείται για τις λυχνίες των φωτογράφων, παραμορφωμένους ήχους ζώων, σιωπή που απότομα επιστρέφει στον καταιγισμό ήχων και πλάνων. Ήδη από τους τίτλους αρχής με τον Jake να παλεύει σε slow motion μόνος του και το Intermezzo της Cavalliera Rusticana (το οποίο επανέρχεται στους αγώνες), τίθεται η οπερετική διάσταση της εσωτερικής του πάλης.

Οι σκηνές της καθημερινότητας αντιπαραβάλλονται σκηνοθετικά με αυτές των αγώνων. Χρησιμοποιούνται γενικά και μεσαία πλάνα κυρίως, με επιλεγμένα πολύ κοντινά σε slow motion σε στιγμές που ο Jake παρακολουθεί τη Vickie κοντά σε άλλους άντρες, ελάχιστη χρήση μουσικής, συνολικά μια μέγιστη οικονομία. Αυτή η οικονομία επιτρέπει σε ένα απλό αργό pan να προοικονομήσει την επόμενη έκρηξη του Jake και ένα πιο απότομο κατ να δώσει άμεση ένταση σε κάποια σκηνή. Το ένα από τα δύο Όσκαρ της ταινίας ήταν για το μοντάζ της ταινίας από τη Thelma Schoonmaker αλλά η ίδια παραδέχεται πως ήταν μέγιστα κατευθυνόμενο από τον Scorsese. Κερασάκι στην οπτικοακουαστική τούρτα που είναι η ταινία αποτελεί η χρήση του ασπρόμαυρου, το οποίο μπορεί να προέκυψε από μια παρατήρηση του τεράστιου Michael Powell (συζύγου της Schoonmaker) σχετικά με το χρώμα τον γαντιών πυγμαχίας της εποχής στην οποία διαδραματίζεται η ταινία αλλά τελικά ενισχύει την τραγικότητα της και σίγουρα βοήθησε τον Scorsese να αποφύγει το X Rating δεδομένης της ακραίας αιματοχυσίας που υπάρχει στους αγώνες.

Υποψήφιες για Όσκαρ ήταν και οι ερμηνείες των De Niro, του Pesci και της Moriarty, με τον De Niro δικαίως να το κερδίζει. Κατά τα λεγόμενα του ίδιου του LaMotta, ο De Niro τον ρώτησε τα πάντα ώστε ο ρόλος να έχει τη μέγιστη αυθεντικότητα αλλά και ότι μετά την εκπαίδευση που του έκανε, ήταν σίγουρος πως ο ηθοποιός θα μπορούσε να παλέψει επαγγελματικά. Από την γένεση της ταινίας μέχρι και την σωματική μεταμόρφωση του από τον γυμνασμένο πυγμάχο Jake στον παχύ συνταξιούχο Jake η αφοσίωση του De Niro στο ρόλο θα μπορούσε να συγκριθεί μόνο με την αυτοκαταστροφική εμμονή του ίδιου του χαρακτήρα.

Ο Jake LaMotta βέβαια στη βάση του δεν είναι κάποια ξεχωριστή περίπτωση. Προϊόν της κοινωνίας του είναι, μιας πατριαρχικής κοινωνίας στην οποία συμπεριφορές σαν του Jake ελαφρώς πιο υποτονισμένες είναι η κανονικότητα. Ο αδελφός του, εξίσου σεξιστής και ρατσιστής είναι κι εξίσου βίαιος θα γίνει σε μια σκηνή που υπερασπίζεται την τιμή του Jake. Η ταινία, βέβαια, ξεκινάει στη μεταπολεμική περίοδο όταν ένας άνθρωπος με ψυχολογικά προβλήματα θα τα έθαβε με κάθε τρόπο για να μην τον κλείσουν στο ψυχιατρείο και το οι «άντρες δεν κλαίνε» ήταν νόμος. Παρόλα αυτά ο Jake θα κλάψει γοερά σε δύο σκηνές, η μία όταν αναγκάζεται να «ρίξει» έναν αγώνα και η άλλη όταν βρίσκεται τελικά στη φυλακή. Στην πρώτη περίπτωση όταν η κοινωνία τον έχει χρησιμοποιήσει και ξεφτιλίσει και στη δεύτερη όταν προσπαθεί να του δώσει ένα μάθημα, το οποίο όμως δε γίνεται πραγματικά να τον βοηθήσει.

Στη φιλμογραφία του Scorsese ξεχωρίζουν οι ταινίες που βασίζονται σε αληθινές ιστορίες. Από το "Goodfellas" και το "Casino", μέχρι το "The Wolf Of Wall Street" και το "The Irishman". Είναι η προσήλωση του στις πραγματικές λεπτομέρειες αυτών των ιστοριών μέσα από την έρευνα που το πετυχαίνουν αυτό αλλά περισσότερο η σκηνοθετική μαεστρία του. Εδώ έχουμε την πρώτη και καλύτερη του και δεν είναι τυχαίο. Η καλύτερη τέχνη είναι πάντα η προσωπική και η ταύτιση που τελικά βρήκε στην ιστορία του LaMotta, του έσωσε την καριέρα και, πολύ σημαντικότερα, την ίδια του τη ζωή.

Τελευταία