Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑOταν ο Εωσφόρος εξέπεσε στη μεγάλη οθόνη

Oταν ο Εωσφόρος εξέπεσε στη μεγάλη οθόνη

Ο Εκπεσών. Αυτός που αντιστάθηκε. Ο προξενητής των δεινών της ανθρωπότητας. Ο άρχων της αταξίας. Ο εξ' απ' εδώ. Πολλές οι ονομασίες, ακόμα και οι μορφές μιας κεντρικής φιγούρας του χριστιανικού δόγματος, ανεπιθύμητης από τους «ενάρετους» και σύμβολο επανάστασης από τους υπόλοιπους. Ο Εωσφόρος αποτελεί μια φιγούρα που ακόμα και σήμερα διχάζει τον πληθυσμό σχετικά με το ποιόν του. Σε τέτοιο βαθμό επικρατεί αυτός ο διχασμός που εν τέλει είναι αναπόφευκτη και η προσέγγισή του δια της Τέχνης σε όλες τις εκφάνσεις της. Από τη λογοτεχνία του Goethe και του Bulgakov μέχρι τα χαρακτικά του Dore και τους δίσκους των Venom, η παρουσία του έχει απασχολήσει ποικιλόμορφα τον καλλιτεχνικό κόσμο ο οποίος επιχειρεί κάθε φορά να τον ερμηνεύσει ως κάτι αλλιώτικο, με διαφορετικές ιδιότητές του να τονίζονται κάθε φορά.

Η φιγούρα του Εωσφόρου, φυσικά, δε θα μπορούσε παρά να απασχολήσει και τον κινηματογράφο, ήδη από τη γέννησή του. Το 1901 στην ταινία του Robert Paul, The Devil In The Studio κάνει την πρώτη του επίσημη εμφάνιση και έκτοτε ξεκινάνε οι απεικονίσεις του, με δύο από τις γνωστότερες να αφορούν στο Haxan του Benjamin Christensen και το Faust του Friedrich Wilhelm Murnau. Η πορεία του εικοστού αιώνα τον απεκδύει από τις κλασικές του δαιμονικές ιδιότητες και σταδιακά αρχίζει και του δίνει διαφορετικές υποστάσεις.

Έχοντας αυτά κατά νου, λοιπόν, η ομάδα του Depart ξεσκόνισε τα τεφτέρια της για να θυμηθεί τις κινηματογραφικές περιπτώσεις του Διαβόλου που μνημονεύει ως τις αγαπημένες του. Σημείωση. Φυσικά και λείπουν αρκετές πασίγνωστες, φυσικά και δε σημαίνει πως τις αγνοούμε ή δεν τις αγαπάμε. Αλλά όταν έρχεται η ώρα να κάνουμε έναν απολογισμό, σαφώς και έχει περισσότερη πλάκα να σκεφτούμε και εκτός του καθιερωμένου και να προωθήσουμε κάτι το ξεχωριστό. Μια διαβολική πράξη αγάπης, αν μας επιτρέπεται.

Η Κόκκινη Φιγούρα — Post Tenebras Lux (Carlos Reygadas, 2012)


Λίγο πριν ο γάμος του Juan με τη Natalia αρχίσει να καταρρέει, προτού εγκαταλείψουν την πόλη για την εξοχή και πριν ξεκινήσει η σταδιακή ηθική τους κατιούσα, μια λαμπερή κόκκινη φιγούρα επισκέπτεται το σπίτι τους. Τα κέρατά της και η ουρά της το καθιστούν σαφές πως δεν πρόκειται για άλλον πέραν του Διαβόλου, ενός Διαβόλου που ήρθε για να σπείρει την κατάρα του στην οικογένεια. Η σχεδόν γελοία, καρτουνίστικη εμφάνισή του σε συνδυασμό με την ονειρική φύση της σεκάνς και τη μετέπειτα ρεαλιστική χροιά του φιλμ, φανερώνουν την πραγματική του ουσία.

