Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΕις μνήμην Kim Ki-Duk, μια προσωπική ρετροσπεκτίβα

Εις μνήμην Kim Ki-Duk, μια προσωπική ρετροσπεκτίβα

Χρόνια πριν, σε κάποια δημοσιογραφική προβολή στο Village της Νερατζιώτισσας, με έναν συνάδελφο είχαμε βαλθεί να μετρήσουμε πόσοι είναι οι σύγχρονοι παγκόσμιοι auteurs εκτός Αμερικής που να διατηρούν ένα ολότελα προσωπικό στυλ σκηνοθεσίας. Εν αιθρία, με ύφος «πως είναι δυνατόν να τον ξεχάσαμε;», αναφέραμε τον Kim Ki-Duk, αλλά προτού προλάβουμε να επεκταθούμε, τα φώτα έσβησαν και η προβολή ξεκίνησε. Αυτή είναι η πρώτη ανάμνηση που μου έρχεται κατά νου όταν σκέφτομαι τον Κορεάτη, πλέον εκλιπόντα σκηνοθέτη.

Πρώτη φορά ήρθα σε επαφή με το έργο του πίσω στο 2003-2004, όταν όλος ο σινεφίλ πλανήτης παραμιλούσε για το «Ανοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας… Και Ανοιξη». Το διπλό DVD του περιοδικού Σινεμά που περιελάμβανε αυτό και το «Κορίτσι Με Το Αγγελικό Πρόσωπο» ήρθε στη συλλογή μου αλλά ήταν νωρίς ακόμα για να εκτιμήσω το αργό στυλ σκηνοθεσίας του και την προσωπική του ματιά στην αδιέξοδη κοινωνία του σήμερα. Ωστόσο τα χρόνια πέρασαν και μεγάλο μέρος της φιλμογραφίας του κατέληξε να αποτελεί πνευματικό τοπίο σχεδόν θρησκευτικής λατρείας μέσα στο κεφάλι μου, όταν πλέον μπορούσα να αφοσιωθώ στο διαφορετικό. Και τι βρήκα; Έναν σκηνοθέτη ο οποίος δεν κρύβει λόγια στη βία και την ασχήμια, αλλά δεν αρνείται την ομορφιά και τη μελαγχολία. Μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που απασχολεί τον κόσμο με τις ταινίες αλλά και με τις πράξεις του. Έναν σκηνοθέτη που καλλιτεχνικά τον λάτρεψα αλλά η ανθρώπινη μεριά του μου δημιουργεί απορίες.

Από το ντεμπούτο του με τον «Κροκόδειλο» το 1996, ο Kim έδειξε πως δεν τον αφορά κανένα χρύσωμα χαπιού. Η ιστορία του σκληρού, μισογύνη άστεγου ανθρώπου που προσπαθεί να επιβιώσει και να ανοιχτεί στα αισθήματά του χωρίς να κατέχει τους κώδικες για να το κάνει, σόκαρε με την ωμότητά της και την έλλειψη κάθαρσής της. Ωστόσο μέσα στον σκληρό ρεαλισμό του, δε δίστασε να εντάξει και ψήγματα μιας ποιητικής ονειρικής και υδάτινα αιθέριας, δείχνοντας τη σύγκρουση των δύο στοιχείων της φιλμογραφίας του.

Η αναγνώριση όμως θα ερχόταν τέσσερα χρόνια μετά, με το «Νησί» του 2000, μια ταινία που έκανε τον κόσμο να παραμιλά για τη σκληρότητά της. Είχαν προηγηθεί άλλες δύο ταινίες, το «Wild Animals» και το «Birdcage Inn» (να σημειωθεί πως δε θα αναφερθούμε στο σύνολο της φιλμογραφίας του αλλά σε σταθμούς της), όμως εδώ ήταν που ο κόσμος έμαθε τι πραγματικά είναι το σινεμά του Kim Ki-Duk. Η ιστορία της αμίλητης πρωταγωνίστριας που νοικιάζει πλωτές καμπίνες σε μια ακτή και ερωτεύεται έναν φυγά του νόμου που αναζητά καταφύγιο εκεί, απασχόλησε το φιλοθεάμον κοινό με την γκροτέσκα ματιά πάνω στο θέμα της σεξουαλικότητας και της ανάγκης για ανθρώπινη επαφή σε καιρούς ασύδοτης υπερβολής. Η συγκεκριμένη ταινία περιλαμβάνει και μια διαβόητη σκηνή με ένα ψάρι η οποία οδήγησε μεγάλο μέρος του κοινού προς την έξοδο του κινηματογράφου λόγω της φρικαλεότητάς της.

