Ένα Χαμίνι 100 ετών

Η κωμωδία ήταν ένα από τα πρώτα ιδιώματα που απασχόλησαν από τα γεννοφάσκια του τον κινηματογράφο. Καθόλου τυχαίο δεν είναι πως το ευρύ κοινό όταν σκέφτεται τον βωβό κινηματογράφο σκέφτεται πρωτίστως τους κωμικούς αστέρες της εποχής αντί για τις πρώιμες ταινίες τρόμου. Και ενδεχομένως αυτό να συμβαίνει λόγω των κωδίκων που υπάρχουν εντός του ιδιώματος. Η κωμωδία μπορεί να δράσει με εύληπτο τρόπο και σε άλεκτο επίπεδο στο ευρύ κοινό, ενώ το συνηθισμένο στον σύγχρονο τρόμο μάτι δύσκολα μπορεί να ταυτιστεί με το Εργαστήριο του Δρος Καλιγκάρι ή το Νοσφεράτου. Και είναι κάπως δύσκολο να το ενδιαφέρει κάτι που του λείπει ο ήχος και το χρώμα τόσο πολύ ώστε να ανακαλύψει πως μέχρι και η επιστημονική φαντασία είχε ριζώσει εκεί (είτε στο Metropolis είτε στο Aelita). Μοιραία λοιπόν, θα σκεφτεί την κωμωδία. Και κατά πάσα πιθανότητα την πιο αναγνωρίσιμη μορφή της, αυτή του Charlie (ποτέ Charles) Chaplin.

Αν κάτσεις με κάποιον θεωρητικάριο του κινηματογράφου, σίγουρα θα σου μιλήσει για το αντίπαλο δέος του, τον Buster Keaton ως φιλμικά ικανότερο. Λογικό καθώς ο Keaton υπήρξε μέγιστος πειραματιστής και αντιλήφθηκε τις ικανότητες της κάμερας και της διήγησης με τρόπο που ο «συγκεντρωτικός» Chaplin (ο οποίος αναλάμβανε σχεδόν τα πάντα στις ταινίες) δε μπορούσε να αντιληφθεί και συχνά δεν έφτανε στα μεγαλεία του. Αυτό που αγνοείται όμως μέσα από αυτή τη δήλωση, είναι η ανθρώπινη πλευρά του Chaplin. Με τη φιγούρα του Αλητάκου Σαρλό όπως τον μάθαμε στα γαλλοτραφή ελληνικά εδάφη) μπόρεσε να φτιάξει ένα χαρακτήρα αναγνωρίσιμο, έξυπνο, σωματικά αστείο και προπάντων ανθρώπινο. Και επειδή δε μιλάς κάθε μέρα για μια ταινία 100 ετών όπως το The Kid που σήμερα έσβησε τον πρώτο του τριψήφιο αριθμό ζωής, καλό είναι να μιλήσεις για την τρυφερότητά του.

Η ιστορία του πάμπτωχου επισκευαστή παραθύρων που υιοθετεί ένα Χαμίνι (ο ελληνικός τίτλος της ταινίας) και συνεργάζεται μαζί του για να τα φέρουν εις πέρας σε ένα σκληρό κόσμο που οι ταξικές διακρίσεις είναι αρκετές ώστε να μην ελπίζουν για μια καλύτερη μέρα μέχρι το απροσδόκητο happy end είναι μια ταινία διαχρονικά τσαπλινική και συγκινητική. Σε βαθμό που μπορεί κανείς να κατανοήσει γιατί ο Mark Cousins στο The Story Of Film: An Odyssey τον αποκαλεί «Dickens του κινηματογράφου».

