Αρχική ΜΟΥΣΙΚΗΔΙΣΚΟΚΡΙΤΙΚΕΣThe Body - I΄ve Seen All I Need To See

The Body - I΄ve Seen All I Need To See

Ακόμα μια γροθιά στο στομάχι από αυτήν την άκρως δημιουργική αμερικανική μπάντα The Body και την σιγά σιγά όλο και πιο αγαπημένη μου ανεξάρτητη δισκογραφική Thrill Jokey. Κι ο τίτλος του τελευταίου album της μάλλον αλληγορικός, όπως και οι στίχοι που πρωτοακούμε στο τελευταίο τους δημιούργημα “To climb these stairs again” μιας και κατάφεραν να συμμαζέψουν την αισθητική από όλες τους τις προηγούμενες δουλειές σε 8 νέα κομμάτια που ακούγονται φρέσκα, ενοχλητικά και άκρως επιθετικά όπως μας έχουν συνηθίσει.

Δεν είμαι ακροατής τους χρόνια -κακώς-, τους έμαθα μόλις πριν από καμιά δεκαριά μήνες κι αυτό από σπόντα όταν επέλεξα να γράψω για τον δίσκο “Grave of a Dog” των Sightless Pit όπου συμμετείχε ο Lee Buford. Κι έπειτα έβγαλα εβδομάδες κυριολεκτικά, στη δουλειά και στο σπίτι, με τα ακουστικά στ’ αφτιά και τον ήχο τσίτα, δε φταίνε σε τίποτα οι γείτονες 3 η ώρα τα ξημερώματα.

Το κυρίως doom/sludge/noise/industrial αμάλγαμα του ήχου τους θα μπορούσε κανείς, σε λεκτικό επίπεδο τουλάχιστον, να το προσπεράσει γιατί κι εγώ κουράστηκα να το γράψω. Την αισθητική του όμως δύσκολα. Κι εδώ μας την ξαναδίνουν ωμή και στο πιάτο όπως συνηθίζουν. Μονότονοι ρυθμοί -όταν υπάρχουν ρυθμοί-, αλλοιωμένα φωνητικά, πλήκτρα με απόκοσμο ήχο, synths που πραγματικά αποτελούν συχνά τη ραχοκοκαλιά των κομματιών κι ας κάθονται στα μετόπισθεν, samples που και πάλι έχουν κακοποιηθεί*, παραμορφώσεις στα όργανα και “μελωδίες” που πιο πολύ θυμίζουν βόμβο, pitching up/down όπου μπορεί κάποιος να φανταστεί και θόρυβος, πολύς θόρυβος, ΠΟΛΥΣ ΘΟΡΥΒΟΣ. Ωστόσο το ντουέτο των Lee Bufford με τον Chip King, φροντίζει να μας δίνει μια αίσθηση αρμονίας, μουσικής συνοχής, περαιτέρω εξερεύνησης του μουσικού μονοπατιού που έχουν επιλέξει και κατάνυξης, μέσα από έναν ακόμα άκρως επιβλητικό τους δίσκο, με αρκετούς συντελεστές πέραν των ίδιων.

Αυτός ο δίσκος δε πρόκειται να σε τραβήξει και να σε αφήσει να φύγεις μακριά του, θα κάτσεις εκεί να τον ακούσεις μέχρι να τελειώσει και στο καπάκι θα τον βάλεις να τον ξανακούσεις για να προσπαθήσεις να τον εμπεδώσεις και να ψάξεις αυτά που στην πρώτη ακρόαση έχασες και μετά και τρίτη φορά για τον ίδιο λόγο και πάει λέγοντας. Το θέμα εδώ είναι πως έχει φτιαχτεί, κι επιμένω στο ρήμα φτιαχτεί, σε layers ( θα μπορούσα να πω και στρώματα, αλλά δε μου κάθεται τόσο καλά ). Κάθε κομμάτι δείχνει να έχει γραφτεί και ξαναγραφτεί και ξαναγραφτεί και ξαναγραφτεί… μέχρι να χωρέσουν όλα μέσα, μέχρι να βρουν όλα τη θέση τους, μέχρι να γεμίσουν το όποιο ανεπιθύμητο κενό. Μέχρι να χωρέσουν και τις μελωδίες που δεν είναι βόμβοι.

Ο δίσκος σε βάζει στο κλίμα με τους στίχους του ποιήματος του “The Kaleidoscope” του Douglas Dunn που δεν γνώριζα και έκατσα να διαβάσω και βρέθηκα και πάλι στην ίδια συναισθηματική κατάσταση που κάθε δίσκος τους φροντίζει από νωρίς να σε βάζει. Να νιώθω παρατηρητής και πρωτίστως ακροατής σε ένα άβολο σκηνικό, βουβός και ανίκανος να αντιδράσω στα ερεθίσματα που δέχομαι, παρά μόνο όταν όλο αυτό το “τελετουργικό” τελειώσει αφήνοντας μου ένα σωρό από εικόνες που σίγουρα θα επανέλθουν και θα εμπλουτιστούν την επόμενη φορά που θα “μετέχω” και πάλι σε αυτό. Εικόνες που στη συνέχεια αποκτούν δράση. Δεν ξέρω πως το καταφέρνουν αλλά με κάθε ακρόαση αυτού του δίσκου ένιωσα σαν να διαδραματίζεται μπροστά μου μια ολόκληρη θεατρική παράσταση, τόσο έντονη και υποβλητική που και να θέλω δε μπορώ να σηκωθώ να φύγω. Πρέπει να περιμένω να τελειώσει για να φύγει αυτή η προσωρινή παράλυση και να μπορέσω να κινηθώ. Και δεν είναι η πρώτη φορά που καταφέρνουν κάτι τέτοιο, στο πολυαγαπημένο “I Have Fought Against It, but I Can’t Any Longer” μου είχε ξανασυμβεί το ίδιο. Αλλά εκείνο ήταν πιο εσωστρεφές και κλειστοφοβικό, ενώ εδώ επικρατεί μια ηρεμία και αναγνώριση της κατάστασης, μια κάποια λύτρωση ή κατανόηση και σίγουρα κατεύθυνση των συναισθημάτων. Φουφ...

Το συγκλονιστικό με αυτή την μπάντα και τις δουλειές τις είναι ότι καταφέρνουν να τις γεμίζουν με τις ποικίλες εκφράσεις των ιδεών τους χωρίς να γίνονται κουραστικοί ή να επαναλαμβάνονται και τα κομμάτια τους να είναι γεμάτα και παράλληλα λιτά, straight to the point. Όλα τους ένα προς ένα χτίζουν την ατμόσφαιρα και φέρνουν την κορύφωση του δίσκου τη στιγμή που πρέπει πριν πνίξουν το θύμα-ακροατή σε αυτόν τον ωκεανό συναισθημάτων. Εάν έπειτα από 22 χρόνια ενεργής μουσικής παρουσίας αυτοί οι δύο τύποι (και οι φίλοι τους) είναι ικανοί για κάτι τέτοιο, τότε μάλλον έχουμε να αναμένουμε πολλά ακόμα από τους The Body ως μπάντα καθώς κι από τις συνεργασίες τους σε δικά τους άλμπουμ, όπως εδώ, ή σε δουλειές άλλων και τα τόσα project που κατά καιρούς συμμετέχουν.

Rating: 

 8.0


Εταιρεία: Thrill Jokey
Genre: Death Industrial/ Power Electronics
Παραγωγός: Seth Manchester
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 29/01/2021
Band Links: The Body, Facebook, Spotify, Bandcamp

Τελευταία