Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΟ μόνος Εφιάλτης που λατρεύουμε να βλέπουμε

Ο μόνος Εφιάλτης που λατρεύουμε να βλέπουμε

Ήταν Χριστούγεννα του 2004. 14 χρονών, έκανα τα πρώτα δειλά βήματα στο χώρο της γκοθ μαθαίνοντας τα βασικά. Αλλά με ελάχιστη πρόσβαση στο ίντερνετ και σε μία χώρα σαν την Ελλάδα που κάποια πράγματα μαθαίνονταν τελευταία στιγμή, ήταν ανέφικτο να ακολουθήσω ταχύρρυθμα μαθήματα. Θυμάμαι, όμως, Έλληνες γότθοι αλλά και στα διάφορα τσατ του εξωτερικού να μιλάνε για μια ταινία που είναι must να δεις αν θες να θεωρείσαι γκοθάς.

Σε ένα ταξίδι στις Σέρρες σε ένα φιλικό σπίτι τότε, είχαμε όλο το χρόνο με δύο συνομήλικους φίλους να κάνουμε μια μίνι επανάσταση. Ταινίες, μουσική, ξενύχτια, βόλτες στα LANάδικα για βιντεοπαιχνίδια. Και καθιερωμένες επισκέψεις στο βίντεοκλαμπ για ανεφοδιασμό. Και εκεί το είδα στο ράφι για πρώτη φορά. Ένας σκελετός με σμόκιν σε κάτι χιονισμένους λόφους με τρία κουτσούβελα να τον περιτριγυρίζουν, αγκαλιά με μια ρακένδυτη κοκκινομάλλα. Το DVD έγραφε «Χριστουγεννιάτικος Εφιάλτης». Το είδα το ίδιο βράδυ, ενώ όλοι κοιμόνταν (και αφού είχαμε δει πρώτα το Kill Bill Vol. 2), αφού είχαν περάσει τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά. Ο ενθουσιασμός, η χαρά, η αίσθηση του ότι δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο (ακόμα και το Κοράκι που είδα πριν λίγες μέρες σε μια παλιά βιντεοκασέτα δεν ήταν ίδιας φύσης με αυτό το δέος) ήταν μια αποκάλυψη που ακόμα και σήμερα τη θυμάμαι με περίσσια αγάπη.

Η ιστορία πλέον είναι πασίγνωστη αλλά για χάρη της νοσταλγίας ας την ξαναφηγηθούμε σα να τη λέμε για πρώτη φορά: ο Jack Skellington είναι ο Βασιλιάς της Πόλης του Χάλογουιν, της πόλης που όλα κινούνται γύρω από τον τρόμο και τη φρίκη. Κάθε χρόνο όμως, η γκροτέσκα ρουτίνα του τον βυθίζει σε μια ανία και θλίψη. Ζητά κάτι διαφορετικό, μια συγκίνηση. Τυχαία, ανακαλύπτει την Πόλη των Χριστουγέννων και μαγεύεται από τα χρώματα και τις εικόνες της. Επιστρέφει πίσω στη γενέτειρά του και μιλά για τα θαύματα που είδε. Και τότε αποφασίζει να πραγματοποιήσει μια ριψοκίνδυνη ιδέα: να δώσει στον κόσμο μια δική του εκδοχή των Χριστουγέννων.

Ο Tim Burton όσο δούλευε στην Disney έγραφε πολλά ποιήματα. Και δημιουργούσε πολλούς φανταστικούς χαρακτήρες. Ένα από τα ποιήματά του που έγραψε το 1982 αφορούσε έναν σκελετό που αποφασίζει να κλέψει τα Χριστούγεννα. Θέλησε να το κάνει ταινία αλλά οι προσπάθειές του δεν καρποφόρησαν μέχρι το 1990, όταν με τον Henry Selick αποφάσισαν να αφοσιωθούν πλήρως σε αυτό το project και αντί για μικρού μήκους να γίνει μεγάλου για λογαριασμό της Disney, η οποία κρατούσε τα δικαιώματα.

