The Mauritanian

Ο Mauritanian είναι μια ταινία που μου τράβηξε από την πρώτη στιγμή την προσοχή. Βλέποντας δύο υποκριτικούς τιτάνες διαφορετικών γενεών στο καστ ήθελα να τον δω και όταν είδα πως ο σκηνοθέτης είναι ο Kevin McDonald, ήμουν και θετικά προδιατεθειμένος. Η μόνη του ταινία που είχα δει ήταν το ντεμπούτο του The Last King Of Scotland, άλλη μια συγκλονιστική και πολύ σκληρή αληθινή ιστορία. Σε εκείνη είχαμε μια βιογραφική σκηνοθετική προσέγγιση με στυλιζαρισμένη σκληρότητα όπως θα έκανε ένας Clint Eastwood. Στον Mauritanian έχουμε μια νατουραλιστική σκληρότητα όπως μόνο ένας σκηνοθέτης που το κύριο εύρος της φιλμογραφίας του είναι ταινίες τεκμηρίωσης, θα μπορούσε να αποδόσει.

Η ιστορία ακολουθεί έναν Μαυριτανό ο οποίος κρατούνταν στο Γκουαντάναμο για 14 χρόνια, από δύο διαφορετικές αμερικανικές κυβερνήσεις, και αφέθηκε ελεύθερος χωρίς να του απαγγελθεί καμία κατηγορία. Το αρχικό αμάρτημα του Mohamedou Ould Slahi ήταν πως ο ξάδελφος του τον είχε καλέσει από το τηλέφωνο του Bin Laden. Όταν η υπόθεση πάει προς την εκδίκαση της θα εμφανιστεί από την πλευρά της υπεράσπισης η Nancy Hollander (Jodie Foster), η οποία ενδιαφέρεται για την υπόθεση απ’ τη σκοπιά της σωστής τήρησης του νόμου. Από την μεριά του κατηγορητηρίου έχουμε τον Stuart Couch (Benedict Cumberbatch) ως κατασκευαστή του κι ο οποίος έχει μέχρι και την εκδίκηση για έναν φίλο του στη δική του ατζέντα. Το δικαστικό θρίλερ που θα ακολουθήσει και θα δοκιμάσει τα άκρα της ανθρωπιάς τους αποτελεί τη μισή ταινία, με τη ζωή του κρατουμένου πριν, κατά τη διάρκεια της κράτησης του και στο παρόν ως άλλο μισό.

Για την πρώτη μία ώρα της ταινίας έχουμε ένα πολύ πυκνό και ρυθμικό στήσιμο της πλοκής. Ξεκινάει ρίχνοντας το βάρος στο δικαστικό κομμάτι της πλοκής με χρήση κάμερα σαν στυλιζαρισμένο ντοκιμαντέρ που είναι σχεδόν πάντα σε κίνηση και στακάτο μοντάζ. Η ταινία ζεσταίνει τον θεατή και κεντρίζει το ενδιαφέρον στις σχισμές πληροφοριών που μας δίνει αποκαλύπτοντας τες ταυτόχρονα στην Nancy και τον Stuart και στο κοινό. Στο τέλος της ταινίας παρόλο που ταυτιζόμαστε με τον πρωταγωνιστή σαν ισότιμα αδύναμα μέλη του συστήματος και έχουμε μια ιδέα του απερίγραπτου πόνου που πέρασε, πολύ περισσότερο χρόνο έχουμε ξοδέψει κοιτώντας μέσα από τα μάτια των ερευνητών εξίσου κοντινές μας θέσεις στην κοινωνία. ?λλωστε μοιραζόμαστε μαζί τους την προνομιακή θέση δυτικής κοινωνίας η οποία δίνει τη δυνατότητα είτε να δείξουμε με το δάχτυλο αλλά μας επιτρέπει και να φωνάξουμε σε αντίσταση. Αυτή η τριπλή εστίαση οπτικής κατά τη διάρκεια της πλοκής με βοήθησε να νιώσω αυτό που θέλει να πει η ταινία πολύ περισσότερο απ’ ότι οι ίδιοι οι χαρακτήρες και τα όποια background τους, στοιχεί όχι και τόσο καλά ανεπτυγμένα.

Στο επόμενο μισάωρο η ταινία κάνει μια κοιλιά με την πλοκή να μένει στάσιμη σχετικά σε μια προσπάθεια ανάδειξης της ανθρωπιστικής διάστασης και δράματος των βασικών χαρακτήρων καθώς και μερικές περιττές λεπτομέρειες που προσπαθούν να συγκινήσουν τον θεατή. Μπορώ να πω ότι η ταινία πέφτει σε αποτυχημένο συναισθηματισμό για να τονίσει πράγματα που υπονοούνται και τελικά καταλήγουν να γεμίσουν χρόνο στην ταινία. Χρόνος ο οποίος θα μπορούσε να λείπει ώστε η ταινία να είναι πιο οικονομημένη και κατά συνέπεια ακόμα πιο δυνατή και αποτελεσματική.

Πέραν από τον ιστό της υπόθεσης η ταινία χάνει το στόχο καθώς οι επιμέρους χαρακτήρες δεν είναι επαρκώς αναπτυγμένοι για να έχουμε μια ταινία ανθρωπιστικής κρίσης που θέλει να καταδείξει την κόλαση που περνάει ένας φυλακισμένος στο Γκουαντάναμο σε αντίθεση με μια όμορφη ζωή έξω στην κοινωνία. Η παραστατικότητα των σκληρών σκηνών της ταινίας στις οποίες ξεχωρίζει η σκηνοθετική δεινότητα είναι αρκετή για να πει η ταινία αυτό που θέλει και η στρογγυλεμένη απεικόνιση των αναμνήσεων του κρατούμενου όπου προσπαθεί να ξεπροβάλλει αυτή η ανθρώπινη διάσταση και μια παραπάνω ανάπτυξη χαρακτήρα είναι το σημείο όπου η ταινία αποτυγχάνει του ενός από τους στόχους της καθώς το κομμάτι δεν λειτουργεί και αυτά που λέει είναι ευκόλως εννοούμενα.

