Respire - Black Line

Διακόπτουμε την κανονική ροή του προγράμματός μας για να μας μιλήσουμε για ένα από τα καλύτερα albums της χρονιάς – θα έλεγα αν μιλούσα κάπου ζωντανά. Γιατί παραληρώ πάλι όμως; Μπορεί το 2020 να ήταν με διαφορά η χειρότερη χρονιά της ζωής μου, αλλά σίγουρα ήταν μια από τις καλύτερες που μπορώ να θυμηθώ, αν αναφερθούμε στην παραγωγή μουσικής. Το screamo / post-hardcore ιδίωμα είχε την τιμητική του φέτος. Θες λίγο πολύ επειδή του πάει η μελαγχολία της φετινής χρονιάς, θες επειδή έμενα μου αρέσει πάρα πολύ, τη γέμισε την ψυχούλα μου.

Στα εκπρόθεσμα της χρονιάς (και πάλι θα γκρινιάξω, γιατί ρε παιδιά, θα μπορούσατε να είστε σε εβδομήντα λίστες), οι Respire επιστρέφουν με τον τρίτο τους δίσκο, “Black Line”, κι εγώ σαν άλλη Ρούλα Κορομηλά αναφωνώ, “Μπράβο, καλησπέρα σας!”. ?λλη μια μπάντα που δυστυχώς είχε να αντιμετωπίσει την απότομη απόσχιση από την παλιά της εταιρία και να βρεθεί κάτω από το φτερό της αγαπημένης μου πλέον Church Road Records (αν δε ξέρεις τι συνέβη, λίγο πολύ περιγράφω την κατάσταση που άγγιξε και τους Svalbard). Η αναμονή της διευθέτησης αυτής όμως μάλλον άξιζε.

Η επάνοδος των Respire με βρίσκει ακριβώς στο σημείο που θέλω να είμαι όταν ακούω μια καινούρια δουλειά από μπάντες στις οποίες πιστεύω – τη βρίσκω ανίκανη να μπει σε κουτάκια και να τοποθετηθεί αυστηρά στα πλαίσια ενός είδους. Στο “Black Line” οι Respire συνεργάζονται με πολυάριθμους οργανοπαίχτες – βιολιά, ομάδα χάλκινων πνευστών, πράγμα που πλέον τους ορίζει ως κολεκτίβα, στα χνάρια των συντοπιτών τους Godspeed You! Black Emperor. Κρατήστε αυτή την αναλογία, θα μας χρειαστεί στη συνέχεια.

Χωρίς καμία απολύτως προειδοποίηση, το εισαγωγικό “Blight” δε θυμίζει σε τίποτα τα είδη με τα οποία συνήθιζαν να συστήνονται οι Respire, αλλά αποτελεί ένα ορχηστρικό ensemble. Αυτό όμως θα διαρκέσει ελάχιστα, αφού το “Tempest” θα διακόψει απότομα τη αρμονία της εισαγωγής, με αβυσσαλέα riffs που αγγίζουν death metal μονοπάτια, blackmetal -ικά θα έλεγε κανείς blastbeats και φωνητικά από τους τελευταίους σου εφιάλτες. Θυμίζει αρκετά σε αισθητική το κολοσσιαίο Sunbather των Deafheaven, αν εξαιρέσεις τα έγχορδα που χτίζουν μια εντελώς διαφορετική και νοσταλγική ατμόσφαιρα.

Σε περίπου ίδιο μοτίβο κινείται και το αγαπημένο μου "Cicatrice", που περιλαμβάνει στο νερό 10 riffs όλα πρωτότυπα και αξιομνημόνευτα, συν εκείνο το σημείο στο πρώτο λεπτό που το tempo πέφτει και θυμάται τις post hardcore καταβολές τους, με φωνητικά παθιασμένα να απαγγείλουν στίχους πονεμένους αλλά ελπιδοφόρους πάνω σε μελωδίες από βιολιά – απλά πανέμορφη στιγμή. Το “γκοντσπιντικό” αν μπορώ να πω κομμάτι, “Lost Virtue” από τα προηχογραφημένα spoken parts του – σημεία που ο δίσκος χαϊδεύει απαλά το post rock – και μου θυμίζει κι ελαφρά μελωδίες σαν αυτές των παλιών καλών Crippled Black Phoenix (ειδικά το κρεσέντο της κιθάρας όπως χτίζεται είναι τελείως “When you’re gone”). Ώσπου ξεσπά σε ένα ορυμαγδό πληροφορίας, που όμως βγάζει πλήρες νόημα.