Ο Διάβολος εδώ δεν είναι απαραίτητα μια υπαρκτή, μεταφυσική δύναμη, αλλά μια μεταφορά. Ένας συμβολισμός για τη σκοτεινή πλευρά της ζωής και του ατόμου που τον εξωθούν στην αποκτήνωση και τη βία. Δεν είναι κάτι που απλά προκαλεί δεινά εν αιθρία, αλλά κάτι απτό και σύμφυτο με τον άνθρωπο. Κάτι που δημιουργείται εντός μας, βιολογικά και κοινωνικά. Και όπως φανερώνει η πορεία της ταινίας, όταν δε μπορείς να τον δεις ξεκάθαρα, είναι επειδή κρύβεται στις λεπτομέρειες. Και αυτό ο μεταμοντερνιστής (χωρίς ίχνος ειρωνείας) Reygadas το γνωρίζει. Ενδεχομένως καλύτερα απ' όλους, μιας και η ταινία του είναι κατά το ήμισυ βιογραφική. Να τον φοβάστε αυτόν τον Διάβολο, γιατί σε αυτόν θα δείτε τον εαυτό σας.

Φοίβος

Lucifer — The Prophecy


-
Hello Katherine, we must talk
- Oh my god
- God, god is love, I don't love you

Με την παραπάνω στιχομυθία, ο σκηνοθέτης Gregory Widen, εισάγει τον δικό του Εωσφόρο στην ταινία "The Prophecy".Όσοι δεν την έχετε δει, αξίζει λίγο να αναφερθώ στην πλοκή, ώστε να έχετε στο μυαλό σας το σκηνικό στο οποίο έρχεται ο Viggo Mortensen, κλέβει την παράσταση, την βάζει στην τσέπη του και φεύγει σαν κύριος.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα θρησκευτικού τύπου θρίλερ, όπου o αρχάγγελος Γαβριήλ αποφασίζει να φτιάξει το δικό του βασίλειο στη γη με υπηκόους τους ανθρώπους. Αυτόν το ρόλο ενσαρκώνει ένας από τους εμβληματικότερους κινηματογραφικούς villains, o Christopher Walken. Ενώ σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ο διάβολος λάμπει δια της απουσίας του, προς το τέλος της, εμφανίζεται και μέσα σε τρία περίπου λεπτά, σε κάνει να ξεχάσεις ό,τι είχες δει μέχρι εκείνη την ώρα.  

Η ψιθυριστή φωνή του Δανικής καταγωγής ηθοποιού, τον βοηθά να δημιουργήσει στον θεατή το αίσθημα του τρόμου και η σταθερότητα στον τόνο του, ακόμα και όταν απειλεί την πρωταγωνίστρια ότι θα της ταΐσει κάτι πολύ άσχημο (I can lay you out and fill your mouth with your mother's feces), του προσδίδει το απαιτούμενο κύρος που ταιριάζει στον βασιλιά της κόλασης. Τρία άλλα πράγματα όμως είναι που τον κατατάσσουν πρώτο στα μάτια μου: η ειρωνεία του κάθε φορά που αναφέρεται στον Θεό, ούτε θυμός, ούτε παράπονο, ούτε μίσος, καθαρή και πομπώδης ειρωνεία. Η στάση του σώματος του  θυμίζει όρνεο που περιμένει καρτερικά να κατασπαράξει το μελλοθάνατο θύμα του. Το τρίτο δυσκολεύομαι πολύ να σας το περιγράψω, αφού το γεμάτο απάθεια, αλαζονεία και εμπαιγμό βλέμμα του, είναι τέτοιο, που όταν η κάμερα τον κινηματογραφεί μετωπικά και νιώθεις ότι σε κοιτάει στα μάτια, θες να τα στρέψεις προς άλλη κατεύθυνση.

 Γιώργος

Η διαβολική υγρή μάζα — Prince of Darkness (John Carpenter, 1987)


Τα τέρατα εξακολουθούν να βγαίνουν από τον καθρέφτη. Με αυτό το λιτό και περιεκτικό μήνυμα, ο σκηνοθέτης John Carpenter προειδοποιεί το κοινό, αλλά και τους άμοιρους πρωταγωνιστές ότι απέναντί τους έχουν ένα ανίκητο αντίπαλο, μια δύναμη από το υπερπέραν, μια κυριολεκτική και μεταφορική πηγή του Κακού.

Γιατί το πράσινο δοχείο που φυλάσσεται στα υπόγεια ενός καθεδρικού ναού είναι το απόλυτο κακό. Ο υιός του αντι-Θεού. Ο Σατανάς. Και μολύνοντας αργά και σταδιακά αυτούς που προσπαθούν να το μελετήσουν-αναγνώσουν τα σημάδια του, έρχεται στην επιφάνεια δια μέσου ξενιστών.

