Mank

Θα ξεκινήσω αυτή την κριτική με ένα disclaimer. Σε μια ταινία μυθοπλασίας δεν με ενδιαφέρει καθόλου άμα μεταδίδει με πιστότητα τα πραγματικά γεγονότα. Με ενδιαφέρει να διηγηθεί μια καλή ιστορία και όπως με κάθε ταινία αν πετυχαίνει ο δημιουργός να πει αυτό που θέλει. Ακόμα και στα ντοκιμαντέρ ο σκηνοθέτης διαλέγει μια οπτική και υπάρχει σενάριο κι εκεί κάτι θα λείπει, μια πλευρά θα μείνει σκοτεινή. Αλλωστε ζούμε στην εποχή της πληροφορίας στην άκρη των δαχτύλων μας οπότε κάθε άνθρωπος μπορεί πολύ εύκολα να μάθει την αλήθεια και ήδη έχουν γίνει άπειρα βιντεάκια στο YouTube με αφορμή το Mank που υπερασπίζονται τον Welles. Αφού το βγάλαμε αυτό από τη μέση πάμε να δούμε τι έφτιαξε ο διαβόητος υιός Fincher σ’ αυτό το φόρο τιμής στον πατέρα Fincher.

Καταρχάς άμα πατήσουμε και στη σκηνοθετική προσέγγιση και στο σενάριο, έχουμε ένα μοντέρνο σινεμά, σίγουρα εκμεταλλευόμενο όλες τις εξελίξεις της τεχνολογίας και της σεναριογραφίας. Παρόλα αυτά αναμφισβήτητα πατάνε τα μέγιστα και πάνω στο Citizen Kane.

Σεναριακά έχουμε την επεισοδιακή δομή του Πολίτη Κέιν με μη γραμμική αφήγηση, πηδήματα μπρος και πίσω στο χρόνο. Ο David δε φροντίζει να εισάγει κάθε επεισόδιο με ένα τίτλο που είναι ακριβώς όπως σε ένα σενάριο (INT. – ROOM – DAY), μια πολύ έξυπνη κίνηση που εκτός από το να μας κατατοπίζει για το που πάμε δίνει αμέσως και στην ταινία τη διάσταση του τεχνουργήματος, του κατασκευάσματος, του ψεύτικου, σπάζοντας ελαφρώς τον τέταρτο τοίχο. Περισσότερα γι’ αυτό αργότερα. Το σενάριο λοιπόν είναι απίστευτα δουλεμένο και δεν εκπλήσσομαι. Ο Jack Fincher ήταν ένας δημοσιογράφος με μόνο credit του στο IMDB αυτή την ταινία. Ήταν ένας δημοσιογράφος που γοητεύτηκε από την περσόνα ενός άλλου δημοσιογράφου(συγκεκριμένα δραματικού κριτικού) ο οποίος έγραψε τη βάση για μια απ’ τις μεγαλύτερες και πιο αμφιλεγόμενες ταινίες όταν βγήκε. Ήταν δε βασισμένη με συγγραφικές ελευθερίες σε ένα πραγματικό πρόσωπο. Ήδη ξεκινάνε οι παραλληλισμοί. Όπως ο ίδιος ο Mank έτσι πιστεύω ότι κι ο Jack έβαλε πολύ κόπο και ψυχή στο σενάριο. Ω του θαύματος και αυτή η ταινία είναι ήδη αμφιλεγόμενη και πολύ πολύ μεγάλη ποικιλοτρόπως. Η μαγεία της ζωής και της τέχνης.

