Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑHeat και 25 χρόνια άσβεστου σκηνοθετικού οράματος

Heat και 25 χρόνια άσβεστου σκηνοθετικού οράματος

Αν ερχόμασταν ανούσια στη θέση του να μετρήσουμε το σκηνοθετικό εκτόπισμα του Michael Mann δε θα χρειαζόταν να ανατρέξουμε στο παρελθόν της δεκαετίας του ’70. Και αυτό επειδή στα μέσα της δεκαετίας του ’90 φρόντισε να παραδώσει πειστήρια ενός οράματος που, αν και ήταν βαθιά ριζωμένο στα μαθήματα προηγούμενων δεκαετιών, δε σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται και να βλέπει τι συμβαίνει στον κόσμο. Το Heat είναι το απόλυτο παράδειγμα του πώς να αναζωογονήσεις ένα φιλμικό ιδίωμα που υπάρχει από την αρχή του μέσου όπως αυτό των ταινιών που αφορούν σε εγκληματίες και τα τερτίπια τους με την αστυνομία. Η συγκεκριμένη ταινία χτες έκλεισε το ¼ του αιώνα και με αφορμή αυτά τα γενέθλια, μπορούμε να τη θυμηθούμε και να αναλογιστούμε που ακριβώς εντοπίζεται η μυστηριώδης γοητεία της.

Η πλοκή απλοϊκή έως αηδίας: αποτυχημένη ληστεία καταλήγει σε απώλειες στο μέτωπο των αστυνομικών. «Ψημένος» επικεφαλής της αστυνομίας καλείται να λύσει την υπόθεση και να επιβάλλει το νόμο. Αυτός και ο επικεφαλής της ληστείας θα συγκρουστούν σε ένα παιχνίδι υπομονής και θα τεστάρουν τα όριά τους, ανακαλύπτοντας παράλληλα τα κοινά τους σημεία.

Αυτή είναι η βάση της ταινίας. Λιτά και απέριττα, έως και στερεοτυπικά. Τυπική σε σημείο να την πεις κλισέ αν τη διαβάσεις κάπου, σα μια καρικατούρα των φιλμ νουάρ περασμένων δεκαετιών. Έτσι δεν είναι; Έλα, όμως, που ο Mann αποφάσισε να κάνει, σαν άλλος Francis Bacon, μια δική του σπουδή πάνω σε έναν «ακίνδυνο» πίνακα και να το μετατρέψει σε κάτι σκοτεινό και sui generis. Σε μια μελέτη χαρακτήρων με φόντο μια καταδίωξη και ένα νυχτόβιο πορτραίτο μια μεγαλούπολης που δείχνει να φωτίζεται από τα ίδια της τα φαντάσματα.

Τα φιλμ νουάρ πάντα μιλούσαν για καταραμένους χαρακτήρες. Για ανθρώπους που η ζωή τους έσπρωξε στο περιθώριο και τους έφερε ενάντια στους δαίμονές τους να περιμένουν τη λύτρωση κάνοντας ανώφελα όνειρα. Όσοι μπορούν να ονειρεύονται πλέον. Γιατί οι περισσότεροι παραιτήθηκαν και απλά ανακάλυψαν πως η ζωή με τη σημερινή της μορφή είναι μια μουντή ρουτίνα που ρέπει στην παρακμή. Έχοντας αυτά κατά νου, ο Mann βάζει τα δύο poster boys του διαχρονικού mainstream αμερικάνικου κινηματογράφου, τους Robert DeNiro και Al Pacino στους κεντρικούς ρόλους, αναγκάζοντάς τους σχεδόν σαδιστικά να αλληλοκαθρεφτίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Να έρχονται αντιμέτωποι με τις πλευρές και τις επιθυμίες τους μέσα από το πρόσωπο του άλλου. Και να λειτουργούν πάντα ως αντίβαρα μιας ηθικής πυξίδας που λίγο νόημα δείχνει να έχει.

