Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΤι είναι ο άνθρωπος, Hiroshi Teshigahara;

Τι είναι ο άνθρωπος, Hiroshi Teshigahara;

Το ιαπωνικό νέο κύμα κινηματογράφου του 1960 έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς σκηνοθέτες της εποχής να εκφραστούν με έναν τρόπο διαφορετικό από την τότε καθιερωμένη φιλμική γλώσσα της χώρας. Τις πανοπλίες των σαμουράι και τα μελοδράματα (τα δύο δημοφιλέστερα φιλμικά ρεύματα της χώρας) διαδέχθηκαν μοντέρνοι προβληματισμοί που περιστρέφονταν γύρω από πολιτικούς στοχασμούς, κοινωνικά ζητήματα που δε θίγονταν όπως ο ρατσισμός απέναντι στους Κορεάτες μετανάστες, η νεανική παραβατικότητα και η σεξουαλικότητα άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Επιπλέον, ανάμεσα σε αυτούς τους προβληματισμούς, άρχισε να αναδεικνύεται μια τάση εξερεύνησης της ταυτότητας του ανθρώπου, τόσο σε εθνικό (η λεγόμενη «ιαπωνικότητα») όσο και σε ατομικό επίπεδο. Μια χώρα που πίεζε τους πολίτες της να καταπιέσουν τον όποιο ατομικό παράγοντα και να κινηθούν συλλογικά προς την πρόοδο, άφησε πολλά αναπάντητα ερωτήματα τα οποία οι σκηνοθέτες κλήθηκαν να διατυπώσουν.

Οι μεγαλύτεροι σκηνοθέτες αυτού του ρεύματος ήταν ο Nagisa Oshima και ο Shohei Imamura, δύο δημιουργοί που μπόρεσαν με τις ταινίες τους να εξερευνήσουν όλο αυτό το πρίσμα προβληματισμών. Στο υπαρξιακό ζήτημα, ωστόσο, κανένας από τους δημιουργούς (με εξαίρεση ίσως τον Akio Jissoji και τη Βουδιστική Τριλογία του) δεν προσέγγισε τόσο βαθιά το ζήτημα της ταυτότητας και της ανθρώπινης ύπαρξης όσο ο Hiroshi Teshigahara, ο οποίος αν ζούσε, σήμερα θα έκλεινε τα 94.

Ο Teshigahara γεννήθηκε στο Tokyo το 1927. Ο πατέρας του ήταν ιδρυτής της οικογενειακής σχολής ikebana (ιαπωνική τέχνη στολισμού με λουλούδια), οπότε από την παιδική ηλικία ήρθε σε επαφή με καλλιτεχνικά ερεθίσματα τα οποία θα τον συνόδευαν για το υπόλοιπο της ζωής του. Μετά την αποφοίτησή του το 1950 από τη Σχολή Καλών Τεχνών του Tokyo, ξεκίνησε να εργάζεται στο χώρο του ντοκιμαντέρ, με το πρώτο που παρήγαγε το 1953 να αφορά τον Hokusai, τον ίσως σημαντικότερο ζωγράφο της Ιαπωνίας. Μετά από αρκετά ντοκιμαντέρ (ένα εκ των οποίων για το ikebana και ένα για τον πυγμάχο Jose Torres) είχε έρθει η ώρα να προχωρήσει στη μυθοπλασία. Υπό τη σκέπη της πρωτοποριακής κολλεκτίβας του Art Theatre Guild (το άσυλο πολλών εκ των πειραματικών καλλιτεχνών της εποχής) και με τον συγγραφέα Kobo Abe να γίνεται ο μακροχρόνιος σεναριογράφος του, η πορεία του στη μυθοπλασία είχε ξεκινήσει.

Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το Pitfall του 1962 θα μπορούσε να παρομοιαστεί ως ένα παράλογο whodunit με μεταφυσικές προεκτάσεις. Ένας πατέρας μαζί με τον ανήλικο γιό του αναζητά εργασία σε ένα ορυχείο. Απρόσμενα, δολοφονείται από έναν άντρα ντυμένο στα λευκά και το πνεύμα του επανέρχεται στον κόσμο για να λύσει το μυστήριο του θανάτου του. ποιος ήταν ο άντρας στα λευκά; Τι σχέση έχει με τα συνδικάτα εργαζομένων των ορυχείων; Ο αμίλητος γιός του θα μπορέσει να συνεισφέρει; Τι συμβαίνει μετά το θάνατο; Αυτά είναι ερωτήματα που τίθενται σε μια ταινία η οποία, συνδυάζοντας το μυστήριο με τον σουρεαλισμό και φιλτράροντάς τα με μια δόση κοινωνικού ρεαλισμού (ο οποίος δείχνει να έχει τις ρίζες του εν μέρει και στον ιταλικό νεορεαλισμό), γοητεύει με τον σχεδόν υπνωτικό ρυθμό της. Η σύμμειξη πραγματικού και μεταφυσικού, ο ήπιος ρυθμός της, η μουσική του πειραματιστή Toru Takemitsu και το σενάριο του Abe συντελούν στη δημιουργία ενός πρωτόλειου που ακόμα και σήμερα στοιχειώνει.

