Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΈχει αξία ο βωβός κινηματογράφος σήμερα;

Έχει αξία ο βωβός κινηματογράφος σήμερα;

Από την εποχή του Edison και τον Lumiere ο κινηματογράφος έχει προχωρήσει εντυπωσιακά πολύ. Τεχνικά, αφηγηματικά, ερμηνευτικά, δε θυμίζει σε τίποτα αυτό που ήταν όταν ξεκίνησε. Πλέον είναι πολύ πιο εύκολο για τον θεατή να πιστέψει ότι οι πρωταγωνιστές μια ταινίας βρίσκονται σε έναν μακρινό πλανήτη και συναναστρέφονται με εξωγήινες οντότητες ενώ στην πραγματικότητα βρίσκονται σε ένα στούντιο και όλα αυτά αποτελούν προϊόν προσεγμένων εφέ.

Ταυτόχρονα ο ήχος σε μια ταινία είναι μια ολόκληρη επιστήμη. Από το πώς θα ακούγονται οι πρωταγωνιστές, πώς θα χρησιμοποιούν τις φωνές του, στο πώς θα ακούγεται το περιβάλλον και η επιλογή (ή μη) της χρήσης μουσικής και της σύνθεσής της, είναι ζητήματα στα οποία έχουν αφιερωθεί σελίδες επί σελίδων, τόσο στην απλή κινηματογραφική αρθρογραφία όσο και στο ακαδημαϊκό πεδίο.

Ξεχνάμε, όμως πως τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Στα γεννοφάσκια του κινηματογράφου δεν μπορούσες να ακούσεις τους πρωταγωνιστές, παρά μόνο να τους δεις. Σίγουρα όμως οι πρώτες προβολές ήταν γεμάτες ήχους. Τον πολύ δυνατό θόρυβο των πρώτων κινηματογραφικών προβολών διαδέχτηκε η συνοδεία της προβολής με ζωντανή μουσική, ενώ στην Ιαπωνία οι benshi (και αντίστοιχα στην Κίνα οι benzi) εξηγούσαν στο κοινό τι ακριβώς έβλεπε, ντύνοντας τις σιωπηλές εικόνες με τη φωνή τους.

Η έλλειψη του ήχου και οι βωβές φιγούρες των ταινιών της περιόδου προκαλούν σε όποιον μπορέσει να αφεθεί σε αυτές ένα άβολο ρίγος


Από τότε, ο κινηματογράφος έχει κάνει αλματώδη πρόοδο. Ήδη από τις πρώτες ομιλούσες ταινίες το πεδίο ξεκίνησε να αλλάζει. Οι μπάντες που έπαιζαν στις προβολές και οι benshi διαμαρτυρήθηκαν για τον θάνατο των κλάδων τους. Πολλοί ηθοποιοί που είχαν φωνές ακατάλληλες για τους ρόλους που υποδύονταν απολύθηκαν και αρκετοί σκηνοθέτες αρνούνταν να προχωρήσουν στη σκηνοθεσία με ήχο. Ωστόσο, όλος ο κλάδος ήρθε ένα βήμα πιο κοντά στην τέχνη που γνωρίζουμε σήμερα, γεννώντας νέα μεγαθήρια που αντιλήφθηκαν το ρόλο του ήχου ως αφηγηματικό μέσο στο σελλιλόιντ.

Με αυτές τις εξελίξεις προκύπτουν και διάφορες απορίες. Εφόσον ο κινηματογράφος εξελίχθηκε, έχουμε τίποτα να πάρουμε από τι ταινίες που εκτός από χρώμα στερούνται και ήχου; Είναι ξεπερασμένες και ελαττωματικές αυτές οι ταινίες στο σήμερα; Είναι ένα τεκμήριο που μόνο ιστορική αξία έχει; Η απάντηση είναι πως όχι μόνο αξίζει, αλλά οφείλουμε να τις μελετάμε.

