Marva Von Theo - Afterglow

Όταν μας ήρθε το e-mail με το album, με τον Βασίλη είχαμε μία διαφωνία ποιος από τους δύο μας θα κάνει το review. Βλέπετε πατούσε στα χωράφια και των δύο μας, του Βασίλη γιατί αποτελεί μία εξόχως artistic δουλειά και στα δικά μου για είναι μία αρκετά σκοτεινή & πειραματική κυκλοφορία. Τελικά, αυτή η μάχη έβγαλε νικητή εμένα και μένει να δούμε αν δικαιώθηκα από την επιμονή μου.

Έχω ξαναγράψει ότι συγκρότημα που μας συστήνεται χρησιμοποιώντας παραπάνω από τρεις λέξεις για να περιγράψει το είδος μουσικής που παίζει έχει κάνει κάτι τρομερά λάθος. Βλέπετε είναι σαν τις συνταγές μαγειρικής, μπορείς να ονομάσεις το πιάτο σου «'Aγρια πάπια με ξύσμα πορτοκαλιού, κινόα, φινόκιο, κουκουνάρι, σβησμένη σε κρασί Βουργουνδίας» και θα έχεις επιτυχώς περιγράψει όλα τα υλικά που περιλαμβάνονται στο πιάτο, όμως δε θα έχεις καταφέρει να τονίσεις τα βασικά συστατικά και επίσης, από τον τίτλο σου λείπουν μόνο οι βαθμοί ψησίματος για να είναι συνταγή και τίτλος ίδιοι κατά λέξει. Οι Marva Von Theo στο bio τους αυτοπεριγράφονται ως ένα «ένα χορευτικό, ηλεκτρονικό ήχο που σκιάζεται κομψά από noir, μελαγχολικές ηχητικές παλέτες, έναν αντισυμβατικό χώρο που ρέει ορμητικά μεταξύ της Electronica, Art Pop, Dark pop, Neo-Synthpop, Darkwave, Post-Punk, Contemporary και της Jazz».

Για να ορίσουν τον ήχο τους χρειάστηκαν 32 λέξεις, οπότε εγείρεται το εξής ερώτημα: είναι απλά φλύαροι ή ευφάνταστοι μουσικοί; Το Afterglow στα 51 λεπτά που διαρκεί παρουσιάζει όλες τις παραπάνω ηχητικές αποχρώσεις, όμως όπως στα μεγάλα μυθιστορήματα, έτσι και εδώ, μία νοηματική απόδοση δεν είναι αρκετή για να μεταφέρει επαρκώς την εμπειρία του συγγράμματος ή του δίσκου εν προκειμένω.

Αν έπρεπε να τους περιγράψω με μία πρόταση θα επέλεγα το ακόλουθο: «Σαν οι Eurythmics να ενώθηκαν με τους Ladytron και την παραγωγή να την υπέγραψε ο Martin Hannett».  Θα μπορούσε επίσης να ήταν το soundtrack σε κάποια ‘80s cyberpunk b-movie. Οπότε μιλάμε για καλή κυκλοφορία, μέτρια, κακή; Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν είναι όλα για όλους. Κατανοώ πως κάποιοι θα το βρουν βαρετό, άλλοι πάλι – όπως εγώ – θα βρουν στοιχεία που θα ήθελαν να έχουν μεγαλύτερο χώρο μέσα στον δίσκο και σίγουρα θα υπάρξουν αρκετοί που δε θα του άλλαζαν ούτε «τελεία». Δεν είναι τόσο θέμα κοινού αν θέλετε τη γνώμη μου, αλλά κυρίως του δημιουργού. Ένα album όταν έχει τη δική του προσωπικότητα, μοιραία θα έρθει σε ρήξη με το κοινό.

