Αρχική EVENTSΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣDead Can Dance 03/07/2019 @Ηρώδειο

Dead Can Dance 03/07/2019 @Ηρώδειο

Το 2019 στο προσωπικό μου ημερολόγιο καταγράφεται ως η χειρότερη χρονιά της ζωής μου. Σε σημείο που ακόμα και η καραντίνα μου φαίνεται παιχνιδάκι σε σχέση με αυτά που έζησα τότε λόγω προσωπικών συνθηκών. Σίγουρα είχε πανέμορφες στιγμές, αλλά όταν με ρωτάνε για το 2019, το ψυχικό κλίμα που θα θυμάμαι θα είναι αρκετά σκοτεινό. Ανάμεσα στις εξαιρέσεις, όμως, θα βρίσκεται το θέμα αυτού του κειμένου: η συναυλία των Dead Can Dance στο Ηρώδειο.

Από το 2009 που ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική τους, παραμένουν το αγαπημένο μου συγκρότημα. Μια από τις μόνες περιπτώσεις που μπορούν να με ταξιδέψουν σε ένα συναισθηματικό πεδίο το οποίο δεν ενέχει κάποιο από τα γήινα συναισθήματα αλλά αντ’ αυτού κυριαρχεί ένα σχεδόν ένθεο δέος, μια θρησκευτικής φύσεως κατάνυξη. Είχα την τύχη να τους δω δύο φορές ζωντανά για την προώθηση του Anastasis (ένας πραγματικά εκπληκτικός comeback δίσκος μετά από χρόνια απουσίας από τα δισκογραφικά δρώμενα), το 2012 στο Λυκαβηττό και το 2013 στη Μαλακάσα. Όσο αξιομνημόνευτες και να ήταν αυτές οι δύο εμφανίσεις, με είχαν αφήσει με την αίσθηση του ανεκπλήρωτου. Εστιάζοντας κυρίως στο νεότερο (μετά το Aion) υλικό τους, είχαν αφήσει ελάχιστα παράθυρα για το παρελθόν. Την πρώτη φορά το Host of Seraphim και τη δεύτερη τα Cantara και Black Sun μας πήγαν τόσο-όσο πίσω στη δισκογραφία τους, μια γεύση από ένα όνειρο που περίμενα να ζήσω. Το οποίο πραγματοποιήθηκε το 2019 με αφορμή την best-of περιοδεία τους σε μια συναυλία που έκλεινε μια τουρνέ η οποία αρχικά δε συμπεριλάμβανε την Αθήνα, μέχρι που τα πλάνα άλλαξαν.

Το Ηρώδειο κάτω από την απογευματινή λαύρα στις 3 Ιουλίου ήταν πραγματικά ένα ευχάριστο σκηνικό που μου επέτρεπε να κάνω ένα διάλειμμα από την ψυχολογία μου ενώ στο Γκάζι οι Lamb of God έπαιζαν για το άλλο μισό συναυλιακό κοινό. Το ίδιο καλοκαίρι είχα την τύχη να δω στον ίδιο χώρο τον Θάνο Μικρούτσικο για τελευταία φορά σε μια συναυλία αποκλειστικά με τις μελοποιήσεις του Καββαδία και λίγες μέρες μετά τους Cure στην Πλατεία Νερού. Τρία όνειρα που πραγματοποιήθηκαν σε ένα καλοκαίρι. Αλλά γι’ αυτό που θα ζούσα εκείνο το βράδυ δεν μπορούσα να είμαι έτοιμος. Γιατί μόλις έδυσε ο ήλιος, πολλά απωθημένα μιας δεκαετίας εκπληρώθηκαν.

Θυμάμαι τον ουρανό να έχει μαυρίσει αρκετά μα όχι ολοκληρωτικά τη στιγμή που τα φώτα άναψαν και όλοι τους βγήκαν στη σκηνή με τον πάντα μαυροντυμένο Brendan Perry να έρχεται σε αντίθεση με το πάλλευκο μακρύ φόρεμα της αγαπημένης μου φωνής που έχει ηχογραφηθεί ποτέ σε δίσκο, Lisa Gerrard. Με θυμάμαι να κρατάω την ανάσα μου μέχρι να ακουστεί η πρώτη νότα. Και μαζί με την ανάσα μου, στην εισαγωγή του Anywhere Out of The World έφυγε και ένα δάκρυ. Το πρώτο από τα πολλά που θα ακολουθούσαν στη συνέχεια.