Χωρίς ίχνος ελιτισμού, καταλαβαίνω πλήρως το γιατί κάποιος δε θέλει να δει μια ασπρόμαυρη, βωβή ταινία (εν αντιθέσει με αυτούς που δε βλέπουν μια ταινία λόγω γλώσσας και προέλευσης). Όταν έχεις συνηθίσει να συνδυάζεις αισθήσεις σε μια διαδικασία είναι δύσκολο να το κάνεις χωρίς να αξιοποιείς τη μία. Ταυτόχρονα, σε κάποιους μπορεί να φαίνονται από ψεύτικες ως και γελοίες και ως εκ τούτου να αδυνατούν να ταυτιστούν. Αλλά η αλήθεια είναι πως αν κοιτάξουμε καλύτερα, θα δούμε όχι μόνο έναν άλλο πολιτισμό, αλλά μια άλλη μορφή τέχνης, στην οποία οφείλουμε όσα ξέρουμε σήμερα. Ο κινηματογράφος ελλείψει του ήχου, είχε τη δυνατότητα να εκφράσει μια υποκριτική τέχνη η οποία αφηγούνταν τα πάντα μέσω της εικόνας. Ό,τι έπρεπε να ειπωθεί, γινόταν με εικόνες, με κινήσεις, εκφράσεις, δίνοντας την ευκαιρία στους σκηνοθέτες να ανακαλύψουν τις μεθόδους αξιοποίησης του φιλμικού μέσου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να μπούμε στη λογική ενός ανθρώπου που έπρεπε να «ζωγραφίσει» χρησιμοποιώντας ως καμβά την κινούμενη εικόνα για να διηγηθεί μια σύνθετη ιστορία. Συχνά δε, να μπορέσει να περάσει και μηνύματα που δεν άπτονται αποκλειστικά της πλοκής, αλλά και βαθύτερων. Ο μεγαλύτερος των σοβιετικών σκηνοθετών, Sergei Eisenstein, μπόρεσε να απεικονίσει την καταπίεση των ανθρώπων και τη βία απέναντι στον απλό λαό με μια από τις πιο αξιοσημείωτες σεκάνς του κινηματογράφου, αυτή της σκάλας της Οδησσού στο Θωρηκτό Ποτέμκιν με ένα συγκλονιστικό μοντάζ το οποίο ακόμα και σήμερα προκαλεί δέος.

Επιπλέον, όσο περίεργο και να ακούγεται, αλλά ο τρόμος του βωβού κινηματογράφου, έχει μια αλλόκοσμη γοητεία. Η έλλειψη του ήχου και οι βωβές φιγούρες των ταινιών της περιόδου προκαλούν σε όποιον μπορέσει να αφεθεί σε αυτές ένα άβολο ρίγος, καθώς αυτά που βλέπουν φαντάζουν σχεδόν αφύσικα. Τα παραδείγματα πολλά, ειδικά αν ψάξουμε στο πεδίο του γερμανικού εξπρεσιονισμού και σε ταινίες με τέρατα όπως το Εργαστήρι του Δρος Καλιγκάρι και το Νοσφεράτου. Αλλά σίγουρα έκπληξη προκαλεί μια σουηδικη παραγωγή του Victor Sjostrom, Η 'Aμαξα Φάντασμα, μια ταινία του 1921 που απεικονίζει ανατριχιαστικά μεταθανάτιες εμπειρίες.

Μιλώντας περί γερμανικού εξπρεσιονισμού, ορισμένες ταινίες μπορούν να προκαλέσουν ως και δέος στους σημερινούς θεατές αν αναλογιστούν το πώς γυρίστηκαν σε μια εποχή που τα μέσα ήταν σαφώς λιγότερα σε σύγκριση με τα σημερινά. Μια από αυτές τις ταινίες, το Metropolis του Fritz Lang, ακόμα και σήμερα φαίνεται ως ένα επίτευγμα, αντίστοιχο της Μισαλλοδοξίας του (υπεύθυνου για την κατάφωρα ρατσιστική Γέννηση Ενός Έθνους) David Work Griffith. Όλες οι κατασκευές μιας φουτουριστικής πόλης με έντονα ταξικά στοιχεία, θέλοντας και μη εξακολουθούν να συγκλονίζουν σχεδόν έναν αιώνα μετά.