Εξαιρετικά δυνατές σκηνές βασανιστηρίων ακολουθούν στην επόμενη σεκάνς ανθολογίας. Ο χώρος και ο χρόνος κυρτώνουν και δένουν όλα τα ετερόκλητα στοιχεία είδους που προσπαθεί να ισορροπήσει η ταινία. Εδώ παίζει στη δύναμη του ο σκηνοθέτης. Παρουσιάζει το ξεχωριστό του σκηνοθετικό βλέμμα στην απεικόνιση της φρικαλεότητας και οπτικοποιεί κατευθείαν την ψυχολογία του ήρωα κατά τη διάρκεια της. Τα στοιχεία έντασης που είχαν δοθεί απ’ την αρχή της ταινίας φτάνουν την κορύφωση της και το μεγαλύτερο σχόλιο πάνω στην ανθρωπιά δίνεται μέσα από την απουσία της. Αυτή η σεκάνς δένει τον ιστό του θρίλερ αλλά και το νοηματικό πυρήνα της ταινίας κάνοντας το προαναφερθέν filler μισάωρο να μοιάζει ακόμα πιο περιττό. Η κόλαση που τράβηξε ο πρωταγωνιστής αρκεί για να μας κάνει να νιώσουμε και αιτιολογεί εν μέρει τους μη αναπτυγμένους επιτελικούς, όψεις του ίδιου νομίσματος, χαρακτήρες της Foster και του Cumberbatch. Όποιοι και να ήταν οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες σε μια τέτοια υπόθεση, η ουσία είναι κάπου αλλού.

Το κλείσιμο είναι αναμενόμενα υπόκωφα λυτρωτικό και γνωστό από την πραγματική υπόθεση. Παρόλα αυτά ο δημιουργός κάνει άλλο ένα σκηνοθετικό τρικάκι στην κόψη του χρόνου το οποίο λειτουργεί σαν θαυμαστικό στην ταινία, μια εξαιρετικά κατασκευασμένη ταινία με κάποια αφηγηματικά προβλήματα τα οποία εύκολα θα αποφεύγονταν με απλό τριμάρισμα της διάρκειας. Ήταν κι ένα δύσκολο στοίχημα για την ταινία που προσπαθεί να αγγίξει πόσα κινηματογραφικά είδη ταυτόχρονα. Ίσως να λειτουργούσε καλύτερα ως μίνι σειρά αλλά στη δίωρη μορφή της καταλήγει μια πολύ καλή ταινία αλλά μέχρι εκεί. Συγκλονιστική σε φάσεις λόγω της δύναμης της εικόνας αλλά όχι μια ταινία στην οποία θα επανέλθω ως σημείο αναφοράς. Μια ταινία που κερδίζει όταν την νιώθεις και όχι όταν μιλάει.

Στο κλείσιμο επανέρχομαι στο ότι η ανθρωπιά σε περιπτώσεις σαν του Mohamedou μετριέται ακριβώς λόγω της έλλειψης της και της κατάφορης καταπάτησης της κι αυτό δεν μπορεί παρά να προκαλέσει τρόμο στο θεατή. Η υπερδύναμη με ένα ολόκληρο σύστημα κατασκευασμένο στα μέτρα της για να υπηρετεί τους σκοπούς της, εξαντλεί όλα τα μέσα της για να εξουσιάσει ένα ανθρώπινο ον και να εξαφανίσει κάθε υπόσταση του. Τα σκήπτρα εκεί θα παραμείνουν για πάντα, ακόμα και να επιβιώσει το ον, δεν υπάρχει δικαιοσύνη παρά μόνο ηθική δικαίωση στα μάτια του Θεού. Αυτού που επικαλούνται και οι δύο πλευρές και θεωρούν πως δικαιολογεί τα εγκλήματα που τελούνται στο όνομα του. Και αυτού που τελικά καθορίζει τις συνειδήσεις κάθε απλή ψυχής μέσα στην εκάστοτε κοινωνία. Απλής ψυχής που άμα βρεθεί στο στόχαστρο του συστήματος δύναται να ανακαλύψει το χειρότερο πρόσωπο αυτής της κοινωνίας. Η υπόθεση ανεξίτηλο σημάδι στην ιστορία και το σύστημα αμετανόητο. Μια ψυχή αναλήφθηκε από το κολαστήριο αλλά αυτό παραμένει πιο καυτό από ποτέ κι εμείς αιώνια αδύναμοι. Τουλάχιστον αυτός ο ένας μπορεί να τραγουδάει χαρούμενος πλέον Bob Dylan στους τίτλους της ταινίας με τη γαλήνη και την ηρεμία να φαίνονται πίσω απ’ τα μάτια του και μ’ αφήνει τελικά με ένα όμορφο συναίσθημα σαν επίγευση στην όλη εμπειρία καθώς ξέρω πως η ιστορία είχε πραγματικό happy end με το σθένος της ψυχής να έχει κερδίσει. 

Rating:

Χώρα: Αγγλία, Η.Π.Α.
Έτος: 2021
Χρώμα: 'Εγχρωμη
Σκηνοθεσία:
Kevin Macdonald
Διάρκεια: 129'

Τελευταία