Τα ζητήματα της ανθρώπινης επαφής και της σεξουαλικότητας συνεχίζονται στο «Bad Guy» του 2001, στο οποίο ένας βωβός, σχεδόν πρωτόγονος μπράβος ενός πορνείου αποκτά συναισθήματα για μια κοπέλα η οποία απήχθη και κατέληξε να δουλεύει χωρίς συναίνεση σε έναν οίκο ανοχής. Στη σκληρή, υποκοσμική κοινωνία της ταινίας του, ο σκηνοθέτης συνοψίζει με ιδιαίτερο τρόπο τόσο τη βία της εποχής όσο και την ύπαρξη των στερεοτύπων, όπου η τρυφερότητα μπορεί να μεταφραστεί μόνο ως εκμετάλλευση. Βέβαια είναι τέτοιος ο τρόπος που τα παρουσιάζει που πολλά ερωτηματικά εγείρονται σε σχέση με το αν μέρος της μειωτικής αντιμετώπισης των γυναικών στις ταινίες του οφείλονται σε έναν βαθιά ριζωμένο μισογυνισμό σε προσωπικό επίπεδο ή αποτελούν απλά σκληρές απεικονίσεις μιας κοινωνίας που σε καμία εκτίμηση δε δείχνει να έχει τις γυναίκες. Ωστόσο το Bad Guy δείχνει να ξεπερνά προσωρινά αυτά τα ερωτηματικά, δείχνοντας συμπόνια για τους πρωταγωνιστές του, έστω κι αν η λύση που τους προσφέρει δεν τους κάνει να αποδρούν από τον κόσμο που έχουν συνηθίσει. Τους αφήνει, ωστόσο, να παίξουν με δικούς τους όρους και συναινετικά, ένα σκληρό παραμύθι που δε στερείται ανθρωπιάς.

Από το 2003, ξαφνικά ο σκηνοθέτης αφήνει το σοκ για να περάσει σε ένα εσωτερικό και ολότελα ανθρώπινο στυλ κινηματογραφικής γραφής. Ξεκινώντας με το «Ανοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας… Και Ανοιξη», εξετάζει με απόλυτα βουδιστικό τρόπο τον κύκλο της ζωής και της μεταμέλειας, της αρμονίας μεταξύ του ανθρώπου και του κόσμου που τον περιβάλλει. Μια ωδή στο να είσαι άνθρωπος μέσα από ένα αργό αλλά διαυγές πορτραίτο ενός ανθρώπου που γνώρισε τον εαυτό του για να γνωρίσει τον κόσμο και τη (θρησκευτική) πλήρωση, που η ομορφιά προκύπτει μέσω της ίδιας της ζωής και της συνειδητοποίησης των Αληθειών που τη διέπουν. Είναι τόσο διαφορετική ως ταινία με ό, τι έχει προηγηθεί που δυσκολεύομαι να πιστέψω πως όποιος την είδε πρώτη δεν ήρθε προ δυσάρεστων εκπλήξεων όταν είδε κάποια από τις προηγούμενες.

Πέρα από το ανθρώπινο πρόσωπο του τέλους της αθωότητας όπως αυτό σπαραξικάρδια απεικονίστηκε στο «Κορίτσι Με Το Αγγελικό Πρόσωπο», ο Kim δε δίστασε να εξερευνήσει τη ρομαντική του πλευρά με μια εντελώς διαφορετική ταινία όπως το «3-Iron», ένα σιωπηλό πορτραίτο που καταδεικνύει για μια ακόμα φορά τα αυτονόητα: την ανάγκη της συνύπαρξης και της κατανόησης, της ζεστασιάς και της αγάπης σε καιρούς που η βία και η ψυχρότητα έχουν επικρατήσει και οι προκαταλήψεις καλά κρατούν. Ένα ευαίσθητο πορτραίτο μιας απρόσμενης σχέσης που ραγίζει την καρδιά με την ειλικρίνειά της.

Μετά το σχόλιο περί της ταυτότητας του «Time» που σε κάποιους ενδέχεται να θυμήσει «Το Πρόσωπο Ενός Αλλου» του Hiroshi Teshigahara, δε δίστασε να κινηθεί και σε ονειρικά πλαίσια μέσω του «Dream» του 2008, στο οποίο όνειρα και πραγματικότητα συνέρχονται εις σάρκα μία και δημιουργούν ένα σχεδόν υπερρεαλιστικό φιλμικό κείμενο που δημιουργεί μια ελευθεριακή πλοκή ανοιχτή σε νοήματα. Κάποια γεγονότα στα γυρίσματα της ταινίας ωστόσο, τον τραυματίζουν και τον οδηγούν σε μια προσωπική κρίση από την οποία δε θα βγει αλώβητος. Το «Arirang» του 2011 αποτελεί μια καταγραφή αυτών των γεγονότων και μια απόπειρα του να βρει μια προσωπική κάθαρση, έστω κι αν αυτή η οπτική ενδεχομένως κρύβει μια εντελώς προσωπική ματιά.

