Αρχική ΜΟΥΣΙΚΗΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΑν ο Μότζαρτ είχε γεννηθεί το 1967

Αν ο Μότζαρτ είχε γεννηθεί το 1967

Είναι ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, οι μουσικοί που χαίρουν καθολικής και απόλυτης εκτίμησης από το κοινό. Για να είμαι ειλικρινής δε γνωρίζω δεύτερο, μόνο τον Αμερικανό νονό του death metal. Τον άνθρωπο που κατάφερε σε μόλις δεκαοχτώ χρόνια να αφήσει ανεξίτηλη την υπογραφή του στο μουσικό γίγνεσθαι.

Γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα η εξέταση του επιτεύγματός του, αν αναλογιστούμε ότι ουδέποτε τα φώτα της δημοσιότητας στράφηκαν προς το μέρος του για κάτι το οποίο δεν αφορούσε νότες. Βλέπετε, ο Chuck δεν είχε ανάγκη να καίει εκκλησίες και ας ήταν αγνωστικιστής. Δεν είχε ανάγκη να κάνει άσωτη ζωή και ας ήταν Rock Star (ασχέτως αν η φήμη του εκτοξεύθηκε μετά θάνατον). Μπορεί να άλλαζε τους μουσικούς που τον συνόδευαν γρηγορότερα και από όσο ανεβοκατέβαινε τις κλίμακες, ελάχιστοι είχαν να του προσάψουν κάτι. Μπορεί να ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης μίας από τις πιο ακραίες εκφάνσεις heavy metal και παράλληά να φωτογραφίζεται φορώντας μπλούζες με γατάκια.

Νομίζω ότι δεν υπάρχουν γεγονότα από τη ζωή του που να είναι άγνωστα και αν για κάποιους ισχύει αυτό, μία σύντομη αναζήτηση στο διαδίκτυο θα τους παρέχει ό,τι πληροφορία χρειάζονται. Από τον θάνατο τού αδερφό του Frank, μέχρι τη γενναία μάχη του ίδιου με τον καρκίνο.  Εύλογα κάποιος θα διερωτηθεί ποιος ο λόγος αυτού του άρθρου, ειδικά όταν ο υπογράφων συντάκτης έχει προηγουμένως γράψει – σε άλλα μέσα – περίπου τέσσερις χιλιάδες λέξεις. Θέλετε να σας πω και το άλλο, του χρόνου είναι στρογγυλός αριθμός (20 χρόνια) από όταν ο ηγέτης των Death την «έκανε» από αυτόν τον κόσμο. Όμως σκοπός αυτού του κειμένου, δεν είναι άλλος από το να καταδείξει τη μοναδική ικανότητα της μουσικής των Death να παραμένει αναλλοίωτη μέσα στον χρόνο και να επαναπροσδιορίζεται.

Ο Chuck Schuldiner μπορεί να αναφέρεται ως ο πατέρας του death metal και δικαίως, όμως στα αυτιά μου δεν είναι αυτή η κύρια ιδιότητα του. Δεν έχω «ζήσει» άλλον μουσικό με τόσο έντονο πάθος για πειραματισμό. Αν και γενικά βαριέμαι το progressive καθώς θεωρώ ότι πολλές φορές οι μουσικοί που το υπηρετούν, φλυαρούν για να δείξουν καλύτεροι από τους άλλους (το ξέρετε και το ξέρω, το κάνουν). Ο αείμνηστος ήταν σε άλλη κατηγορία, σε μία κατηγορία που είκοσι χρόνια μετά δεν έχει κατορθώσει να «παρεισφρήσει» κανείς. Γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον αν διερωτηθούμε πόσοι είχαν κάποια στιγμή στην καριέρα τους την ταμπέλα «Οι νέοι Death». Είναι φοβερό πως κανείς δεν τόλμησε να δώσει έναν τέτοιο τίτλο σε συγκρότημα και επίσης, ότι κανένα σχήμα δεν τόλμησε να αναζητήσει τέτοια φιλοφρόνηση.

