Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑBatman Returns: Χριστούγεννα στη Γκόθαμ Σίτι

Batman Returns: Χριστούγεννα στη Γκόθαμ Σίτι

Ένα από τα πιο μαγικά πράγματα στην εποχή του Ίντερνετ είναι όταν βλέπεις μπροστά σου μια ιδιαίτερη συναστρία να συμβαίνει. Όταν πράγματα που πιστεύεις, ακούγονται από διάφορες γωνιές του κόσμου σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργούνται κάποια τρεντ. Κι ενώ καμιά φορά εκπίπτουμε σε μπαρούφες, αυτή τη φορά το κοινό είναι ξεκάθαρο. Το Batman Returns είναι η απόλυτη (μη-)Χριστουγεννιάτικη ταινία. Η δεύτερη ιστορία του Tim Burton στο βασίλειο του Μπάτμαν είναι επίσης τόσο ξεχωριστή που πολύ δύσκολα μπορείς να τη βάλεις σε μια και μόνο ταμπέλα. Είναι μπλοκμπάστερ, αλλά έχει και βαθιές arthouse πινελιές, είναι τρομακτική, αλλά πούλησε και παιχνίδια, είναι σκοτεινή, αλλά και παιδιάστικη σε σημεία. Δεν είναι χριστουγεννιάτικη, αλλά είναι κιόλας.

Το 1990, ο Burton ήταν βασιλιάς όχι μόνο του δικού του, ξεχωριστού μικρόκοσμου. Ήταν το πιο καυτό όνομα στους νέους σκηνοθέτες. Μόλις έναν χρόνο πριν είχε κυκλοφορήσει η τρίτη του ταινία μεγάλου μήκους, το Batman, το πρότυπο πάνω στο οποίο κόπηκε και ράφτηκε κάθε υπερηρωική ταινία σε όλη τη δεκαετία. Η μεγαλειώδης καμπάνια για εκείνη την ταινία, άνοιξε την όρεξη στους παραγωγούς, κάθε προϊόν που μπορούσαν να σκεφτούν θα είχε τη νυχτερίδα πάνω. Ο Burton όμως δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτά, κάθε άλλο, πιθανότατα δεν πολυγούσταρε την πολύ εταιρική προσέγγιση στο φιλμ. Η άποψη και το αισθητικό αποτέλεσμα σίγουρα ήταν πιο ψηλά στη δική του λίστα. Κι έτσι, το αμέσως επόμενο φιλμ θα ήταν ολόδικό του. Ο Ψαλιδοχέρης θα είχε όλα εκείνα τα εχέγγυα-σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη. Τραγικότητα, έντονα αισθητικά κοντράστ, ειρωνική ματιά προς τον προαστιακό καθωσπρεπισμό, μοναξιά και παραμυθένια ομορφιά.

Πέραν του Ψαλιδοχέρη, ο Burton είχε πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού του το αιώνια δικό του πρότζεκτ, το Χριστουγεννιάτικο Εφιάλτη. Το παρελθόν του με τη Disney βέβαια, δεν ήταν και το καλύτερο∙ μερικά μόλις χρόνια πριν, το στούντιο τον είχε αδειάσει, πετώντας του τα προσχέδια για μια από τις πιο ιδιαίτερες (και λιγότερο γνωστές) ταινίες της. Το Black Cauldron του 1985. Εκείνο το φιλμ προχώρησε χωρίς εκείνον εντέλει, κατά μια έννοια έτσι θα γινόταν και με τον Εφιάλτη. Αλλά ως δικό του παιδί, η σφραγίδα του δε μπορούσε να σβήσει. Ο λόγος βέβαια ήταν εντελώς διαφορετικός αυτή τη φορά. Το στούντιο ήθελε και δεύτερο Μπάτμαν. Ο ίδιος, πάλι, όχι. Δεν τον ενδιέφερε η ιδέα του να ξανακάνει το ίδιο πράγμα, οπότε αυτή τη φορά έθεσε εκείνος τη μια και βασική προϋπόθεση: Πλήρη καλλιτεχνικό έλεγχο. Και όπως δε συμβαίνει συνήθως, το στούντιο τον έδωσε. Ο Burton επιστρέφει, μαζί του και ο Μπάτμαν.