Δένοντας επιστήμη και θρησκεία, έρευνα και πίστη, ο Carpenter μας προσφέρει μια ατμοσφαιρική, αποπνικτική και περισσότερο απ' όσο νομίζουμε εσωτερική ματιά επάνω στο αιώνιο δίπολο Καλού-Κακού στο οποίο έχουμε στερεώσει τις ζωές μας. Και το κάνει σε τέτοιο βαθμό, που ενώ έχουμε μικρές εκλάμψεις της πραγματικής φιγούρας του Διαβόλου, εντούτοις λαμβάνουμε στο έπακρο τον αγνό, υπαρξιακό τρόμο. (μπόνους ο Alice Cooper ως διαβολοχτυπημένος είναι πάντοτε μια ωραία πινελιά).

Κώστας

Paul Naschy ως Ο Διάβολος - La Rebelion De las Muertas (Leon Klimovsky, 1973)
 και Inquisicion (Paul Naschy, 1977)


Το να φέρεις αυτό το κόκκινο ανθρωπάκι, που φημολογείται πως είναι υπεύθυνο για όλα τα δεινά της ανθρωπότητας στην μεγάλη (ή και μικρή) οθόνη, δεν είναι από τα πλέον εύκολα εγχειρήματα. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες / ηθοποιοί από την εμφάνιση του. Eξ' απ' εδώ στο κλασσικό Faust του Murnau, μέχρι εκείνη την βιντεοταινία με τον Mπονάτσο, χρησιμοποίησαν πολλούς και διαφόρους τρόπους.

Δύο από τις αγαπημένες μου όμως εμφανίσεις του έρχονται από την Ισπανία και έχουν ως Δγιάολα το αγαπημένο horroricon, Paul Naschy (κατά κόσμον Jacinto Molina Alvarez). Ο Naschy λοιπόν, εμφανίζεται ως ο Σατανάς ο Ίδιος στα "La Rebelion De las Muertas" (Vegeance Of the Zombies, 1973) και "Inquisicion" (Inquisition, 1977).

Αν και οι σκηνοθέτες είναι διαφορετικοί (Την πρώτη ταινία σκηνοθετεί ο Leon Klimovsky, ενώ την δεύτερη ο ίδιος ο Naschy) η προσέγγιση είναι η ίδια, εμφανίζεται μέσω ονειρικών σεκάνς, ντυμένος στα κόκκινα, με κέρατα στην πρώτη, χωρίς κέρατα στην δεύτερη και απλά η κάμερα του κάνει κοντινά με διαφορετικούς φακούς. Προφανώς και περιβάλλεται από αιθέριες, ημίγυμνες παρουσίες (είπαμε, λόγοι που λατρεύουμε τα '70s). Δεν έχει καθόλου διάλογο και χωρίς ιδιαίτερους μορφασμούς είναι ψαρωτικός, επιβλητικός κάτι στο οποίο τον βοηθάει βέβαια και η φυσική του παρουσία (τετράγωνος!). Γιατί, λοιπόν, θεωρώ πως μια τέτοια παρωχημένη για πολλούς, εμφάνιση λίγων λεπτών είναι από τις καλύτερες που έχω δει; Εξυπηρετεί απολύτως το ύφος των ταινιών, έχει ελάχιστο χρόνο στην οθόνη, οπότε δεν τίθεται θέμα εξοικείωσης , εμφανίζεται κυριολεκτικά από το πουθενά και εξαφανίζεται αστραπιαία, οπότε δίνει το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Επίσης δεν υπάρχει διάλογος, έξυπνες ατάκες, βαρύγδουπες δηλώσεις, είναι απλά η ενσάρκωση του «κακού», απλά, λιτά, δωρικά.