Φυσικά όλοι θα έχουμε αναρωτηθεί τί είναι αυτό που τον καθιστά αξεπέραστο, νομίζω ότι την καλύτερη απάντηση επ’ αυτού την έχω ακούσει από τον Archøn. O Σάκης είναι ένας άνθρωπος που αν του βάλεις να ακούσει οποιοδήποτε progressive metal, στην καλύτερη θα σε κοιτάξει λοξά με ένα βλέμμα μπόλικης περιφρόνησης ανάμεικτο με ελάχιστη συμπόνια. Θυμάμαι λοιπόν να λέει για το Schuldiner ότι ο αριθμός μουσικών θεμάτων που έγραφε σε ένα κομμάτι, για αποτελεί υλικό μίας ολόκληρης καριέρας.

Εμένα με εντυπωσιάζει κάτι άλλο περισσότερο, ότι ενώ η δισκογραφία που πρόλαβε να μας αφήσει ο Schuldiner περιορίζεται σε 9 δίσκους (7+1+1), στην πραγματικότητα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη. Θα αναλύσω αμέσως το σκεπτικό μου· ιδιαίτερα τους έξι τελευταίους δίσκους των Death τούς έχω ακούσει αμέτρητες φορές στη ζωή μου και καμία ακρόαση δεν την ποτέ ίδια με την άλλη. Δε θυμάμαι ούτε μία φορά το "The Sound of Perseverance" να μου αφήνει την ίδια γεύση, το "Human" να με εντυπωσιάζει με τον ίδιο τρόπο, το "Individual Thought Patterns" να με προβληματίζει στον ίδιο βαθμό.

Το καταπληκτικό με τον Chuck ήταν η αβίαστη και αυθόρμητη μουσική του πολυπλοκότητα. Το γεγονός ότι τίποτα στις συνθέσεις των Death δεν είναι επιτηδευμένο, αποτελεί μία συμπαντική πραγματικότητα όμοια της δράσης & αντίδρασης. Όμως αυτή σύνθετη φύση των εμπνεύσεων του είναι που τις καθιστά και ζωντανές. Τα τραγούδια του μοιάζουν με χρησμούς, αν μπορούσε κάποιος να τα δει από ψηλά, χωρίς να επηρεάζεται από την ασύγκριτη ομορφιά τους, θα έβλεπε το ξεκάθαρο μήνυμα του δημιουργού τους. Όμως, όσοι είχαμε την τύχη να έρθουμε σε επαφή μαζί τους, δίνουμε τη δική μας ξεχωριστή ερμηνεία και πολλές φορές, αυτή η διαδικασία αποτελεί πηγή έμπνευσης.

Ισχύει ότι ήταν και θαύμα της φύσης, τα χέρια του έμοιαζαν σαν τα δημιούργησε η φύση αποκλειστικά για να παίζουν κιθάρα. Και αν το άνοιγμα των δαχτύλων είναι κάτι που δουλεύεται, το μάκρος τους είναι έμφυτο. Θυμάμαι να βλέπω ένα live video του με έναν φίλο μου κιθαρίστα και να τον χαρακτηρίζει cheat διότι η παλάμη του έπιανε τη μισή ταστιέρα. Αν συνυπολογίσουμε και το γεγονός ότι δεν είχε λάβει κανενός είδους (ελπίζω να συμφωνούμε ότι το "Οld MacDonald Had a Farm" που του μάθαινε η δασκάλα του στα εννιά του δε μετράει) εκπαίδευσης και όλα όσα πέτυχε ήταν απόρροια δικής του προσωπικής ενασχόλησης, μοιάζει σαν να τον είχαν προικίσει οι θεοί της μουσικής.

Αν θα έπρεπε να παρομοιάσω με κάποιον τον Chuck Schuldiner, αυτός θα ήταν o George Malley στο φαινόμενο. Όχι μόνο εξαιτίας του ότι κατέληξαν από την ίδια μορφή καρκίνου, αλλά κυρίως για την άνεση με την οποία έκαναν πράγματα που στους υπόλοιπους έμοιαζαν αδύνατα.

Σαν σήμερα, το 2001, ο Chuck Schuldiner, σε ηλικία 34 ετών φεύγει από τη ζωή νικημένος από τον όγκο στον εγκέφαλο. Και ίσως ο άνθρωπος Chuck βιολογικά να "ηττήθηκε", ο μουσικός όμως είχε ήδη φροντίσει η μνήμη του να περάσει το κατώφλι της αθανασίας.

Τελευταία