Δύο τραγικοί ρόλοι, ωστόσο, δε θα ήταν τίποτα χωρίς ένα σκηνικό να αντιμετωπίζει σχεδόν εξπρεσιονιστικά την ψυχική τους κατάσταση. Το Los Angeles φυσικά και θα απεικονιστεί ηλιόλουστο, αλλά η Πόλη των Αγγέλων πραγματικά τιμάται όταν ντύνεται σε νυχτερινά φώτα, με έντονους προβολείς, φώτα αμαξιών και απομακρυσμένους φανούς να σπάνε το σκοτάδι σαν πυγολαμπίδες. Οι όποιες εμπνεύσεις από την τέχνη των βιντεοκλίπ σε μοντάζ και φωτογραφία θα λειτουργήσουν προς όφελος της ίδιας της ταινίας. Και φυσικά η όποια δράση που θα σπάσει τον κανόνα των διαλόγων και των αναζητήσεων θα κινηματογραφηθεί όπως της αρμόζει: με ένταση, προφανή ή κεκαλυμμένη. Τα όπλα θα βγουν όταν πλέον είναι αναγκαίο να φανερωθούν μέσα στην ταινία, δε θα κουράσουν με μια διαρκή παρουσία (και μια αναίτια έκφυλη υπερπροβολή) ούτε όμως θα λάμψουν δια της απουσίας τους. Θα είναι εκεί όταν πρέπει να εμφανιστούν. Τα κυνηγητά των αμαξιών δε θα είναι μια θορυβώδης διαδικασία με υπερβολική αδρεναλίνη, αλλά ένα μπαλέτο όπου η σκηνή είναι η άσφαλτος. Κι αν αυτό ακούγεται υπερβολικά ποιητικό, βάλτε οποιαδήποτε άλλη ταινία εκείνης της εποχής περιλαμβάνει αυτού του είδους τις σκηνές στο πλάι και συγκρίνετε τες με αυτές του Heat. Τα πράγματα θα γίνουν ξεκάθαρα με τον πλέον αβίαστο τρόπο.

Και φυσικά, το θέμα του φινάλε. Πάντα υπάρχει το θέμα της κάθαρσης ή μη σε αυτές τις περιπτώσεις. Το σοκαριστικό εν προκειμένω είναι το πόσο τραγικά κυνικός εμφανίζεται ο σκηνοθέτης όταν καλείται να πάρει θέση. Και στο κλείσιμο του Heat, ένα υπόδειγμα εσωτερικής έντασης και ασίγαστης αγωνίας, η λήξη ξεκαθαρίζεται. Αλλά δεν έχει κανένα νόημα. Κανένα πυροτέχνημα. Καμία δόξα. Αντιθέτως την τραγική συνειδητοποίηση του ότι τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά και ότι η πλήρωση του στόχου είναι αυτή που τελικά οδηγεί στην απογοήτευση. Και αυτό σεναριακά είναι κάτι που ήθελε πραγματικά κότσια για να γίνει όταν κάνεις μια ταινία με all star cast που αποσκοπεί στο σάρωμα των box office και συνήθως συνεπάγεται το εύπεπτα εντυπωσιακό.

Φυσικά δε θα μπορούσαμε να παραλείψουμε τις μικρές λεπτομέρειες της ταινίας που την καθιστούν ακόμα πιο γοητευτική στα μάτια των πιο παρατηρητικών. Ανάμεσα σε αυτές, τα μικρά cameo της ταινίας. Αν ξεχωρίζουν κάποια ονόματα, αυτά είναι δύο: του άσημου τότε αλλά αρκετά χαρακτηριστικού φυσιογνωμικά για να υποδυθεί τον σκληροτράχηλο λακέ Danny Trejo και της πιο, μιλιταριστικά σχεδόν, αυστηρής φυσιογνωμίας που γέννησε η αμερικάνικη punk, του Henry Rollins των Black Flag. Και φυσικά δε μπορεί να μη γίνει λόγος για ένα από τα καλύτερα soundtrack όλων των εποχών με επιλογές που σοκάρουν. Θες τη διασκευή του Moby στο New Dawn Fades των Joy Division; Τον αποκαλυπτικό εφιάλτη του Armenia των Einsturzende Neubauten; Τη φωνή της Lisa Gerrard; Αυτά σε συνδυασμό με την πρωτότυπη μουσική που έγραψε ο Elliot Goldenthal για την ταινία συναπαρτίζουν μια πραγματικά αξεπέραστη συλλογή ήχων για λογαριασμό ταινίας.

Το Heat ακόμα και σήμερα αποτελεί μνημείο του μοντέρνου κινηματογράφου. Γέννησε μια δική του σχολή σκηνοθεσίας σε ταινίες που μέχρι άλλοτε υπέφεραν από την ίδια τους την αεικινησία. Είμαι σχεδόν βέβαιος, μάλιστα, πως χωρίς τη συγκεκριμένη ταινία, ίσως ο Denis Villeneuve να μην ήταν ο σπουδαίος δημιουργός που ξέρουμε σήμερα. Και αυτό φανερώνει πως, αν και 25 ετών, έβλεπε πιο καθαρά την εποχή μας απ’ ότι τη βλέπουμε εμείς.

Τελευταία