Λάμπρος

Daryl Van Horne — The Witches of Eastwick (George Miller, 1987)


Στην μαύρη κωμωδία του George Miller (βλ. Mad Max), ο Jack Nicholson ενσαρκώνει τον Daryl Van Horne. Έστω κι αν δεν γίνεται ξεκάθαρο πως όντως είναι ο διάβολος, κακά τα ψέματα Nicholson και σατανάς αποτελούν έννοιες ταυτόσημες. Τόσο που θα μπορούσε κανείς να πει πως ο Nicholson ερμηνεύει τον ίδιο του τον εαυτό: γοητευτικός, με πειθώ και ευγλωττία, διαβολικός, με μια τεράστια δόση τρέλας και ένα βλέμμα που δεν ξέρεις αν υποδηλώνει πως θέλει να σε σαγηνεύσει ή να σε δολοφονήσει. Ο Daryl Van Horne έρχεται να ταράξει τα νερά της μικρής, υποτιθέμενα συντηρητικής κοινωνίας του Eastwick, μπαίνοντας ανάμεσα σε τρεις φίλες με τον πιο ερωτικό και σατανικό τρόπο. Κι αν ως εδώ ακούγεται σαν '00s rom-com, μόνο αυτό δεν είναι, μιας και οι τρεις αυτές γυναίκες, όχι μόνο δεν τσακώνονται για τον Daryl, αλλά και πιο κοντά καταφέρνει να τις φέρει. Με μια λεπτομέρεια: και οι τρεις είναι μάγισσες. Ο Van Horne, δεν είναι ούτε ο κλασικός κερασφόρος σατανάς, ούτε ο μυστηριώδης, αντικειμενικά όμορφος, σκοτεινός άντρας. Είναι αθυρόστομος, περιπαικτικός, ευθύς μέχρι αηδίας, αλλά με κάτι που σε μαγνητίζει απόκοσμα και σε κάνει να τον μισείς και να τον αγαπάς ταυτοχρόνως. Van Horne is "just your average horny little devil".

Γιάννα

Black Philip — The VVitch (Robert Eggers, 2015)


Black Phillip, Black Phillip
A crown grows out his head,
Black Phillip, Black Phillip
To nanny, queen is wed.
Jump to the fence post,
Running in the stall.
Black Phillip, Black Phillip King of all.

Ο άρχων του σκότους συχνά βρίσκει τρόπους να ενσαρκώνεται σε όντα αθώα, ώστε να πράξει το κακό. Ακόμη πιο συχνά, οι μακάβριες πράξεις του, δεν είναι στεγνές εικόνες αίματος, θανάτου και καθαρτήριου. Ο διάολος αρέσκεται στο να καταναλώνει και άγχος, πίεση, ψυχολογική βία, κρίσεις πανικού, διάολε. Ο εωσφόρος του TheVVitch, δεν είναι μία ιδέα, ένας συμβολισμός, μία παραβολή. Είναι μία κατσίκα, είναι εκεί, ο ίδιος, δε συμβολίζει κανέναν εσωτερικό πόθο, παρά τον εαυτό του, στην πιο γραφική του μάλιστα απεικόνιση.

Η ιστορία ακολουθεί μία κατά το δοκούν πολύτεκνη οικογένεια πουριτανών, που αποχωρίζονται τους συγχωριανούς τους, περί το 17ο αιώνα της αποικιοκρατίας στην Αμερική — γιατί χριστιανισμός  και προσπαθούν να βγάλουν τα προς το ζην, χωρίς τη συμβολή της κοινότητας, γιατί μόνοι τους μπορούν καλύτερα, με πέντε μποστάνια και τρία ζώα. Η εποχή αυτή όμως δεν είναι σε καμία περίπτωση ρόδινη στο ιστορικό φαντασιακό, ειδικά στο χριστιανικό ιστορικό φαντασιακό, αφού οι μάγισσες και το κακό παραφυλούν στη γωνιά, για να κατασπαράξουν κάθε ευτυχισμένο σπιτικό. Κι έτσι, φυσικά, ανάμεσα στα τρία ζώα τους, κουβαλούν τον Σατανά τον ίδιο. Ο Black Philip, όπως ταιριαστά έχουν ονομάσει τον οικόσιτο μαύρο (προφανώς) τράγο, αποτελεί βασικό στοιχείο της καθημερινότητας των πρωταγωνιστών. Κάτι που του δίνει πρόσβαση σε όλες τους τις συνήθειες. Είναι εκεί στα πιο απλά, να χτίζει την αμφιβολία, να γκρεμίζει την εμπιστοσύνη, να καταστρέφει σχέσεις και ανθρώπους, ψιθυρίζοντας τους κακίες και φήμες  πότε μεταφορικά, πότε κυριολεκτικά — και ρίχνοντάς τους στην αμαρτία. Και αυτό το καταφέρνει οικείος ων. Ως μέρος του σπιτικού και της επιβίωσης. Κεντρικός άξονας στη συλλογική ζωή μίας ομάδας, που κάθε ξημέρωμα, τη βρίσκει η μία πληγή του Φαραώ μετά την άλλη, κι εκεί που κι εσείς κι αυτοί φρούδα ελπίζετε ότι "it will get better", αντ' αυτού συμβαίνει κάτι χειρότερο. Και μετά κάτι ακόμη χειρότερο που δεν είχατε καν σκεφτεί, και μετά λες "ναι, αλλά τώρα θα έρθει η λύτρωση", κι αυτή — well. Η δίνη ψυχολογικής παράκρουσης που καταπίνει τους πρωταγωνιστές, δεν αργεί να παρασύρει και τους θεατές μαζί της.