Σχετικά με αυτό καθαυτό το σενάριο τα όποια δυνατά σημεία του και τις αδυναμίες του όπως προείπα είναι πολύ δουλεμένο. Υπερβολικά δουλεμένο και έξυπνο για το καλό της ίδιας της ταινίας στο ευρύ κοινό. Οι χαρακτήρες μιλάνε σε ρυθμό πολυβόλου, είναι γεμάτο συνυποδηλωτικές ατάκες, έξυπνα και εξυπνακίστικα με τον καλύτερο τρόπο σχόλια, άπειρες αναφορές στην εποχή που ελάχιστοι θα καταλάβουν πλήρως, πιο ευρείες αναφορές σχετικά με την κοινωνικοπολιτική κατάσταση, το πώς ήταν τα στούντιο, τότε, άπειρες λογοτεχνικές αναφορές που χρησιμοποιούνται συμβολικά και φυσικά τις ίδιες τις αναφορές στο Citizen Kane. Δηλαδή με ένα τρόπο λειτουργεί σαν ένα Citizen Kane με στεροειδή. Σίγουρα οι σινεφίλ και οι φαν του Fincher θα το λατρέψουν γιατί είναι μαθημένοι και έτοιμοι αλλά στο ευρύ κοινό είναι απόλυτα λογικό να είναι δύσκολο. Σου ζητάει να είσαι συνέχεια σε εγρήγορση και να πιάνεις όλα τα επίπεδα της γραφής αλλά και επιβάλει να προλαβαίνεις το ρυθμό του.

Πάντως σε κάθε περίπτωση είναι προς τιμήν του David ότι κρατάει το σενάριο του Jack χωρίς το παραμικρό rewrite και αποτίνει επιτέλους αυτόν τον φόρο τιμής στον πατέρα του με ένα σενάριο που είχε στο ντουλάπι χρόνια και ήθελε να φτιάξει. Αν αναρωτιέστε δε πως είναι δυνατόν ο τελειομανής Fincher να κρατήθηκε και να μην πείραξε το σενάριο ο λόγος είναι απλό. Παρόλη την εικόνα του δικτάτορα που σκοτώνει τους ηθοποιούς του στο γύρισμα απ’ τις πολλαπλές λήψεις (ειδικά εδώ μάθαμε ότι το παράκανε) ο David Fincher είναι μια ευαίσθητη καλή ψυχή.

Αυτό φαίνεται και απ’ τις κοινωνικές ανησυχίες που έχει σε κάθε ταινία αλλά είναι πασιφανές άμα δει κανείς και συνεντεύξεις του. Μπορεί να μας θεωρεί όλους perverts αλλά μας αγαπάει και μας συμπονάει διότι είναι κι αυτός ένας από μας κι αναγνωρίζει αυτή του την πλευρά και την εκφράζει με πλήρη έλεγχο. Αφήστε δε ότι εδώ ξαναεμφανίζεται η μαγεία της ζωής και της τέχνης με το απαράλλακτο σενάριο της ταινίας να παραλληλίζεται και με το πρώτο draft του Citizen Kane (ονόματι American) το οποίο είναι και το μοναδικό που εμφανίζεται στην ταινία με τις 200 και σελίδες του. Δεν είναι και μεγάλο λογικό άλμα να σκεφτούμε ότι ο Welles της ταινίας έκανε τα rewrites του όπως ο πραγματικός.

Πάμε στο ζουμί της κάθε ταινίας του Fincher όμως όπου εδώ πολύ σωστά παίρνει δεύτερη θέση, τη σκηνοθεσία. Από τους τίτλους ήδη βλέπουμε τον Welles να πατάει στο παλιό σινεμά με τους τίτλους να εμφανίζονται με φόντο έναν ουρανό με στυλιζαρισμένη γραμματοσειρά, τυπικοί τίτλοι για μια ταινία του παλιού Hollywood, κάτι που συμπτωματικά είδα πρόσφατα και στο The Day The World Ended του Roger Corman. Από κει και πέρα έχουμε την πιο συγκρατημένη του σκηνοθεσία. Δεν υπάρχουν τα νευρικά κοντινά του Fight Club, η απίστευτα προηγμένη για την εποχή τεχνολογία του Benjamin Button ή το εξίσου προχωρημένο και αδύνατο με άλλα μέσα πλάνο του Panic Room. Υπάρχει μια οικονομημένη εναλλαγή πλάνων, αναμενόμενη από αρκετές ταινίες κι ακόμα και η σκηνοθεσία μονοπλάνου σε βάθος χώρου από το Citizen Kane γίνεται με λιγότερο εμφανή τρόπο.