Η ταινία, αισθητικά, δένει περισσότερο με τον Ψαλιδοχέρη και τον Εφιάλτη, παρά με το πρώτο Μπάτμαν. Είναι σα μια άτυπη τριλογία των απόκληρα παράξενων. Αυτή τη φορά η Γκόθαμ είναι κατακυριευμένη από τον Burton. Κάθε ίντσα της πόλης φανερώνει μια πιο κλειστή, λιγότερο νουάρ και περισσότερο παραμυθένια οπτική. Όλο το φιλμ είναι ένα γράμμα αγάπης προς το γερμανικό εξπρεσιονισμό, από τα επιβλητικά, πλην όμως αποπνικτικά σετ, στις γκροτέσκες φιγούρες και φυσικά το ξεκάθαρο κλείσιμο ματιού με την ονομασία Μαξ Σρεκ για το χαρακτήρα που υποδύεται ο Christopher Walken. Ένας καινούριος χαρακτήρας, φτιαγμένος από τον Burton και το σεναριογράφο του Daniel Waters, αποτίει φόρο τιμής στο μοναδικό Μαξ Σρεκ, τη μεγάλη φιγούρα του Νοσφεράτου από το κλασικό φιλμ του Φρίντριχ Μουρνάου. Πέραν όμως αυτού, ο χαρακτήρας του Walken έχει και το ψευδώνυμο “Santa Claus of Gotham”, αν και στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα πρότυπο πολίτη στο προσκήνιο/τυπικό μεγαλομανές καθίκι στο παρασκήνιο, σε έναν διόλου διακριτικό παραλληλισμό του αιμοδιψούς βρικόλακα με τον αιμοδιψή μεγαλοεπιχειρηματία. "Santa Claus...afraid not", όπως λέει και ο ίδιος στην ομιλία του προς τις μάζες∙ μάλλον περισσότερο Εμπενέζερ Σκρουτζ, θα λέγαμε εμεις. Τι γίνεται όμως με τους άλλους χαρακτήρες και πώς το χριστουγεννιάτικο υπόβαθρο τους σκιαγραφεί και τους υπερτονίζει;

Γι’ αρχή, έχουμε τον Πιγκουίνο του Danny DeVito. Ο Burton είχε μόνον αυτόν στο μυαλό του για το ρόλο και όταν συναντήθηκαν του έδειξε ένα σκίτσο που είχε κάνει. Έδειχνε ένα μωρό χωρίς χαρακτηριστικά, με χέρια-πτερύγια να κάθεται στην κούνια του. Μια κλασική τραγική μπαρτονική φιγούρα, ο Πιγκουίνος του είναι αρκετά διαφορετικός από αυτόν που ξέραμε στα κόμικ. Αντί για έναν ολίγον σαχλό τύπο με μονοκλ, ημίψηλο καπέλο και πιπάκι-τσιγάρο, πήρε το απαιτούμενο βάθος χαρακτήρα, έγινε το φρικιό της Γκόθαμ, αυτός που θα ήθελε να πάρει τα ηνία του “παράξενου” από τον τύπο που ντύνεται ως νυχτερίδα και προστατεύει την πόλη. Απόκληρος, οι γονείς του τον πέταξαν στον υπόνομο όταν ήταν μωρό λόγω της όψης του, χρησιμοποιεί-απαγάγει το Μαξ Σρεκ για να τον εκβιάσει στο να του δώσει αξίωμα στα της Γκόθαμ, κυνηγώντας τη Δημαρχία της πόλης, αλλά και τη χαμένη του ταξική (και μη) αξιοπρέπεια. Ωστόσο, το μίσος και η οργή του αφενός δεν τον αφήνουν ν' αγιάσει, άλλωστε είναι αμφότερα είναι πιο εμφανή κι από την τερατώδη όψη του, αλλά ταυτόχρονα έχει ενδιαφέρον το πώς η ίδια η πόλη που τον απέρριψε έσπευσε να τον αγκαλιάσει μόλις ξεγελάστηκε από τους υποτιθέμενα αγαθούς σκοπούς του. Η τραγικότητα της φιγούρας του αποτυπώνεται μαεστρικά από το DeVito, σε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς του ρόλους με διαφορά.