Ας εστιάσουμε στη δεύτερη περίπτωση, στην οποία κατατάσσω και την αφεντιά μου. Ένα από τα πιο electro κομμάτια του δίσκου, είναι το "Dissolve" στο οποίο όλα λειτουργούν & συνυπάρχουν τέλεια.  Ωραίες catchy μελωδίες, μουσική underground «αλητεία» και φωνητικά βγαλμένα από κάποιο noir music hall ενός φαντασιακού post-apocalyptic κόσμου (ίσως να μην είναι τόσο φαντασιακός, ίσως να πλησιάζει). Το "Embrace Τhis Madness" που προηγείται είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, επί της ουσίας ακούμε ένα ambient pop κομμάτι με καταπληκτικές «φωνές».

Προσέξτε όμως, δεν εντυπωσιάζουν οι οκτάβες που πιάνει η Marva αλλά ο τρόπος που ερμηνεύει. Πάντα τα φωνητικά τα χωρίζω σε δύο κατηγορίες, από τη μία έχουμε τραγουδιστές με εκπληκτικές δυνατότητες (ή έτσι πιστεύουν) που τις επιδεικνύουν άσκοπα σε κάθε κομμάτι και από την άλλη, αυτούς που ίσως να έχουν ανάλογες δυνατότητες, μπορεί και όχι, το οποίο όμως δε σε ενδιαφέρει γιατί καταλαβαίνεις ότι έχουν πραγματικά κάτι να σου πουν. Ξέρω ότι υπάρχουν και αυτοί που συνδυάζουν τα παραπάνω, αλλά δεν κάνουμε αφιέρωμα στον Mercury τώρα.

Οι Marva Von Theo δεν είναι, όμως, μόνο η Marva Voulgari αλλά και ο Theo Foinidis ο οποίος πέραν των συνθετικών & στιχουργικών του καθηκόντων, υπογράφει και την παραγωγή. Ένα album που περιλαμβάνει τόσα aspects, για να μην ακουστεί μπερδεμένο ή αχταρμάς, θέλει εξαιρετικά προσεκτική προσέγγιση στην παραγωγή. Δεν είναι λίγες οι φορές που διαβάζουμε για μουσικά εγχειρήματα τα οποία επιχειρούν να συνδυάσουν πολλά και διαφορετικά μουσικά θέματα από ανεξάρτητα μεταξύ τους ιδιώματα. Το αποτέλεσμα όμως μοιάζει σαν να έχει πατήσει κάποιος το play σε δέκα διαφορετικά κομμάτια ταυτόχρονα, καταλήγοντας αυτήν την τόσο τολμηρή ιδέα σε έναν ασυνάρτητο μουσικό κυκεώνα. Στο Afterglow όμως η ισορροπία είναι παροιμιώδης αφού τίποτα δε μοιάζει βεβιασμένο και "στην τύχη". Ακόμα και η σειρά των κομματιών εξυπηρετεί μία εναλλαγή εικόνων δείχνοντας πως αυτό το τετριμμένο «attention to detail» είναι το Α και το Ω.

Θα μπορούσα να «αραδιάσω» αρκετά κοσμητικά – με θετικό πρόσημο – για να συνεχίσω να περιγράφω το Afterglow, όμως εμμένω σε αυτό που είπα από την αρχή. Ο δίσκος έχει προσωπικότητα και μάλιστα δείχνει να αδιαφορεί για το τι θα καταλάβει ο ακροατής, αφού έχει τη δική του «αυτόφωτη» τοποθέτηση. Μπορώ να καταλάβω αυτούς που θα τον βρουν βαρετό, ίσως και αδιάφορο, στο κάτω-κάτω της γραφής γούστα είναι αυτά. Αυτό που όμως αποτελεί αντικειμενική αλήθεια – και που στην τελική είναι και το ζητούμενο – είναι ότι ο δίσκος είναι προσεγμένος μέχρι «τελείας» και είναι εντελώς εκτός των ακουσμάτων που έχουμε συνηθίσει στην ελληνική σκηνή. Τον συνιστώ; Σε ανοιχτόμυαλους μουσικόφιλους, ανεπιφύλακτα.      

Rating: 

 8.0


Genre: Post Pop
Παραγωγός: Theo Foinidis
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 26/02/2021
Band Links: Marva Von Theo, Facebook, InstagramSpotify, YouTube, Bandcamp

Τελευταία