Μικρά Oμορφα Aλογα

Τον Μιχάλη Κωνσταντάτο τον έμαθα μέσω του Luton, ένα θρασύ, εσωτερικό αλλά ειλικρινές ντεμπούτο για τα καταπιεσμένα ένστικτα που προκύπτουν μέσα από τις απαιτήσεις και τους ρυθμούς της σύγχρονης ζωής. Ένα φιλμ που μπορεί να μην έλαβε της αναγνώρισης που του αξίζει, ωστόσο του χάρισε το Βραβείο Καλύτερου Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας. Η νέα του ταινία, Μικρά Όμορφα 'Aλογα ήταν σε διαδικασία προετοιμασίας από το 2013, ωστόσο μόλις φέτος μπορέσαμε να τη δούμε και σίγουρα όχι με τον τρόπο που θα επιθυμούσαμε, πανδημίας δεδομένης. Τι σχέση έχει, λοιπόν, ο Κωνσταντάτος του 2013 με τον Κωνσταντάτο του 2021;

Μια πυρηνική οικογένεια ζει σε μια απομονωμένη, φανταχτερή βίλλα έξω από την Αθήνα. Εκείνος υπεύθυνος επενδύσεων, εκείνη αναισθησιολόγος, το παιδί τους ζωηρό. Λίγα πράγματα είναι γνωστά για το παρελθόν τους αλλά οι ψυχρές τους σχέσεις φανερώνουν πως κρύβουν μυστικά. Μυστικά που ενδέχεται να ευθύνονται για τις άβολες σιωπές τους και τα απλανή βλέμματά τους. Καθώς το κουβάρι της αφήγησης αρχίζει να ξετυλίγεται και ορισμένα πράγματα του παρελθόντος να αποδρούν από τις λέξεις, θα γίνει εμφανές πως όχι μόνο το παρελθόν τους στοιχειώνει, αλλά ταυτόχρονα θα χρειαστεί να έρθουν και αντιμέτωποι με το επίφοβο παρόν.

Αν και θα μπορούσα να γκρεμίσω όλη την πλοκή παραλληλίζοντάς τη με κάποια άλλη ταινία η οποία έρχεται στο μυαλό του θεατή, δε θα το κάνω. Και αυτό επειδή το σύμπαν του Κωνσταντάτου υπάρχει αυτόφωτα και πολύ πριν την ταινία που έχω υπόψιν. Το να μιλήσουμε περί λογοκλοπών επί του προκειμένου καταντά μια άχρηστη διαδικασία που μονίμως επισκιάζει το καταφανές ταλέντο ενός δημιουργού ο οποίος δεν παύει να έχει μια αγωνιώδη ματιά, στήνοντας μια μέγγενη γύρω από τους λαιμούς των θεατών σε σκηνές που αφορούν μια καθημερινότητα τόσο απλή αλλά συνάμα ύποπτα παράφωνη και μονίμως υποχθόνια.

Θυμίζοντας εν πολλοίς το κρύο, τιμωρητικό σύμπαν του Michael Haneke, τοποθετεί τους πρωταγωνιστές σε ένα αποξενωμένο περιβάλλον, όπου τα όρια μεταξύ της προσωπικής και της κοινωνικής εχθρικότητας θολώνουν επικίνδυνα. Σε μια πραγματικότητα που κάποιοι δεν έχουν παρατήσει τις φαντασιώσεις μιας ζωής άνεσης και χλιδής αλλά η πρόσκρουση στην πραγματικότητα έρχεται με τέτοιο τρόπο ώστε να καταλαβαίνεις πως μόνο μέσω της προσποίησης μπορείς να τη βιώσεις. Και όλο αυτό έρχεται με ένα κόστος: το διαρκή τρόμο και την αύξηση του κενού μεταξύ των σωμάτων. Τα χείλη στο λαιμό καταλήγουν μια ενόχληση, οι κουβέντες μένουν μισοτελειωμένες, αν όχι λογοκριμένες, το περιβάλλον μακάβριο. Κενά κελύφη μιας ιδέας την οποία εκ συμβάσεως μαθαίνουμε να κυνηγάμε.