Και ξαφνικά ο Kim Ki-Duk γυρνά στα παλιά του μοτίβα. Στην ποιητική της βίας και της φρίκης, στην απόγνωση και στην έλλειψη αγάπης σε έναν κόσμο ψυχρό. Η βραβευμένη στο Φεστιβάλ Βερολίνου «Pieta» σφίγγει το στομάχι όσο λίγες ταινίες με την ακρότητα των σεκάνς της. Μια ιστορία μοναξιάς και εγκατάλειψης που δημιουργεί βίαια κενά σε έναν μπράβο ενός τοκογλύφου ο οποίος ξεσπά στα θύματά του σαν να ξεσπά στον ίδιο του τον εαυτό, μέχρι να τον επισκεφθεί μετά από χρόνια μια γυναίκα που ισχυρίζεται πως είναι η μητέρα του. Μερικές από τις πιο μισάνθρωπες και σοκαριστικές βινιέτες της φιλμογραφίας του βρίσκονται εδώ, με συχνά αιμομικτικής φύσης απολήξεις και τις απορίες του παρελθόντος να επανέρχονται σχετικά με τις θεωρήσεις του επί του γυναικείου φύλου, ένα φιλμ που παρά τη σκληρότητά του και κάποια ενδεχομένως προβληματικά στιγμιότυπα παραμένει ένα δύσμορφο διαμάντι.

Το Moebius του 2013 είναι η στιγμή που άρχισαν να εγείρονται πολλά ερωτήματα σχετικά με το ποιόν του. Σε μια σχεδόν βωβή ταινία 90 λεπτών, μέσα από πραγματικά γκροτέσκες, μισάνθρωπες εικόνες, εγείρει πληθώρα ερωτημάτων σχετικά με τους φροϋδικούς εφιάλτες, την ύπαρξη του παραλόγου στις ζωές μας και τη βουδιστική θεώρηση του θανάτου των επιθυμιών προκειμένου να καταλήξει ο άνθρωπος στην κάθαρση. Στα γυρίσματα της συγκεκριμένης ταινίας, ωστόσο, ο Kim κακοποίησε σωματικά την πρωταγωνίστρια όταν αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις του, κάτι το οποίο τραυμάτισε αρκετούς από τους φίλους των ταινιών του, ενώ κατηγορίες για απόπειρα σεξουαλικής επίθεσης του αποδόθηκαν επίσης. Το δικαστήριο τον έκρινε αθώο λόγω έλλειψης στοιχείων, αλλά ήταν πραγματικά; Δεν ξέρουμε και ενδεχομένως δε θα μάθουμε ποτέ.

Και φτάνουμε στο 2016 όταν «Το Δίχτυ» κυκλοφορεί. Το ζήτημα των πολιτικών συγκρούσεων μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας ήταν κάτι με το οποίο είχε καταπιαστεί και στο παρελθόν (στο «Poongsan» του 2011 το οποίο όμως δε σκηνοθέτησε αλλά έγραψε το σενάριο) αλλά εδώ φέρνει με ειλικρίνεια στο προσκήνιο ένα ζήτημα της χώρας του το οποίο λίγο τον είχε απασχολήσει φιλμικά ως τότε. Μια ταινία που ναι μεν αφορμάται από πολιτικά γεγονότα αλλά πάντα με τον άνθρωπο και τα σταυροδρόμια της ζωής στο προσκήνιο.

Οι τελευταίες δύο ταινίες του ήταν το «Human, Space, Time and Human» του 2018, ένα άτυπο (και ατυχές, αν όχι αποτυχημένο και επίπεδο μέσα από αναίτιο σοκ) sequel του «Ανοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας… Και Ανοιξη» και το «Dissolve» του 2019 που γυρίστηκε στο Καζακστάν με εγχώριους ηθοποιούς. Ο Kim μετακόμισε στη Λετονία όπου σκόπευε να μείνει αλλά ο κορονοϊός του στέρησε το μέλλον.

Δε θέλω να αγιοποιήσω τον Kim Ki-Duk, δεν ήταν Αγιος όπως κανένας άνθρωπος, αλλά αυτό δε μπορεί να αναιρέσει το γεγονός πως κάποιες πράξεις του με ψύχραναν αρκετά σε σχέση με τον ενθουσιασμό και τη λατρεία μου στο πρόσωπό του. Αλλη η φρίκη των ταινιών και άλλη της πραγματικής ζωής. Όμως δε μπορώ να μη δω τις ταινίες του και το τι μου ‘χει προσφέρει ανά τα χρόνια ώστε να θρηνήσω εν μέρει. Όχι τον ίδιο, αλλά το γεγονός ότι δεν μπορώ πλέον να περιμένω νέα ταινία του, να δω αν θα προβοκάρει ή αν θα βρει τη νηνεμία εντός του. Ότι ποτέ δε θα μάθω αν όντως έπραξε όπως τον θέλουν οι κατηγορίες που του αποδόθηκαν και ποια θα ήταν η τιμωρία του. Και αυτό είναι από μόνο του αιτία θρήνου. Κι ας υπάρχουν 24 ταινίες του να μου θυμίζουν πως κάποτε υπήρξε ένας σκηνοθέτης που του οφείλω πολλά ως προς το έργο του.

Τελευταία