Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑThis is dread man. Truly dread: 30 χρόνια Predator 2

This is dread man. Truly dread: 30 χρόνια Predator 2

Σε έναν κόσμο βαθιάς ρετρολαγνείας, τα σίκουελ/reboot παλιών επιτυχημένων συνταγών δείχνουν να βρίσκονται σε πλήρη έξαρση. Ο όρος franchise έχει καθιερωθεί πια για τις μεγάλες στουντιακές παραγωγές και φαίνεται να υπάρχει ένας σχεδόν ρομποτικός τρόπος παραγωγής του σινεμά. Τα σίκουελ, οι συνέχειες των ταινιών που έσπαγαν τα ταμεία δεν είναι ούτε κάτι νέο, ούτε κάποιο σημείο των καιρών. Η Αμερικανική παραγωγή κυρίως κατάλαβε από πολύ νωρίς τη διάθεση για πιο πολλές, πιο μεγάλες, πιο γρήγορες ταινίες είτε το δικαιολογεί η ιστορία είτε όχι.



Έχοντας αυτό κατά νου και κοιτώντας τον κινηματογραφικό χάρτη, μοιραία οδηγούμαστε προς τις ταινίες δράσης και τρόμου της δεκαετίας του ‘80. Η Αμερική, βγαλμένη από τη ντροπή του πολέμου στο Βιετνάμ, γνώρισε μια κινηματογραφική έξαρση κατά τη δεκαετία του ‘70, αλλά προχώρησε σε μια ματιά βαθιάς αυτοϊκανοποίησης, δημιουργώντας χαρακτήρες που το ατσάλινο και αλύγιστο προφίλ τους θα δημιουργούσε μια σαφέστατη κραυγή για επιστροφή στον ηρωισμό και την προστασία του κόσμου. Παράλληλα όμως, ήρθε δειλά-δειλά κι ένας τρόπον τινά αυτοσαρκασμός επάνω στο μοτίβο του “one-man army”, όπου, χωρίς να μιλάμε για παρωδία έχουμε φιλμ σαν το Commando, ή και λιγότερο σκόπιμα αυτοσαρκαστικά το Rambo II (σκιά της πρωτότυπης, εξαιρετικής αντιπολεμικής ταινίας). Μια ταινία που δε συναντάμε συχνά -αδίκως- σε τέτοιου είδους λίστες, είναι το Predator του John McTiernan. Και πάλι με πρωταγωνιστή τον Arnold Schwarzenegger, είναι ένα εξαιρετικό μείγμα δράσης, τρόμου, επιστημονικής φαντασίας και όλα αυτά με ένα φάλτσο μπραβάντο του πολύχρωμου και σαφέστατα αυτοσαρκαστικού καστ.

Το αστείο, κι εδώ δένουμε με τον πρόλογο, είναι ότι η επιτυχία αυτού του φιλμ, έδωσε στον McTiernan τα κλειδιά για μια ακόμη ταινιάρα, το Die Hard τον αμέσως επόμενο χρόνο, αλλά ταυτόχρονα είδε και τον Predator ως μια καλή ευκαιρία για αγνό, στουντιακό άρμεγμα. Κι εδώ υπάρχει η πραγματική διαφοροποίηση. Μπορείς να έχεις όλα τα εφόδια και να βγάλεις κάτι εντελώς κενό, ή μπορείς να κάνεις αυτό που έκανε πολύ έξυπνα το Predator 2 και να δώσεις ουσία στην ύπαρξη του σίκουελ.

Για αρχή, ο Arnold δε γύρισε ποτέ, αφενός γιατί δεν του άρεσε το σενάριο κι αφετέρου γιατί προτίμησε -ορθώς- ένα άλλο σίκουελ, το Terminator 2. Και γράφω “ορθώς”, γιατί σε αντίθεση με το Terminator, το Predator είναι άλλου είδους ταινία, δεν είναι ταινία-Schwarzenegger, όπου ο Arnie κλέβει την παράσταση από όλους. Το καστ του Predator διαμοιράζεται μαεστρικά το χρόνο του επί της οθόνης, συμπεριλαμβανομένου και του εξωγήινου. Κι αυτό ήταν το μεγαλύτερο στοίχημα της δεύτερης ταινίας, να δώσει χαρακτήρες με ενδιαφέρον στο κοινό. Και σε μεγάλο βαθμό, το κατάφερε άψογα.

Δεύτερον, είναι η αλλαγή του κλίματος. 'Αλλος σκηνοθέτης, λιγότερο ταλαντούχος από τον MacTiernan, ο Stephen Hopkins, δίνει περισσότερη βία και βωμολοχία από το πρώτο φιλμ, αλλά παράλληλα κρατάει το δικό του χαρακτήρα. Δέκα χρόνια μετά την πρώτη ταινία, μεταφερόμαστε από την καυτή και βαθιά κλειστοφοβική ζούγκλα του πρώτου, στο εμπόλεμο Λος 'Αντζελες του 1997. Αυτή η μετάβαση δεν άρεσε στον Αρνολντ, που θεώρησε ότι η ιστορία θα έπρεπε να συνεχιστεί και πάλι στη ζούγκλα. Όμως, εδώ τα αδέλφια Thomas, σεναριογράφοι και των δυο φιλμ, κάνουν το πρώτο σωστό βήμα για ένα σίκουελ. Αλλάζουν τη συνταγή, αλλά κρατάνε τη φόρμα. Βάζουν δηλαδή μέσα πολλά γνώριμα πράγματα από το πρώτο φιλμ, φτιάχνοντας όμως μια νέα ιστορία, ένα νέο κόσμο. Και μάλιστα, δίνουν λίγο περισσότερο υπόβαθρο στον κεντρικό χαρακτήρα, τον Κυνηγό μας. Γνωρίζοντας πια την όψη του πλάσματος, ο θεατής θέλει να δει περισσότερα πράγματα, αλλά όχι τα ίδια και κυρίως να κρατήσει το σασπένς, στοιχείο κομβικό για την επιτυχία μιας τέτοιας ταινίας. Ο Κυνηγός έχει ξεκάθαρο χαρακτήρα εδώ, διαφορετικό από εκείνον της πρώτης, έχει άλλο στυλ κυνηγιού, άλλα όπλα, άλλο λουκ και γενικότερα δίνεται η εντύπωση πως πρόκειται για μια ποικιλόμορφη φυλή που κυνηγάει από αρχαιοτάτων χρόνων κι όχι ένας απλός βαρετός τύπος με λαστιχένια στολή. Φυσικά, βοηθάει τα μέγιστα ότι επιστρέφει στο ρόλο ο εξαιρετικός Kevin Peter Hall, που με τις χορευτικά φιδίσιες κινήσεις του δίνει ρυθμό κι ενέργεια σε έναν αλλιώτικα βαρύ χαρακτήρα.



