Love And Monsters

Δεύτερη φορά που κάνουμε μία κριτική επειδή η ταινία είναι πρώτη στο ελληνικό Netflix, η παρθενική ήταν το Care Lot. Τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά κι αρκετά όμοια. Ο Michael Mathews είναι ένας επίσης πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης με την πρώτη του μεγάλου μήκους Five Fingers For Marseilles να έχει κερδίσει επαίνους και κάποια βραβεία σε φεστιβάλ. Στη δεύτερη μεγάλου μήκους προσπάθεια του βρίσκεται στην οικογένεια και την παραγωγική δυνατότητα του Netflix με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για έναν νεαρό σκηνοθέτη. Παρακάτω θα αναλύσουμε την ταινία του και όλους τους λόγους για τους οποίους αξίζει να την δείτε αλλά φυσικά και όποιες αδυναμίες της. Μία αρκετά ιδιόμορφη και ξεχωριστή προσπάθεια που ξεχωρίζει επαρκώς στην μέχρι τώρα φιλμογραφία του Netflix.

Στην ταινία ακολουθούμε τον Joel (Dylan OBrien) ύστερα από την αποκάλυψη. Σ’ αυτήν τη γη, η αποκάλυψη ήρθε ύστερα από την πτώση ενός μετεωρίτη που οι άνθρωποι αναχαίτισαν με πυραύλους, τα χημικά των οποίων έβρεξαν πάνω στον πλανήτη και μετέτρεψαν τα ζώα σε αδηφάγα τεράστια τέρατα. Τεράστια μυρμήγκια, σαλιγκάρια, βατράχους, καβούρια κι ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Η ανθρωπότητα λοιπόν μπήκε σε υπόγειες αποικίες ώστε να επιβιώσει. Στην αποικία του ο Joel είναι ο αδύναμος, ας πούμε. Λόγω του τραύματος που του έχει μείνει από τον θάνατο των γονιών του δε βγαίνει για κυνήγι και σε μία επίθεση τεράτων των βλέπουμε να παραλύει. Παρόλα αυτά είναι πολύτιμος και αγαπητός, είναι ο μάγειρας, είναι αυτός που διαχειρίζεται τα ηλεκτρονικά και με το ταλέντο του στο σκίτσο φτιάχνει έναν οδηγό επιβίωσης με τα διάφορα πλάσματα.

Είναι κι ο μοναδικός που δεν έχει ζευγαρώσει στην αποικία. Η αγάπη του από την προηγούμενη ζωή είναι η Aimee (Jessica Henwick) με την οποία θα καταφέρει να επικοινωνήσει μία μέρα αφού έχει καλέσει σε 90 αποικίες και παίρνει την απόφαση να βγει στην επιφάνεια ώστε να φτάσει μέχρι την ακτή και να τη βρει. Παρά τις αντιρρήσεις των υπολοίπων και τις ανησυχίες για την επιβίωση του, είναι αποφασισμένος. Το ταξίδι που θα ακολουθήσει θα είναι ταξίδι αυτοπραγμάτωσης και ενηλικίωσης. Δύο συνοδοιπόροι που θα βρει, ο Clyde (Michael Rooker) με την μικρούλα Minnow  (Ariana Greenblatt) θα του μάθουν τα βασικά αλλά περισσότερο το ίδιο το αρχετυπικό ταξίδι του ήρωα, θα ξεκλειδώσει τον εαυτό που δεν ήξερε ότι έχει μέσα του.

Από το εισαγωγικό animation που δίνει το exposition για τον κόσμο της ταινίας, ο τόνος είναι πολυμορφικός. Έχει μία πνευματώδη διάθεση αλλά ταυτόχρονα δεν υποβαθμίζεται το στοιχείο του κινδύνου και ο βαθύς συναισθηματισμός του Joel. Αυτός ο τόνος διατηρείται κατά τη διάρκεια της ταινίας και υπάρχει αρκετή λεπτομέρεια και προσοχή στη σκηνογραφία, τα κοστούμια, στον γενικότερο κόσμο της ταινίας και τα ειδικά εφέ που κυρίως έχουν να κάνουν με το design των πολύ εντυπωσιακών κι ανατριχιαστικών τεράτων. Εντάξει, τα εφέ είναι ξεκάθαρα φθηνότερης παραγωγής από μία ταινία της Marvel λόγου χάρη, πράγμα που προσωπικά δεν μ’ ενοχλεί ποτέ σε μία ταινία, η αίσθηση του τεχνουργήματος. 'Aλλωστε ακόμα κι ένα πολύ κοντινό σε αυτές αφύσικο είναι.

