Αρχική POP CULTURESERIESNight Stalker: The Hunt for a Serial Killer

Night Stalker: The Hunt for a Serial Killer

Μια από τις βασικές παραμέτρους για ένα ιστορικό/αστυνομικό ντοκιμαντέρ είναι η προσπάθεια να φτάσουμε από το σημείο Α στο σημείο Β. Να πούμε γραμμικά (ή και μη) μια ιστορία διαμέσου συνεντεύξεων, βίντεο, ηχητικών ακόμη και αναπαραστάσεων. Η ιστορική έρευνα στηρίζεται επάνω σε πολλούς πυλώνες και συνήθως βλέποντας μια ντοκιμαντερίστικη αφήγηση παρακολουθούμε μια προσπάθεια ισορροπίας για να βγει παράλληλα ένα θελκτικό προϊόν για το κοινό.

Έναν τέτοιο αγώνα είδαμε με το πρόσφατο true crime ντοκιμαντέρ του Netflix για τον διαβόητο Richard Ramirez, Night Stalker: The Hunt for a Serial Killer. Ο Ramirez τρομοκράτησε την περιοχή του Λος 'Αντζελες αλλά και του Σαν Φρανσίσκο στα μέσα της δεκαετίας του ‘80, χτίζοντας ένα ανατριχιαστικό προφίλ, πονοκεφαλιάζοντας παράλληλα τις Αρχές, οι οποίες αδυνατούσαν να ταυτίσουν όλα τα εγκλήματα πίσω από ένα πρόσωπο. Αυτό έγινε χάρη στις προσπάθειες δυο ντετέκτιβ του τμήματος Ανθρωποκτονιών, των Frank Salerno και Gil Carrillo. Οι δυο τους αποτελούν τους βασικούς χαρακτήρες μιας ανθρώπινης τραγωδίας. Ωστόσο και παρόλη την αδιαμφισβήτητη έλξη των Αμερικανών για τα σώματα ασφαλείας τους, υπάρχει ένας σαφέστατος κορεσμός για τα όσα έγιναν τον προηγούμενο καιρό με τις εγκληματικές ενέργειες αστυνομικών σε βάρος αφροαμερικανών πολιτών, αδύνατον να μην ειδωθεί κάτω από αυτό το πρίσμα πια. Αφηγηματικά, είναι αρκετά απλό και άμεσο, βλέπουμε σχεδόν σε πραγματικό χρόνο το πώς εξελίχθηκαν τα εγκλήματα του Ramirez και μαθαίνουμε την ταυτότητά του στο τελευταίο μόλις επεισόδιο, σε ένα τέχνασμα που ενισχύει τη φιγούρα του τρόμου. Μέχρι τότε ακούμε τα διάφορα παρατσούκλια που χαίρονται τα μίντια να αποδίδουν ή απλώς “ο ύποπτος” σε άπταιστη αστυνομική διάλεκτο.

Από τη μια πλευρά η τακτική των δημιουργών βγάζει απόλυτο νόημα, μιας που στην κοινωνία του θεάματος όλοι παίρνουν λεπτά δημοσιότητας, οι παράνομοι πολύ συχνά, οι ψυχωτικοί δολοφόνοι πολύ πιο συχνά απ’ όσο θα θέλαμε να παραδεχθούμε. Και ο Ramirez δεν είναι καθόλου ξένος σε αυτή τη δημοσιότητα. Από τις πρώτες ημέρες της δίκης μέχρι και το θάνατό του (από φυσικά αίτια περιμένοντας 23 χρόνια τη θανατική ποινή) ουκ ολίγες γκρούπιζ έστελναν φωτογραφίες και γράμματα θαυμασμού προς έναν “εχθρό της κοινωνίας” ή κάποιον που η ζωή και το σύστημα μάσησαν κι έφτυσαν. Ή απλώς επειδή ήταν διάσημος και παρόλη την ατιμέλητη όψη και τα χαλασμένα δόντια, ακόμα εξακολουθούσε να μαγνητίζει το κοινό του, ένα τέλειο παράδειγμα αυθεντικής γοητείας της διαστροφής. Το να θες να μην δοξάσεις έναν τέτοιο τύπο δίνοντάς του προβολή είναι μια απόλυτα θεμιτή κίνηση για το σκηνοθέτη, που όμως μας οδηγεί σε μια αδιέξοδη προβληματική.

Γιατί, από την άλλη πλευρά, ο πόνος και το σκοτάδι που αφήνει μια τέτοια εγκληματική δράση χρειάζονται κάποια λογική εξήγηση, έτσι προσπαθεί να ανταπεξέλθει ο ανθρώπινος νους μπροστά στην παράνοια. Κι εκεί είναι που χάνεται η προαναφερθείσα ισορροπία. Το ντοκιμαντέρ εμπεριέχει αρκετές φωτογραφίες από τις σκηνές των εγκλημάτων -αρκετά περισσότερες απ’ όσες χρειαζόμαστε ως θεατές- ενώ περιέχει ελάχιστες πληροφορίες για τον ίδιο το Ramirez. Έρχεται και φεύγει από τις οθόνες μας ως ένας άγνωστος παράφρων. Μια ενσαρκωμένη δύναμη του Κακού.

Το θέμα είναι όμως να δούμε πίσω από αυτό. Να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε όλα εκείνα τα στοιχεία που τον έθεσαν σε αυτή την τροχιά. Συνήθως, οι μεγαλύτεροι μαγνήτες στις αστυνομικές ιστορίες, είτε πραγματικές είτε φανταστικές, είναι δύο: Η αποκάλυψη του δολοφόνου και τα κίνητρά του. Το ντοκιμαντέρ στήνει με αρκετά καλοφτιαγμένα κόλπα την αφήγηση για τα βήματα από το πρώτο έγκλημα μέχρι τη σύλληψή του. Δε στήνει όμως καθόλου το υπόβαθρο για τη δημιουργία του τέρατος. Το να σπεύσεις να κλείσεις γρήγορα μια υπόθεση χαρακτηρίζοντας κάποιον ως “κακό” ή “παράφρονα” είναι μια μέθοδος που απλώς καλύπτει το πρόβλημα, αλλά δεν προσφέρει πολύτιμα στοιχεία για πρόληψη τέτοιων καταστάσεων. Και το ντοκιμαντέρ φαίνεται να διαιωνίζει την κατάσταση. Απλώς μας τα παρουσιάζει σε ένα ωραίο περιτύλιγμα με καλογυαλισμένα νέον λογότυπα και σκοτεινή μουσική. Eξαιρετικά καλοφτιαγμένο, η μαγιά του όμως χάλασε στο ζήτημα της ουσίας.

Τελευταία