Ο έτερος ανταγωνιστής της ταινίας, είναι ίσως και ο πιο ενδιαφέρων. Η Σελίνα Κάιλ/Κατγούμαν της Michelle Pfeiffer, είναι μια από τις πιο εμβληματικές υπερηρωικές ερμηνείες όλων των εποχών. Η δειλή και άβουλη γραμματέας του Σρεκ, στην αρχή της ταινίας οδηγείται από τη φοβία της, τη μελαγχολία της εορταστικής -και όχι μόνο- μοναξιάς και φυσικά τη χαώδη προσωπική αναζήτηση όταν προσπαθείς να πατήσεις στα πόδια σου σε έναν βάναυσο κόσμο. Ώσπου δέχεται κυριολεκτικά και μεταφορικά τη σπρωξιά που την οδηγεί πέρα από τα όριά της, όταν ο Σρεκ την πετάει από το παράθυρο του γραφείου της, διότι ανακάλυψε τα κρυφά του αρχεία-σχέδια για τη Γκόθαμ. Η μεταστροφή είναι ριζική, άγρια κι έντονη∙ η παλιά Σελίνα Κάιλ πεθαίνει και στη θέση της έρχεται η σκοτεινή της πλευρά, η Κατγούμαν. Ιδανική αντιήρωας, κυνηγάει μέχρι τέλους το Σρεκ, συγκρούεται με το Μπάτμαν, συμμαχεί προσωρινά με τον Πιγκουίνο, ερωτεύεται το Μπρους Γουέιν και στο τέλος δε δίνει το happy end στην ταινία, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την εν γένει μελαγχολική κι εορταστική ατμόσφαιρά της κι αποτελώντας τον πραγματικό καταλύτη του φιλμ.

 

Και βέβαια, υπάρχει ο Μπάτμαν. Ο Michael Keaton επιστρέφει, κι αυτός βρισκόταν σε δίλημμα να γυρίσει για το σίκουελ, διότι δεν ήξερε πώς να προσεγγίσει εκ νέου το χαρακτήρα, γι’ αυτό και εδώ έφτιαξε μαζί με το σεναριογράφο κάτι που λίγοι θα έκαναν. Αντί να προσθέτει ατάκες, του ζητούσε να σβήνει, ώστε ο Μπάτμαν να είναι στιβαρός και λιγομίλητος, χωρίς ωστόσο να λείπει από την ταινία, πρόβλημα που αντιμετώπισε ο χαρακτήρας σε άλλες ταινίες αργότερα. Ο Μπάτμαν του Keaton, σιωπηλός, μελετημένος και απόλυτα συνειδητοποιημένος με το ρόλο του, έχει εδώ μερικές από τις ωραιότερες σκηνές στην ιστορία του χαρακτήρα. Η εισαγωγή του στο φιλμ είναι αψεγάδιαστη. Ένας άνθρωπος μόνος στο υπερπολυτελές σαλόνι του, χαμένος στα σκοτάδια του, ζωντανεύει μόνο όταν πέσει επάνω του το φως του καλέσματος, του σινιάλου. Τότε αποκτά πνοή, καθήκον κι αίσθηση. Είναι κι αυτός μια τραγική φιγούρα σαν τους κακοποιούς που καταδιώκει. Ψάχνει τη λύτρωση, νομίζει ότι τη βρίσκει στο πρόσωπο της Σελίνα Κάιλ/Κατγούμαν και γι’ αυτό πράττει την απόλυτη θυσία. Σκοτώνει το Μπάτμαν μπροστά της. Βγάζει τη μάσκα, της ζητάει να μη σκοτώσει το Μαξ Σρεκ, αλλά εκείνη έχει ήδη πάρει την απόφασή της. Το δίπολο Μπάτμαν/Κατγούμαν είναι η κινητήριος δύναμη της ταινίας και η ακροβασία της Michelle Pfeiffer που δεν ξέρεις αν είναι αντιήρωας ή ανταγωνιστής ένα από τα πιο υπέροχα χαρακτηρολογικά παιχνίδια σε υπερηρωικό φιλμ.