Με κάποιον όμως θα πρέπει να τα βάλει ο τροπαιολάτρης εξωγήινος. Και από τη στιγμή που δεν έχουμε Arnold και στο πρώτο φιλμ σκοτώθηκε το μισό μπρατσοφόρο σινεμά, κάτι πρέπει να γίνει για να πιάσει η συνταγή. Κι εδώ η κίνηση της παραγωγής φαίνεται ιδανική. Πηγαίνει σε συνταγή “Φονικό Όπλο”, αλλά προσπερνάει το Mel Gibson και πάει στον έτερο, Danny Glover, που φέρνει αυτή την κούραση του πολύπειρου μπάτσου στο χαρακτήρα του Mike Harrigan, δίνοντάς του όμως και τη νοοτροπία του αυθάδη - “John Wayne attitude” (όπως ακούγεται στην ταινία). Το αμοιβαίο παιχνίδι κυνηγού-κυνηγημένου σε κάνει να νιώθεις τη μονομαχία σε κάθε σημείο της. Από κοντά βρίσκεται και το υπόλοιπο καστ, ο κολλητός του Glover, Danny που υποδύεται ο μουσικός Ruben Blades, η Maria Conchita Alonso ως σκληροτράχηλη συνάδελφος των δυο, ο Bill Paxton ως νέος, αλαζόνας αστυνομικός που έρχεται με μετάθεση για να βοηθήσει στη δύσκολη ζώνη του μητροπολιτικού Λος Αντζελες. Δεσπόζει η φιγούρα του King Willie, Τζαμαϊκανού αρχιμαφιόζου που βρίσκεται σε διαμάχη με τους Κολομβιανούς για την πρωτοκαθεδρία στη διακίνηση ναρκωτικών (εξ’ ου η πολεμική ζώνη) και βέβαια ο Gary Busey. Ο εκπληκτικός Busey, κλέβει την παράσταση κι εδώ, ως Peter Keyes, αχώνευτος ξερόλας μυστικός πράκτορας της CIA, που έρχεται υποτίθεται για να βοηθήσει στον πόλεμο των ναρκωτικών, αλλά όλοι ξέρουμε ότι έχει μια κρυφή ατζέντα πίσω απ’ όλα.

Αν προσθέσουμε σε αυτό το θεσπέσιο μείγμα, την ατμόσφαιρα που θυμίζει πολύ έντονα το Robocop του Paul Verhoeven, το εκπληκτικό σάουντρακ του Alan Silvestri που συνεχίζει την εξαιρετική δουλειά που έκανε στο πρώτο φιλμ, τις χορτάτα αξιομνημόνευτες σκηνές δράσης (η σκηνή στον υπόγειο είναι από τις κορωνίδες ολόκληρης της σειράς ταινιών), αλλά και τα εξαιρετικά design στα εξωγήινα πλάσματα από τον αλάνθαστο Stan Winston που σκαρφίστηκε μαζί το κρου του, τότε καταλαβαίνουμε τι πραγματικά συμβαίνει όταν έχεις ένα καλό και προπάντων σωστό σίκουελ. Ο γέρος Predator, μαζί με τη συνοδεία του, (ο Peter Hall και οι παίκτες των Los Angeles Lakers κάτω από τα κοστούμια) που εμφανίζονται στο τέλος και χαρίζουν στον Harrigan ένα παλιό πιστόλι με το όνομα Raphael Adolini και τη χρονιά “1715”, κάτι που πιστοποιεί με ένα μόλις πλάνο την ύπαρξη της φυλής για αιώνες στον πλανήτη μας, ενώ παράλληλα η τροπαιοθήκη που όλως τυχαίως έχει ένα κρανίο Alien, άνοιξε το δρόμο για μια από τις πιο ιδιαίτερες ενώσεις στην ιστορία του σινεμά, θυμίζοντας εκείνες τις παλιές, καλές διασταυρώσεις κινηματογραφικών τεράτων. Κατά την κυκλοφορία του, το Predator 2 δεν έδρεψε δάφνες ποιότητας, ενώ η απουσία Schwarzenegger ήταν αρκετή για πολλούς ώστε να την απορρίψουν. Ωστόσο, ο χρόνος την παγίωσε ως ένα σίκουελ που δε φοβάται να πάρει ρίσκα, ούτε θέλει να παραμείνει στη σκιά του μεγάλου του αδερφού.

Τελευταία