Μιλώντας περί του Metropolis, εδώ συνίσταται και μια ακόμα ενδιαφέρουσα συνισταμένη: η έμπνευση που μεταγενέστεροι δημιουργοί άντλησαν από αυτές προκειμένου να επέμβουν με τον τρόπο τους. Χαρακτηριστικά, ο Giorgio Moroder το 1984 προσπαθώντας να αποκαταστήσει ένα χαμένο μέρος της ταινίας, χρωματίζοντας μέρη του φιλμ, προσθέτοντας φωτογραφίες και επεξηγήσεις και ντύνοντάς τη με ένα σύγχρονο soundtrack που επιμελήθηκε ο ίδιος και περιλάμβανε ονόματα όπως την Pat Benatar και τον Freddy Mercury.

Ανάλογη έμπνευση άντλησε και ο Richard Einhorn, ο οποίος επιμελήθηκε ένα ορχηστρικό soundtrack για το Πάθος της Ιωάννας της Λωραίνης του Carl Dreyer, μια ταινία την οποία θα θυμηθούμε για έναν άλλο λόγο: την ερμηνεία της Renee Falconetti. Οι ερμηνείες στο βωβό κινηματογράφο όφειλαν να εκφράζουν τα συναισθήματα με έναν καταφανή τρόπο (φτάνοντας ακόμα και στην υπερβολή όπως στην περίπτωση του προαναφερθέντος εξπρεσιονισμού). Όμως η συγκεκριμένη ταινία περιέχει μια κεντρική ερμηνεία τόσο σπαρακτικά θρηνητική και ταυτόχρονα απέριττη που ακόμα κι αν δεν ακούμε ποτέ την απεγνωσμένη φωνή της Falconetti, δε μπορούμε να κρατήσουμε τα δάκρυά μας. Τόσο σπαρακτική που δεν μπορούμε να ακούσουμε ούτε το συνεργείο που όπως αναφέρεται έκλαιγε σύσσωμο από την ερμηνεία της.

Μιλώντας περί ερμηνειών, όσο και να αποτελεί εύκολη λύση το συγκεκριμένο επιχείρημα, η βωβή κωμωδία, αν και υπέρμετρα κινητική και βίαιη, έχει μια παραδεκτή χάρη. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον Charlie Chaplin ο οποίος σωματοποιούσε πλήρως τον χαρακτήρα του, αποδίδοντας τον με πλήρη ενέργεια. Ο Buster Keaton χρησιμοποιεί το σώμα και την κίνηση σε συνδυασμό με ένα ανέκφραστο πρόσωπο για να εξάγει αβίαστα γέλια. Και τελικά όλοι τους θυμόμαστε ως μερικά από τα μεγαλύτερα ταλέντα της Έβδομης Τέχνης. Τα gags τους παραμένουν αιώνια.

Εν τέλει, είναι εν μέρει δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς μια βωβή ταινία. Γεγονός απόλυτα κατανοητό. Είναι όμως χρήσιμο και εκτός του ιστορικού/εγκυκλοπαιδικού συμφραζομένου. Γιατί, μην ξεχνάμε, ο κινηματογράφος πρωτίστως υπήρξε η τέχνη της εικόνας και πριν τα περισπούδαστα λόγια και τις ατάκες που θυμόμαστε, με αυτήν ως βάση λειτουργούσε. Και αυτό οφείλουμε να θυμόμαστε κάθε φορά που βλέπουμε μια ταινία, πως χωρίς την αξία της εικόνας πρωτίστως, ο κινηματογράφος καταλήγει ένα κενό σώμα για τον ήχο. Και αυτές οι ταινίες κατά μια έννοια εξακολουθούν να εμπνέουν σκηνοθέτες όπως τον Ουκρανό Myroslav Shlaboshpytskiy ο οποίος το 2014 σκηνοθέτησε τη Φυλή, μια συγκλονιστική ταινία με κωφάλαλους πρωταγωνιστές θυμίζοντάς μας πως ο ήχος (εκτός από μια περίπτωση μέσα στην ταινία) είναι ένα συμπληρωματικό στοιχείο όταν μιλάμε για μια τέχνη της εικόνας.

Τελευταία