Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΠαράσιτα Ενός Παρασιτικού Σώματος-Κάποιες Σκέψεις

Παράσιτα Ενός Παρασιτικού Σώματος-Κάποιες Σκέψεις

Μετά την άλωση των κινηματογραφικών βραβείων, στοχαζόμαστε σε σχέση με την ταινία του Bong Joon Ho.

Τώρα που κόπασε ο θόρυβος, που σταμάτησαν οι (δίκαιοι) παιάνες, που κατάκατσε μια και καλή η ιδέα ενός ξενόγλωσσου φιλμ να σαρώνει τα κινηματογραφικά βραβεία της υφηλίου και τελικά όλοι κοινωνήσαμε το τελευταίο και ενδοξότερο πόνημα του ντροπαλού Κορεάτη δημιουργού, Bong Joon Ho, μπορούμε να κατασταλάξουμε. Ναι, είναι το αριστούργημα που χρειαζόμασταν, έστω κι αν δεν είναι — μόνο  για τους προφανείς λόγους.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: πολλοί δεν ήξεραν τι εστί Bong Joon Ho. Ίσως να γνώριζαν τον έτερο λαοπρόβλητο Καππαδόκη του σύγχρονου Κορεάτικου σινεμά, Chan Wook Park και να προσκυνούσε το Oldboy του. Ίσως να είχαν μια γνώση των δύο προηγούμενων ταινιών του Joon Ho, του αριστοτεχνικά γυρισμένου Snowpiercer και το διανεμημένο από το Netflix Okja, δύο ταινίες με εμφανείς περιβαλλοντικές ανησυχίες που ίσως εν μέρει χώλαιναν στα σημεία. Η σημασία τους, όμως, είναι μεγαλύτερη αν λάβουμε υπόψιν το ότι η πρώτη τον «άνοιξε» στο δυτικό ακροατήριο και η δεύτερη εκκίνησε το διάλογο σχετικά με την παρουσία των παραγωγών του Netflix στους φεστιβαλικούς κύκλους, χρόνια πριν το Irishman. Αυτές αποτελούν το σημείο που προοιωνίζει μια επέλαση, δίνουν τις υποσχέσεις ότι «κάποια στιγμή αυτός θα μεγαλουργήσει, να μου το θυμηθείτε».

Ναι, είναι το αριστούργημα που χρειαζόμασταν


Δεν ήταν, όμως, η πρώτη φορά που μεγαλούργησε ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης. Το Memories of Murder του 2003 του και το Mother του 2009, είναι ταινίες που πολλοί γνώρισαν εκ των υστέρων, αλλά παραδέχονται τη μαεστρία του δημιουργού. Ταινίες που φανερώνουν σκηνοθετική δεινότητα και μια προβληματική που δείχνει ένα άτομο ανήσυχο. Που θέλει να περάσει ένα μήνυμα το οποίο δεν άπτεται συνόρων, δεν αφορά στην Κορέα ή στην Αμερικάνικη Ακαδημία αλλά σε όλον τον κόσμο. Και η βράβευσή του όχι μόνο στις Κάννες αλλά και στα Όσκαρ στέκει ως στέμμα δικαίωσης την εποχή της δυτικότροπης υπερπροσφοράς.

Τα Παράσιτα είναι μια ταινία σημαντική γιατί καταφέρνει πολλά περισσότερα πράγματα απ’ αυτά που επιχειρεί άμεσα. Είναι τα πρώτα Όσκαρ της Κορέας. Είναι μια «κουλτουριάρικη» ταινία που θα τη δει κόσμος. Είναι μια σπορά γνήσιων κοινωνικών προβληματισμών. Αλλά είναι κι ένα πείραμα ύφους. Η Κορέα είναι γνωστή για τη μανία της με τη Δύση, είναι η χώρα που οι αισθητικοί κάνουν περιουσία θεμελιωμένη στα πρόσωπα γυναικών που θέλουν να μοιάζουν λιγότερο Ασιάτισσες και περισσότερο Αμερικανίδες. Και τη συγκεκριμένη λατρεία, ο Joon Ho την εργαλειοποιεί πλήρως στην ταινία του.