Και πού είναι τα Χριστούγεννα σε όλο αυτό θα ρωτήσετε; Η ατμόσφαιρα του Batman Returns, εν γένει η ατμόσφαιρα ενός μπαρτονικού φιλμ δεν είναι κάτι που περιγράφεται εύκολα, όσο βιώνεται. Υπάρχουν αναγνώσεις του φιλμ ως μια πιο ιδιαίτερη, στρεβλή απόδοση της Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας του Ντίκενς, όπως σημειώσαμε πιο πάνω, αλλά νομίζω περισσότερο κι απ' τον Ντίκενς, εδώ ξεχειλίζουν τα "Μαύρα Χριστούγεννα", μια κατηγορία όπου ο Burton παίζει μόνος του μπάλα. Η γλυκιά μοναξιά του χιονισμένου Γκόθαμ, μιας πόλης-τέρας αλλά και μιας πόλης όμορφης είναι το πιο ιδανικό δίπολο για να στήσει ο Burton το φιλμ του. Το χριστουγεννιάτικο υπόβαθρο δεν είναι απλώς εκεί για να υπάρχει, παίζει οργανικό ρόλο, μιας που χρησιμοποείται σκόπιμα για να υπερτονίσει την τραγικότητα των χαρακτήρων ακόμα περισσότερο και να δώσει μια έξτρα υφή στην αφήγηση. Οι καλές πράξεις των Μαξ Σρεκ και Πιγκουίνου για να γλυκάνουν την κοινή γνώμη, η παγίδα στο Μπάτμαν που στήνεται ανήμερα στο άναμμα του χριστουγεννιάτικου δέντρου της πόλης, το φιλί και οι ατάκες κυρίως ανάμεσα στην Κατγουμαν/Μπατμαν αρχικά και σε δεύτερο χρόνο ανάμεσα στη Σελίνα και τον Μπρους παίζουν οργανικό ρόλο στην πλοκή, αλλά στήνουν μια αξέχαστη αισθητική εμπειρία. Ενώ το κλείσιμο του φιλμ, μια ωδή στους αταίριαστους μοναχικούς, όσους σκέφτονται κάποιον με ζεστασιά παρόλο που δε μπορούν να είναι μαζί του, σκιαγραφεί και τονίζει τη σχέση του Μπρους Γουέιν με τη Σελίνα Κάιλ. Είναι εκεί, νοιάζονται ο ένας για τον άλλο, αλλά οι επιλογές τους αποτελούν αγεφύρωτο χάσμα. Ο Μπρους, νομίζει ότι βλέπει τη Σελίνα, σταματάει το αυτοκίνητο, αλλά τελικά βρίσκει μόνο τη γάτα της, την οποία και παίρνει μαζί του. Η μουσική του Danny Elfman, σπαρακτικά υπέροχη σε όλο το φιλμ, εδώ σε ένα μικρό πέρασμα σκιαγραφεί τη χριστουγεννιάτικη γλύκα, θλίψη, αλλά κι ελπίδα. Well, come what may, Merry Christmas Mr. Wayne.

Τελευταία