Γιατί οι ιδέες του μικροαστισμού και οι ονειρώξεις μιας μπουρζουάδικης ζωής καταλήγουν κατάρα και μια απόπειρα να αποφύγεις τον εαυτό σου, ακόμα κι αν κάποτε τις γευόσουν εντονότερα, σε πιο ιδανικές συνθήκες. Τι μπορεί να γεμίσει τα κενά σου; Να καλύψει τις πληγές σου; Σίγουρα όχι ο εαυτός σου, η ανάγκη είναι αυτή που σε καθοδηγεί στο να φεύγεις μακριά και να ακολουθείς τις επιταγές μιας κοινωνίας στην οποία η αλήθεια, όσο ανθρώπινη και να είναι, καταλήγει επτασφράγιστο μυστικό. Και όταν τελικά φανερώνονται οι αντιθέσεις με αυτούς που έχουν συνηθίσει να φορούν τέτοια κοστούμια, καταλήγεις να φαίνεσαι γελοίος. Και οι κρίσεις (οικονομικές, κοινωνικές, οικογενειακές) εξακολουθούν να κορυφώνονται. Θα καταλήξει, άραγε, σε αιματοχυσία όλο αυτό; Ποιος ξέρει;

Η σκηνοθετική μαεστρία του Κωνσταντάτου διαποτίζει το κάθε καρέ της ταινίας. Μια κρυστάλλινη φωτογραφία όπου ο ήλιος φαίνεται λαμπερός αλλά καθιστά τις ανθρώπινες φιγούρες σχεδόν ψεύτικες. Τεράστιοι κενοί χώροι που υπενθυμίζουν το ψυχικό κενό των πρωταγωνιστών. Οπτικές αλληγορίες μέσω συμμετρικά δοσμένων πλάνων για να τονιστεί η αντίθεση δύο κόσμων. Κι ένα σκοτάδι που καλύπτει τα πάντα σε σημεία, φανερώνοντας πως πλέον κινούνται στα τυφλά. Για να υπερτονιστεί, μάλιστα, αυτό, χρησιμοποιείται και μια μουσική ιλιγγιώδης, πνιγηρή, φανερώνοντας πως ακόμα και οι ειδυλλιακές σκηνές κρύβουν άλλα πράγματα. Δεν υπάρχουν γωνίες ζεστασιάς και όσες εικόνες θα μπορούσαν αλλιώς να χαρακτηριστούν ιδανικές, καταλήγουν να φαίνονται άβολες. Ακριβώς όπως ο κόσμος αυτών των ανθρώπων. Και εμπιστεύεται τις δύο ταιριαστά αμήχανες ερμηνείες του πρωταγωνιστικού διδύμου (Γιώτα Αργυροπούλου, Δημήτρης Λάλος) για να το τονίσει περαιτέρω, ενώ θα χαρίσει και ένα μικρό ρόλο στο Δημήτρη Καταλειφό για να γίνει καταφανής η αντίθεση δύο κόσμων.

Που θέλει, όμως, να καταλήξει ο σκηνοθέτης; Αξίζει να τη ζεις αυτή τη ζωή; Ή θα είσαι έρμαιο των καταστάσεων; Παρά τους μακάβριους τόνους του δείχνει πως, όση επίγνωση μιας πραγματικότητας και να έχει, ο Κωνσταντάτος νοιάζεται για τους χαρακτήρες του. Θέλει μια λύτρωση και μια λήξη της ταλαιπωρίας. Τους τη δίνει; Ίσως. Αυτήν την απάντηση δεν ξέρω αν είμαστε σε θέση να την απαντήσουμε, αλλά ελπίζουμε. Κάποιος ενδέχεται να μιλήσει για φιλικό προς την αστική τάξη βλέμμα, ωστόσο η πλοκή και οι σκηνοθετικές επιλογές δε μου έδωσαν να καταλάβω κάτι τέτοιο. Όλοι στην ίδια σκακιέρα είναι και το προνόμιό τους οι προύχοντες το αντιλαμβάνονται με τις ελιτίστικες συμπεριφορές τους, άσχετα από τις επιλογές τους. Οι υπόλοιποι θα βασανίζονται ό, τι και να γίνει. Απουσιάζει η αναμενόμενη έκρηξη; Ναι. Αλλά ό, τι γίνεται, τους φέρνει πιο κοντά στη συνειδητοποίηση.

Μπορεί να μην έχει την ωμότητα του Luton, μπορεί να αποτελεί μιας διαφορετικής φύσης ταινία, αλλά για μια ακόμα φορά ο Κωνσταντάτος συνθέτει ένα αίνιγμα που δείχνει πως σκηνοθέτες σαν κι αυτόν είναι αναγκαίοι. Όχι μόνο εν Ελλάδι, αλλά παγκόσμια. Αποφεύγοντας, μάλιστα, τη μανιέρα και την επανάληψη. Και αν αυτή η ταινία είναι μόλις η δεύτερή του, ανυπομονώ για την τρίτη. Μια ταινία για γερά νεύρα.

Rating:

Χώρα: Ελλάδα, Βέλγιο, Γερμανία
Έτος: 2021
Χρώμα: Έγχρωμη
Σκηνοθεσία:
Μιχάλης Κωνσταντάτος
Πρωταγωνιστούν: Γιώτα Αργυροπούλου, Δημήτρης Λάλος, Δημήτρης Καταλειφός

Τελευταία