Οι σεκάνς του απέχουν από αυτές του Park ή του Kim Ki Duk, δεν ενέχουν τον ρυθμό και το τραμπάλισμα ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον υπερβατισμό, είναι γυαλισμένες σαν τα τζάμια της έπαυλης των εύπορων Park της ταινίας. Θυμίζουν μια δυτική παραγωγή, η οποία κρύβει όμως ένα κεντημένο σενάριο στα χνάρια του Billy Wilder, με το χιούμορ να μπλέκεται με τα αθέατα, σκοτεινά τερτίπια της κοινωνίας. Όχι της κορεάτικης, της διεθνούς. Με πραγματικά ταλαντούχο καστ, υποδειγματικό ρυθμό και φλερτ με πολλά κινηματογραφικά ιδιώματα (από την κωμωδία στο θρίλερ κι από ‘κει στο δράμα) τα οποία καταλήγουν λειτουργικά. Μια «κουλτουριάρικη» ταινία που όλοι μπορούν να απολαύσουν, εύληπτη και συνάμα ψυχαγωγική.

Είναι μια σπορά γνήσιων κοινωνικών προβληματισμών, αλλά κι ένα πείραμα ύφους


Αυτό, όμως, είναι που την κάνει μια ταινία μοχθηρή. Γιατί τα βέλη στην φαρέτρα της βρίσκουν στόχο. Και αυτά τα βέλη είναι ποτισμένα με δηλητήριο για τις πάσης φύσεως ελίτ του πλανήτη που αποκαλείται Καπιταλισμός. Με μια στοχευμένη ρητορική, αποκαλύπτει τα κενά ενός συστήματος που φροντίζει ώστε οι «χαμηλοί» να παραμένουν στα χαμηλά, ενώ πλανώνται πλάνην οικτρά πως ανέρχονται, για να κατακρημνιστούν. Που οριοθετεί τον καθέναν λέγοντάς του να κοιτάει προς τον ουρανό ενώ του κλέβει το πορτοφόλι. Που στρέφει μια τάξη εναντίον του εαυτού της και την κάνει να δρα σαν αυτοάνοσο, βλάπτοντας έτσι το ίδιο το όργανο του «σώματος» που αυτή ανήκει. Γιατί σε αυτήν την πραγματικότητα, όπως έχει οριστεί, ή Παράσιτο είσαι για να γευτείς τη γλύκα, ή αυτοάνοσο. Και στις δύο περιπτώσεις παραμένεις νόσημα για το δικό τους σώμα και δε σταματούν να σε βλέπουν έτσι. Και συνηθίζεις. Στις στερήσεις, χρημάτων, επικοινωνίας, συναισθημάτων. Στερείσαι το κλάμα τις στιγμές που μόνο λογικό είναι (μια από τις πιο ιδιοφυείς στιγμές της ταινίας, ένα γέλιο τη λάθος στιγμή). Στερείσαι αξιοπρέπειας, κατανόησης. Και τελικά, στερείσαι τους αγαπημένους σου. Και ο τρόπος για να επανενωθείτε είναι μια φρούδα ελπίδα ότι κάποτε θα γίνεις ένας από τους ισχυρούς. Έστω κι αν αυτό δε θα γίνει, παρά την εργατικότητα και την επιμονή σου. Και λίγο χιόνι είναι αρκετό για να σε επαναφέρει στην πραγματικότητα.

Πριν από κάποια χρόνια, πήρα μια αποκλειστική συνέντευξη στον Bong Joon Ho και στο κλείσιμο μου ανέφερε αυτόν τον προβληματισμό του, σχετικά με τον καπιταλισμό. Πέντε χρόνια αργότερα, μου τον ξαναεξέφρασε με την τελευταία του ταινία. Ήταν πλέον έτοιμος. Και το κοινό είναι έτοιμο να αποδεχτεί αυτό το άνοιγμα σε τέτοιας φύσης δημιουργούς. Μπορεί ο κινηματογράφος να μη μπορεί να ξεκινήσει την επανάσταση, αυτό είναι ρομαντικό αλλά όχι πραγματικό. Μπορεί, όμως, να ξεκινήσει τις κουβέντες που θα οδηγήσουν σε αυτήν. Και τα Παράσιτα, η ίσως σημαντικότερη ταινία της προηγούμενης δεκαετίας, μας το υπενθυμίζουν.

Τελευταία