Ταυτόχρονα όμως είναι και πιο εμφανής από ποτέ ο Fincher γιατί πατάει στον Citizen Kane και τις ταινίες του ’40 εν γένει. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η σκηνή του μεθυσιού στη βραδιά της εκλογικής αναμέτρησης, όταν τη δείτε θα καταλάβατε. Έτσι ο Fincher και με τη χρήση του ασπρόμαυρου ξεφεύγει για πρώτη φορά από τις όποιες μανιέρες του. Η χρήση του ψηφιακού χωρίς κόκκο από την άλλη πλευρά, πέραν των δύο τελευταίων πολύ σημαντικών σκηνών δείχνει για άλλη μια φορά την αίσθηση του κατασκευάσματος, του τεχνουργήματος που ο μεγαλύτερος μάστορας των καρέ παραλληλίζει θεματικά με το κείμενο του πατέρα του. Ακόμα και καψίματα τσιγάρου για αλλαγή μπομπίνας στο ψηφιακό έβαλε να μας θυμίσει το Fight Club και την εποχή, περισσότερα γι’ αυτά παρακάτω. Μια ειδική μνεία σε αυτό το σημείο στους Trent Reznor και Atticus Ross, συνήθεις υπόπτους στα soundtrack του Fincher οι οποίοι με τη σειρά τους πατάνε πάνω στη μουσική του Citizen Kane αλλά για τα προσεχτικά αυτιά κρατάνε και κάποιες απ’ τις σφραγίδες τους. Για την υποκριτική δεν θα πω τίποτα, παρά μόνο ότι όπως πάντα ο δικτάτορας κατασκευαστής των ερμηνειών στο μοντάζ Fincher φέρνει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Η ουσία της ταινίας ποια είναι όμως; Σε ποιον αναφέρεται και ποιον θα αγγίξει; Εμένα, τουλάχιστον βρήκε έναν. Ο Mank είναι ένας πολύ ευαίσθητος σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο, πολύ έξυπνος, ταλαντούχος αλλά και βασανισμένος άνθρωπος λόγω των εθισμών του. Το βασικότερο του χαρακτηριστικό ότι λέει πάντα αυτό που έχει στο μυαλό του. Πείτε το στους φίλους μου και ίσως τους θυμίσει κάποιον. Σαν ο πιο έξυπνος άνθρωπος πάντα στο δωμάτιο όπως λέει ο ίδιος σε μια σκηνή έχει πλήρη συναίσθηση της κατάστασης του. Είναι και ο αγαπημένος εξυπνάκιας της νέμεσης του, του William Randolph Hearst στον οποίον και βάσισε τον KaneΌταν στη σκηνή ανθολογίας της ταινίας, αποκαλύπτεται η σκοπιμότητα του Mank στον κύκλο του μεγιστάνα, αυτός της μαϊμούς που χορεύει, ο σοσιαλιστής Mank παίρνει το τελικό μήνυμα. Να αντεπιτεθεί και να γράψει επιτέλους γι' αυτό που ξέρει, αυτό που έμαθε απ' αυτή την ελίτ.