Δεν χρειάζεται καμία επίδειξη δύναμης και εξωκοσμικές φανφάρες. Ο Black Philip διαδραματίζει το ρόλο του σε ένα κατά τα άλλα σιωπηρό συμβούλιο αυλής, ων εκεί για να αδράξει ότι μπορεί. Πόνο, απώλεια, ψυχές. Και ο Black Philip, θριαμβεύει.

Ειρήνη

Louis Cyphre — Angel Heart (Alan Parker, 1987)

 

No matter how cleverly you sneak up on a mirror, your reflection always looks you straight in the eye

Στο εξαιρετικό Angel Heart (1987), ο 'Aλαν Πάρκερ συνδυάζει αριστοτεχνικά το νουάρ με τον ψυχολογικό τρόμο, αναμειγνύοντας μυστήριο, αρχαίες τελετές και βουντού. Παρακολουθούμε τον ιδιωτικό επιθεωρητή Χάρι Έιντζελ (Mickey Roorke), να κατρακυλά συναισθηματικά αλλά και σωματικά όταν μπλέκεται σε μια υπόθεση με αιματηρές δολοφονίες για χάρη του πελάτη του Λουίς Σάιφερ (Robert De Niro). Αν και το film προσφέρει στοιχεία ικανά να αφήσουν υποψίες για την πραγματική φύση του Λουί Σάιφερ (Louis Cyphre) ως Εωσφόρο (Lucifer), αυτό γίνεται ξεκάθαρο στην τρίτη πράξη. Ο De Niro ως τότε υποδύεται έναν μυστηριώδη ευκατάστατο κύριο, ήρεμο σαν κοιμισμένο ηφαίστειο που δίνει όμως την αίσθηση, πως αν η ελάχιστη σεισμική δόνηση ανοίξει την γη και μαζί με τα αέρια και τη λάβα, θα πεταχτούν έξω τα δαιμόνια και των εννέα πύλεων της κόλασης, ο ίδιος δε θα είναι ντυμένος στην πένα βαστώντας μπαστούνι με διαμάντια αλλά θα έχει βγάλει έξω κέρατα, ουρά και τρίαινα, ξερογλείφοντας την φιδίσια γλώσσα του στην όψη του κακόμοιρου Χάρι. 

Ο Roorke παίζει άψογα κερδίζοντας τις εντυπώσεις, ωστόσο ο De Niro και η περσόνα του επιφανή κυρίου Λουίς Σάιφερ (παρουσιαστικό εμπνευσμένο εδώ από τον φίλο του, Σκορσέζε) μου χάρισε μια από τις πολύ αγαπημένες μου σκηνές στην ιστορία του καλτ σινεμά. Σε ένα μικρό καφέ όπου συναντιούνται οι δυο τους, ο Χάρι παραιτείται από την υπόθεση λόγω επικινδυνότητας. Ο Λουίς του προσφέρει περισσότερα χρήματα και καταφέρνει εύκολα να του αλλάξει γνώμη. Στη συνέχεια, καθώς καθαρίζει ένα αυγό λέει στον Χάρι πως σε ορισμένες θρησκείες το αυγό συμβολίζει την ψυχή κι έπειτα καταβροχθίζει το αυγό κοιτάζοντάς τον γεμάτος μίσος. Υπέροχος μινιμαλιστικός De Niro, σε έναν σύντομο ρόλο που εύκολα θα μπορούσε να έχει καταλήξει καρικατούρα.

Aκης

Τελευταία