Η δεύτερη και ίσως δημοφιλέστερη ταινία του Teshigahara, το Woman In The Dunes του 1964 είναι και αυτή η οποία τον καθιέρωσε ως σκηνοθέτη και του χάρισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών. Με τη βάση του στον Σίσυφο του Camus, ο σκηνοθέτης με τον Abe στοχάζονται πάνω στο παράλογο ως βασική και πανταχού παρούσα αλήθεια της ανθρώπινης ζωής. Ένας εντομολόγος σε ταξίδι αναψυχής αναζητά κατάλυμα σε μια περιοχή γεμάτη αμμόλοφους. Καταλήγει στο σπίτι μιας χήρας στον πάτο ενός λάκκου η οποία αναγκάζεται να φτυαρίζει καθημερινά την άμμο για να μην πεθάνει. Παγιδεύεται εκεί και παρά τις προσπάθειές του, η διαφυγή φαντάζει αδύνατη. Συνδυάζοντας τον αισθησιασμό του ανθρώπινου σώματος με ερωτήματα σχετικά με το νόημα της ζωής και της πραγματικής ταυτότητας του ανθρώπου ως οντότητα, ο Teshigahara καταφέρνει να παράξει ένα μνημειώδες αριστούργημα, ενίοτε αποπνικτικό και γκροτέσκο, αλλά αποξενωμένα ανθρώπινο. Ένας βαθύς στοχασμός πάνω στην ίδια την ανθρώπινη κατάσταση.

Τρίτη και επίσης αρκετά δημοφιλής ταινία του Teshigahara, το The Face of Another του 1966. Σε αυτό, η ανθρώπινη ταυτότητα είναι το κεντρικό σημείο προβληματισμού. Τι πραγματικά ορίζει το ποιος είσαι; Υπάρχεις πραγματικά αν δεν έχεις ταυτοτικά στοιχεία; Το πρόσωπο είναι αυτό που ορίζει το άτομο; Ο πρωταγωνιστής της ταινίας παραμορφώνεται σε ένα ατύχημα και, προκειμένου να μπορέσει να κυκλοφορήσει ανενόχλητος, φορά τη μάσκα του προσώπου ενός άλλου ανθρώπου και υιοθετεί τον χαρακτήρα του. Προσεγγίζει τη σύζυγό του ως ένας άλλος άνθρωπος. Οι στοχασμοί του είναι διαρκείς. Ποιος πραγματικά είναι; Με στοιχεία που θυμίζουν το Eyes Without A Face του Georges Franju και κυοφορώντας μέχρι και μια κριτική στο τραύμα του βομβαρδισμού της Hiroshima, ο σκηνοθέτης παράγει άλλο ένα αριστούργημα, κλείνοντας μια μνημειώδη τριλογία. Προσωρινά τουλάχιστον μέχρι την επόμενη ταινία του.

Το The Man Without A Map του 1968 συνεχίζει την προβληματική της προηγούμενης ταινίας, αυτής που έμελλε να είναι η τελευταία συνεργασία μεταξύ του σκηνοθέτη και του Abe. Ένας ντετέκτιβ καλείται να λύσει την εξαφάνιση ενός ανθρώπου, μια υπόθεση που μοιάζει άλυτη. Ταυτόχρονα, υιοθετώντας κομμάτια του χαρακτήρα του εξαφανισμένου, αναπτύσσει μια περίεργη σχέση έλξης με τη σύζυγο του. Βουτά όλο και βαθύτερα σε έναν κόσμο γεμάτο παραβατικότητα, καταλήγοντας και αυτός να αμφισβητεί την ίδια του την ταυτότητα. Σε αυτό το κάπως κατώτερο των πρώτων τριών φιλμ, ο Teshigahara έρχεται σε διάλογο με το A Man Vanishes του Imamura, καταφέρνει να κρατήσει ακέραια την ομορφιά του (αυτή τη φορά σε έγχρωμο φιλμ), χωρίς όμως να φτάνει στις προηγούμενες κορυφές.

Μέχρι το 1980, ο Teshigara δεν κατάφερε να φτάσει στα ίδια μεγέθη, σκηνοθετώντας μέχρι και δύο τηλεταινίες με πρωταγωνιστή τον τυφλό σαμουράι Zatoichi. Ο θάνατος του πατέρα του εκείνο το έτος τον ωθεί στο να αναλάβει τα ηνία της οικογενειακής σχολής ikebana. Σπάνια θα επανερχόταν πίσω από την καρέκλα του σκηνοθέτη. Ένα ντοκιμαντέρ για τον Antoni Gaudi, μια ταινία για τον Ιάπωνα δάσκαλο της τέχνης της τεϊοποσίας Rikyu το 1989 και το κύκνειο άσμα της Princess Goh το 1992 ήταν τα τελευταία του δημιουργήματα προτού αποβιώσει το 2001 στην πατρίδα του το Tokyo.

Μπορεί να μη θεωρείται ο σημαντικότερος σκηνοθέτης του ρεύματος στο οποίο κατατάσσεται. Μπορεί να μην έχει ποσοτικά ένα μεγάλο και συνεπές opus. Ωστόσο, κατέθεσε έναν οβολό που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί τόσο σε ιαπωνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Και από το 2009 που τα DVD των τριών πρώτων ταινιών του συμπεριλήφθηκαν στο περιοδικό Σινεμά μέχρι και σήμερα, εξακολουθεί να με στοιχειώνει σε προσωπικό επίπεδο.

Τελευταία