Μέσα στην ταινία, ο Chaplin στήνει μια ιστορία που εν πολλοίς θυμίζει τα σκηνικά στα οποία μεγάλωσε: ένα καθεστώς φτώχειας και καταφυγής σε πλάγιες τακτικές προκειμένου να επιβιώσει. Ωστόσο ακόμα κι έτσι βρίσκει αυτές τις χαραμάδες φωτός που κράταγαν τον ίδιο αλλά και τον ήρωά του ζωντανούς και τους επέτρεπαν να μετατρέψουν μια δύσκολη κατάσταση σε αγνό, σωματικό χιούμορ. Η φτώχεια, οι καυγάδες στις φτωχογειτονιές, τα κυνηγητά σε δρόμους και στέγες μετατρέπονται σε μια slapstick κωμωδία με τις αναμενόμενες μελοδραματικές απολήξεις της εποχής.

Μπορεί, όμως, να κατηγορηθεί για μελοδραματισμό; Όχι και αυτό δε συμβαίνει μόνο επειδή αυτός ήταν ο βασικός τρόπος συγκίνησης στα μέσα της εποχής, αλλά κι επειδή η συγκίνηση που προκύπτει εξ αυτού είναι γλυκιά, σχεδόν λυτρωτική μέσα από την αθωότητά της και διαπνέεται από την Αγάπη προς την ανθρωπότητα ως βασική αλήθεια. Πολύ πριν κηρύξει το Αγαπάτε Αλλήλους στον Μεγάλο Δικτάτορα, ο Chaplin κηρύττει την αγάπη η οποία προκύπτει μέσα από τη δυσκολία, που καταλήγει να είναι η κινητήριος δύναμη η οποία σε κάνει να συνεχίζεις να υπάρχεις και δεν παραδίνεσαι. Και είναι τόσο πανανθρώπινα αντιληπτές οι βινιέτες του που δύσκολα δεν αντιλαμβάνεσαι πως ο σκηνοθέτης πραγματικά αγαπούσε τον άνθρωπο και την πάλη του. Η ειλικρίνειά του είναι κάτι παραπάνω από προφανής σε κάθε καρέ.

Αν θέλετε ένα παράδειγμα που να το επιβεβαιώνει αυτό, μην κοιτάξετε πιο μακριά από τον γράφοντα. Σε ηλικία μικρότερη τον έξι ετών είδα αυτήν την ταινία σε κάποιο κανάλι, ένα σαββατιάτικο απόγευμα. Τα γέλια μου διαδέχθηκε ένα γοερό κλάμα το οποίο διήρκησε πάνω από μια ώρα και παρά τις μάταιες απόπειρες των γονιών μου να με ηρεμήσουν, δε μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι την αγνή θλίψη στο πρόσωπο του παιδιού τη στιγμή που το παίρνουν οι αρχές (ο Jackie Coogan ίσως είναι ο καλύτερος ανήλικος ηθοποιός που έχει στηθεί μπροστά από κάμερα, το υποστηρίζω με όλο μου το είναι αυτό). Και ακόμα και σήμερα, αυτή η σκηνή είναι αρκετή ώστε να λυγίσω συναισθηματικά. Και αν ένα μικρό παιδί μπορεί να βιώσει τέτοια συναισθήματα από την κινούμενη εικόνα, τότε ο δημιουργός μπορεί να είναι ήσυχος ότι όλοι μπορούν να αντιληφθούν τα συναισθήματά του.

Έναν αιώνα μετά, το The Kid στέκεται περήφανα δίπλα στα υπόλοιπα αριστουργήματα ενός εκ των θεμελιωτών του Παγκόσμιου Κινηματογράφου. Και το νόημά του παραμένει ανεξίτηλο, αυτό της αγάπης που ανθίζει ακόμα και κάτω από διάτρητες στέγες. Το happy ending της οικογένειας που δημιουργείται εξ απροόπτου και καταφέρνει να ξεπεράσει τα δεινά και να ζήσει μια πιο ευτυχισμένη ζωή μπορεί να μοιάζει ουτοπικό στα κυνικά μάτια του σήμερα. Αυτό το κάνει λιγότερο επιθυμητό όμως;

Τελευταία