To “Kindling” είναι μια ολιγόλεπτη όμορφη στιγμή, μια στάση στην εθνική μετά από ταξίδι πολλών χιλιομέτρων – κι άλλων τόσων που έρχονται. Σιωπηρό σε λέξεις, μια ορχηστρική αρμονία γραμμένη για ξεκούραση και προβληματισμό. Το “Embers end” όμως ξεκινά με τη φωνή του διαβόλου να σε παίρνει μαζί της σε μέρη που θα ήθελες να αποφύγεις επειδή τα έχεις μόνο ακουστά, αλλά όταν τελικά βρίσκεσαι εκεί δε μετανιώνεις τίποτα. Χωρίς υπερβολή το κομμάτι είναι αναγεννημένοι πρώιμοι Paradise Lost ή Katatonia στα αυτιά μου, με μία τελείως νέα, αποκλειστικά προσωπική οπτική των Respire.

To “Flicker and faint” καταφέρνει, με κάποιο μαγικό τρόπο να μετουσιώσει όλες τις προηγούμενες μουσικές αναφορές και αναλογίες σε ένα κομμάτι. Μακάρι να ήξερα πως αλλά το καταφέρνει. Αν πραγματικά σέβεσαι τον εαυτό σου, όπως κάνει αυτή εδώ η ομάδα ανθρώπων, η post hardcore πληροφορία μένει πάντα επίκαιρη, με τρανό παράδειγμα το “To our dead friends”, ένα φόρο τιμής στην απουσία – θάνατο κυριολεκτικό και μεταφορικό, με ουσία την απομάκρυνση. Ντυμένο όμως με αυτό το κολεκτιβιστικό ορχηστρικό στοιχείο που δίνει μια ολοκληρωτικά ξεχωριστή οπτική σε αυτό που προσπαθούν να κάνουν – και καταφέρνουν οι Respire. Ένα μονοπάτι που ακολουθείται και στο τελευταίο “Catacombs Part II” στο πρώτο του μισό, που ολοκληρώνει με τον τρόπο που του αρμόζει έναν αριστουργηματικά στημένο δίσκο. Το δεύτερο μισό φυσικά είναι το πάντρεμα post rock και post hardcore που διακατέχει το όλο εγχείρημα, ενώ τα τελευταία δευτερόλεπτα είναι – wait for it – άγνο noise wall of sound.

Οι Respire με το Black Line, δημιουργούν ένα μανιφέστο. Ότι η DIY προσέγγιση στη μουσική δεν είναι μια μονόπλευρη αισθητική. Τοποθετούν σε μία εξαιρετικά δύσκολη δουλειά όλες τους τις επιρροές, και μετατρέπουν ένα όραμα σε μία πραγματικότητα. Νομίζω πως στο μέλλον θα μιλάμε για ένα σταθμό στην ιστορία του post hardcore, γιατί ξεκινά να κάνει κάτι καινούριο. Αν κάτι με ενοχλεί, είναι ότι όπως θα καταλάβατε, έχω ξεκάθαρες αναφορές σε άλλα σχήματα σε διάφορα σημεία του δίσκου. Αυτό που περιμένω μανιωδώς, είναι στην επόμενή τους κυκλοφορία, να πω αυτό δε μου θυμίζει τους τάδε, αυτό είναι Respire. Και το Black Line είναι ό,τι χρειαζόντουσαν για να μπει το θεμέλιο της δικής τους ταυτότητας. Φαντάσου να το καταφέρνεις αυτό μέσα στο 2020.

Rating: 

 8.5


Εταιρεία: Church Road Records
Genre: Post Hardcore, Post rock, Black Metal
Παραγωγός: Respire
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 04/12/2020
Band Links: Facebook, Instagram, Twitter, Spotify, Bandcamp

Τελευταία