Η προτεραιότητα του Mank είναι η κοινωνική δικαιοσύνη. Κι αυτό αναγνωρίζεται απ' την αγάπη όλων των απλών ανθρώπων γύρω του. Της Γερμανίδας φροντιστή του της οποίας και έφερε όλο το χωριό από τη Γερμανία. Της δεύτερης βοηθού του στην προσπάθεια του να γράψει το σενάριο, της στενογράφου του. Του αδελφού του που απέχουν πάρα πολύ σαν άνθρωποι και της γυναίκας του κολλητού του ο οποίος περνάει τη μεγαλύτερη κρίση της ζωής του. Ακόμα και της ίδιας του της γυναίκας, την οποία συγκαταβατικά ονομάζει σε όλους Poor Sara, η οποία τον νταντεύει μια ζωή σχεδόν πλέον και όπως λέει η ίδια έχει επενδύσει τόσα που πλέον δεν φεύγει για να δει που θα καταλήξει. Περισσότερο απ’ όλους όμως στην κατά πολύ νεότερη και των δύο σύζυγο του Hearst, η οποία είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται πιο κοντά του από όλους και σε οξυδέρκεια και σε ευαισθησία αλλά και ως γερό ποτήρι, είναι ο δεύτερος εξυπνότερος άνθρωπος στο δωμάτιο. Στην σημαντικότερη σκηνή που μένουν μόνοι τους και την παραλληλίζει με τη Δουλτσινέα του Θερβάντες, εκεί που αρχίζουν να τρέχουν τα δάκρυα συγκίνησης στο πρόσωπο μου, πετάει κι ο μεγάλος Fincher το πρώτο κάψιμο του τσιγάρου και σκάει κι ένα σπασμωδικό γελάκι.

Έτσι το Mank καταλήγει να είναι ένα πορτραίτο ενός προβληματικού ανθρώπου μέσα από την οπτική των γύρω του, τον οποίον όμως όλοι έχουν πολύ ψηλά με τον ένα ή τον άλλον τρόπο. Εκτός κι απ’ τον Louis B. Mayer, τον έτερο κολοσσιαίο υποκριτή της ταινίαςΈχουμε την μεγαλύτερη αντίθεση με τον Charles Foster Kane ο οποίος έχει ένα αντίστοιχο πορτραίτο και παρά τα όποια θετικά του, κανείς δεν τον ήξερε πραγματικά και όλοι προσπαθούν να μάθουν τον πραγματικό καημό του, ο οποίος χάνεται στις φλόγες.

Κάθε μεγάλο έργο τέχνης είναι βαθιά προσωπικό και κάθε τέχνη είναι πολιτική αλλιώς δεν είναι τέχνη. Στις ματιές που έριξα σε επιγραμματικές κριτικές στο Rotten Tomatoes αλλά και στο Letterboxd είδα θαυμαστή της ταινίας να την παραλληλίζει με την φετινή εκλογική αναμέτρηση των ΗΠΑ και πολέμιο με την πολιτική του Ομπάμα. Ακούστε παιδάκια μου, είναι απλά το κισμέτ αυτής της ταινίας ότι φτιάχτηκε αυτή τη στιγμή. Το σενάριο αυτό θα ήταν κι αν ο David την είχε κάνει μετά το The Game. Φυσικά παραλληλίζεται και η κατάσταση των στούντιο που παρουσιάζει με την κατάσταση τους τώρα. Κλείνοντας, να δώσω κι εγώ τον προσωπικό μου παραλληλισμό και τι μου θύμισε, δηλαδή το Ed Wood του Tim Burton. Αλλον ένα βιογραφικό ασπρόμαυρο φόρο τιμής στον χειρότερο όμως σκηνοθέτη της οποίας η μεγαλύτερη συγγραφική ελευθερία είναι ότι εμφανίζεται ο ίδιος ο Orson Welles στην πιο κομβική για τον Ed σκηνή. Πόσες μαγείες της ζωής και της τέχνης φτάσαμε;

Rating:

Χώρα: ΗΠΑ
Έτος: 2020
Χρώμα: Έγχρωμο
Σκηνοθεσία:
David Fincher
Πρωταγωνιστούν:  Gary Oldman, Amanda Seyfried, Charles Dance
Διάρκεια: 131 minutes

Τελευταία