Είναι δύσκολο να περιγράψω τι ακριβώς αισθανόμουν όσο άκουγα κομμάτια που με έχουν συνοδεύσει για μια δεκαετία. Κυρίως γιατί τα θυμάμαι όλα σα μια συμπιεσμένη και μάλλον εξωσωματική εμπειρία που όσο γραφικό ακούγεται, άλλο τόσο είναι η αλήθεια. Γιατί από το βαθύ παρελθόν του ομώνυμου ντεμπούτου (σχεδόν δε μπορούσα να αναπνεύσω στο In Power We Entrust The Love Advocated) ξαναερχόμασταν στο παρόν του Dionysus με το Dance of The Bacchantes. Ενδιάμεσα πραγματοποιήθηκαν πολλά τέτοια ταξίδια και συνειρμοί με στιγμές και βιώματα που πάντα γυρνούσαν σε εκείνο το βράδυ στην Εύβοια όταν, σε ένα ημιφωτισμένο δωμάτιο, το Aion μου δημιούργησε πρωτόγνωρα συναισθήματα.

Τα πάντα είναι σκόρπιες εικόνες. Οι ιαχές του κόσμου στο ξεκίνημα του Xavier και του Cantara, ο συγκρατημένος θρήνος του Host Of Seraphim, η θερινή μελαγχολία του Labour of Love, ο κέλτικος πόνος του The Wind That Shakes The Barley, τα παιχνίδια του πολυοργανίστα αδερφού του Brendan Perry με τον υπεύθυνο για τα κρουστά στο The Carnival Is Over. Το πρόσφατο παρελθόν και οι δύο προηγούμενες συναυλίες μέσω του Amnesia και το καθιερωμένο της διασκευής του Song To The Siren. Και το The Promised Womb ως υπενθύμιση ενός κύκλου που έκλεινε μετά από 10 χρόνια. Τα τρία κομμάτια του Spleen And Ideal. Σποραδικές εικόνες που τις θυμάμαι τόσο καλά ώστε να μην μπορώ να τις περιγράψω, φοβούμενος μην τις εκφυλίσω.

Το να μιλήσω για απόδοση ή κάποιο τεχνικό ζήτημα είναι μάλλον άχρηστο. Όχι επειδή δεν έχει σημασία αλλά επειδή το θεωρώ (κι εγώ και όσοι έχουν παρευρεθεί σε συναυλία των Dead Can Dance) αυτονόητο. Σχεδόν αναλλοίωτες από τον χρόνο οι φωνές του διδύμου που για πάνω από 40 χρόνια εξερευνά τα όρια της μουσικής μέθεξης, αν όχι πιο μεστωμένες και σίγουρες, σε εκτελέσεις που τιμούν αυτούς που τους ακολουθούν μέσα στα χρόνια. Προτιμώ, λοιπόν να θυμάμαι τα πάντα ως ένα σύνολο πνιγμένων λυγμών για να μη χαλάσω τη μαγεία της στιγμής, μέσα από δύο λερωμένους από τα δάκρυα φακούς γυαλιών που συνέβαλλαν στο να ανακουφίσουν τους ριζωμένους μέσα στη χρονιά πόνους μου. Μια όαση που έληξε υπό τους ήχους του Severance.

Φυσικά και δεν άκουσα όλα τα κομμάτια που θα ήθελα εκείνο το βράδυ. Μπορεί να τίμησαν με τρία κομμάτια το Spleen And Ideal αλλά ένα De Profundiis το ήθελα. Και ένα Summoning of The Muse. Και λίγη παραπάνω έμφαση στο Aion και στην αγάπη που έχω για τα Song of The Sibyl και End of Words. Έφυγα ανικανοποίητος; Καθόλου. Παραμένει η καλύτερη συναυλία που είδα ποτέ μου και τα από πάνω ονειρώξεις ενός φαν που έχει μάθει να μην απαιτεί. Και πως θα μπορούσα να απαιτήσω κάτι όταν μου χάρισαν μια τέτοια εμπειρία άλλωστε;

Σε συνδυασμό με τις αγκαλιές που έλαβαν χώρα με αγαπημένα άτομα και την παραληρηματική αποθέωση αυτού που ζήσαμε, παραμένει μια μέρα σημαντική για μένα. Γιατί χωρίς αυτή, δεν ξέρω αν θα είχα αποθέματα ελπίδας για την υπόλοιπη χρονιά. Αλλά εκείνο το βράδυ έφυγα από το Ηρώδειο κάπως πιο φωτεινός. Και αν αναλογιστούμε ότι, απ’ όσο ξέρω, αυτή ήταν και η τελευταία συναυλία των Dead Can Dance πριν την επέλαση του κορωνοϊού και την ακύρωση της τουρνέ που είχαν κανονισμένη για το 2020, η σημασία της μεγεθύνεται. Μια ανάμνηση πραγματικό καταφύγιο και ελπίδα για ένα μέλλον που θα μπορέσει να ξεπεραστεί από μια ακόμα καλύτερη. Γιατί εννοείται πως αν ξανάρθουν θα είμαι εκεί.