Από τον Ιούλιο του 1991 έως και το 1993, όταν και κυκλοφόρησε, ο Selick εργαζόταν πυρετωδώς πάνω στην πραγματοποίηση αυτής της πρωτοποριακής για τα δεδομένα της εποχής ταινίας. Με ένα συνεργείο 120 ατόμων να εργάζεται πάνω στη δημιουργία των φιγούρων και των σκηνικών (για τον Jack δημιουργήθηκαν πάνω από 400 διαφορετικά κεφάλια για να πιάσουν την κάθε έκφραση), με τον Danny Elfman να γράφει το soundtrack της ταινίας, με την Touchstone να αναλαμβάνει τη διανομή. Και τελικά όταν κυκλοφόρησε, οι εισπράξεις ξεκίνησαν δειλά για να αναδειχθεί μακροπρόθεσμα σε μια τεράστια επιτυχία με ένα ορκισμένο κοινό.

Αν και στον πυρήνα του το Nightmare δεν ξεφεύγει από τα τυπικά καρτούν-μιούζικαλ της εποχής, διαφέρει σημαντικά από αυτά ως προς το ύφος του. Υιοθετεί έναν σαφώς πιο μακάβριο τόνο που σίγουρα θα αναστάτωνε πολλούς γονείς οι οποίοι δε θα ήθελαν το παιδί τους να δει κάτι τόσο σκοτεινό (σε σύγκριση πάντα με την υπόλοιπη παραγωγή της εποχής). Ασπάζεται μέρος των εξπρεσιονιστικών σκηνικών των γερμανικών ταινιών του 1920 για να αποδώσει τα αλλόκοτα σκηνικά και δεν είναι λίγες οι φορές που οι αναφορές σε θάνατο, τρόμο και γενικότερα όχι-και-τόσο-χαρμόσυνα θέματα κυριαρχούν. Αλλωστε μιλάμε για μια ταινία που έχει ως βασική της έδρα την Πόλη του Χάλογουιν, όπου η φρίκη και ο τρόμος είναι καθημερινότητα και κάτι το απολύτως φυσιολογικό.

Είναι όμως τέτοιο το όραμα των συντελεστών που δεν μπόρεσε να μην ξεπεράσει αυτά τα στεγανά και να αναδειχθεί σε μια εμπειρία που δεν αφορά συγκεκριμένη ηλικία και απολαμβάνεται με την ίδια θέρμη. Η τεχνική του claymation/stop motion δίνει στην ταινία μια γοητεία που ένα απλό σκίτσο δε θα μπορούσε να έχει. Δίνει σχεδόν κυριολεκτικά ζωή στους χαρακτήρες και επιτρέπει στο θεατή να τους αντιληφθεί σχεδόν σαν κανονικούς ανθρώπους. Το σενάριο μοιάζει βγαλμένο από κάποιο παραμύθι των αδερφών Grimm που το ρομαντικό συμπορεύεται με το τρομακτικό, μόνο που εδώ δε στερείται τις αμερικάνικες αναφορές στο χιούμορ. Είναι όμως τόσο μετρημένο που δεν ενοχλεί πουθενά, δε μοιάζει να ξεχειλίζει από διδακτισμό και διασκεδάζει όσο και ζεσταίνει την ψυχή. Μια τέλεια ισορροπία.

Μιλώντας για το soundtrack, ο Danny Elfman δεν ξεχνά τις weirdo καταβολές του, όπως αυτές εκφράστηκαν με την αλλόκοτη horror disco/new wave των Oingo Boingo. Αυτή τη φορά όμως, συνδυάζοντας στοιχεία από τα μιούζικαλ του Broadway, ένα σχεδόν θρηνητικό ακορντεόν και ακόμα και jazz στιγμιότυπα (το κομμάτι του Oogie Boogie είναι ένα χαρακτηριστικότατο πάντρεμα του Screamin’ Jay Hawkins με την γκοθ κουλτούρα), καταφέρνει όχι μόνο να υποδυθεί τον Jack με ακρίβεια κι εκφραστικότητα, αλλά να φτιάξει μια αφήγηση και μια μουσική που μένει διαχρονικά. Έχει μάλιστα την τόλμη να βλασφημήσει και να συνδυάσει το Carol of The Bells με το πένθιμο Dies Irae για να φτιάξει ένα κομμάτι δυσοίωνα κεφάτο σαν το Making Christmas. Kαι από την άλλη έχεις τη σπασμένη, εύθραυστη φωνή της Catherine O’ Hara που υποδύεται τη Sally να σου τσακίζει την καρδιά στο Sally’s Song.

Η αλήθεια είναι πως στο δίλημμα «ταινία Χαλογουίν ή Χριστουγέννων;» τείνω προς τη δεύτερη πλευρά. Και όχι επειδή τα έχει στον τίτλο ή επειδή το είδα εγώ σε χριστουγεννιάτικες διακοπές. Αλλά επειδή θεωρώ πως σε δεύτερο επίπεδο, απευθύνεται στο χριστουγεννιάτικο συναίσθημα, στη συναισθηματική ζεστασιά των γιορτών.

Ο Jack βιώνει μια ρουτίνα κλεισμένος σε στερεοτυπικά όρια. Θέλει κάτι νέο επιτέλους, να σπάσει αυτή η καθημερινότητα, να γίνει κάτι παραπάνω από απλός Βασιλιάς του Χαλογουίν. Να ανακαλύψει τον κόσμο, νέες συγκινήσεις. A longing that he’ll never know. Ανακαλύπτει αυτό το καινούριο, θαυμαστό πράγμα που τον κάνει να αισθάνεται όμορφα μετά από καιρό. Αφοσιώνεται τόσο πολύ σε αυτό που ξεχνά ποιος είναι, καταλήγοντας να δημιουργεί ένα κακέκτυπο αυτού που λάτρεψε τόσο πολύ. Και τότε το θυμάται: είναι ο Βασιλιάς της Κολοκύθας. Συμφιλιώνεται με τον εαυτό του και τελικά τον αποδέχεται.

Και τελικά αυτό είναι το νόημα του Nightmare Before Christmas, μια ταινία για την αποδοχή του εαυτού. Όσο κι αν προσπαθείς να τον αλλάξεις ή να γίνεις κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που πραγματικά είσαι, πάντα θα αισθάνεσαι ένα κενό. Τουλάχιστον μέχρι να αποδεχθείς αυτό που είσαι και να νιώσεις την πληρότητα. Και φυσικά οι εμπειρίες και οι νέες εικόνες είναι εκεί για να σε βοηθήσουν στην ανακάλυψή σου.

Δεκαέξι χρόνια αφότου την είδα πρώτη φορά, ενώ πλέον θεωρείται μια κλισέ επιλογή από κάποιους, εξακολουθώ να τη λατρεύω με τον ίδιο τρόπο. Εξακολουθώ να ταυτίζομαι με τον Jack και τον καημό του και να λυγίζω όποτε ακούω το «Jack, I know how you feel» της Sally. Εξακολουθώ να αλλάζω φωνές κάθε φορά που τραγουδάω το Kidnap The Sandy Claws. Και εξακολουθώ να θέλω να καταλήξω αγκαλιά με μια Sally σε ένα χιονισμένο λόφο τραγουδώντας «And Sit Together, Now And Forever, For It Is Plain As Anyone Can See, We’re Simply Meant To Be». Γιατί μου άλλαξε τη ζωή με τρόπο που μόνο πλέον μπορώ να καταλάβω. Και τελικά, ακόμα και αν οι κυνικοί τη θεωρούν passee, εγώ να την αγαπώ εγκάρδια. Υπομονή. Θα τελειώσουν όλα αυτά και θα μπορέσουμε να τα ζήσουμε.

Τελευταία