Στο ρυθμό η ταινία πάλι ισορροπεί ανάμεσα στις ανθρώπινες στιγμές -οι οποίες είναι έως και συγκινητικές χωρίς να στερούνται το χιούμορ- με τις στιγμές αγωνίας και επιβίωσης. Αυτές οι τελευταίες δε, ήταν ιδιαιτέρως αποτελεσματικές για μένα. Κυριολεκτικά ανατρίχιαζα, τα τέρατα είναι πολύ επικίνδυνα και λεπτομερώς σχεδιασμένα. Κουβαλάω κι έναν φόβο για τα έντομα και τα άγρια ζώα άλλωστε, αυτή την άγρια και αδυσώπητη φύση που μ’ αυτές τις μεταλλάξεις φτάνει στο έπακρο.

Αυτός ο ρυθμός δε θα ήταν τίποτα βέβαια χωρίς το κατάλληλο σενάριο, το οποίο ευτυχώς είναι ιδιαιτέρως καλογραμμένο. Οι χαρακτήρες είναι τρισδιάστατοι κι ανθρώπινοι. Οι διάλογοι τους πειστικοί και σπιρτόζικοι. Όπως είπα πριν, το χιούμορ ισορροπεί με το χτίσιμο τους και το sci-fi θρίλερ. Όλο αυτό προσφέρει μία πληθώρα συναισθημάτων στον θεατή και δίνει το γόνιμο έδαφος στον σκηνοθέτη ώστε να ξεδιπλώσει το βλέμμα του και δεν απογοητεύει. Ξέρει να τραβήξει κάθε ένα από τα ετερόκλητα στοιχεία και συνολικά η ταινία κυλάει σαν νεράκι. Αρκετά ελαφριά και όσο συναισθηματικά βαθιά χρειάζεται.

Βεβαία όλα αυτά μπορεί να ακούγονται ωραία και ρόδινα αλλά η ταινία έχει και σημαντικά προβλήματα. Συγκεκριμένα το πόσο προβλέψιμη έως και τετριμμένη είναι όσον αφορά την πλοκή παρά τις προαναφερθείσες δυνάμεις του σεναρίου. Παρόλο τον όχι και τόσο συνηθισμένο μετά-αποκαλυπτικό της κόσμο, κάθε άλλη της πτυχή την έχουμε ξαναδεί εκατό φορές. Τα αρχέτυπα των χαρακτήρων, το πώς αυτοί παρουσιάζονται από το casting έως και τη δράση, το ξεδίπλωμα της πλοκής, τ’ αφηγηματικά bit, το ξεδίπλωμα της δράσης από λεπτό σε λεπτό. Επί της ουσίας συνολικά λειτουργεί καθόλου ανόμοια με μια superhero movie όπως τις έχουμε συνηθίσει. Παραδείγματος χάριν, σε κάθε σκηνή έντασης/δράσης όλα είναι πολύ βολικά στην τύχη του πρωταγωνιστή, πάντα το απαραίτητο αντικείμενο είναι κάτω απ’ το χέρι του. Το ίδιο συμβαίνει και με την πλοκή όπου ύστερα από την πρώτη περίπου ώρα, μπορούμε να δούμε ακριβώς πώς θα φτάσουμε ως το φινάλε. Ευκολίες που συναντάμε πλέον στις περισσότερες mainstream ταινίες είδους.

Στην τελική όμως αυτές οι ευκολίες χρησιμοποιούνται ώστε η ταινία να πει αυτά που θέλει, να διασκεδάσει, να συναρπάσει και αυτούς τους στόχους τους πετυχαίνει. Θεωρώ πως δικαίως την βλέπουν οι περισσότεροι που έχουν Netflix αυτή τη στιγμή. Προσωπικά αυτό που σκέφτηκα είναι πως αποτελεί ό,τι πιο κοντά έχουμε πάρει σε μια πιο ελαφριά ταινία Fallout, της ασύγκριτης σειράς μετά-αποκαλυπτικών παιχνιδιών, τα τελευταία χρόνια. Μπορεί να μην είναι μια ταινία στην οποία θα επανερχόμαστε ξανά και ξανά αλλά σίγουρα υπάρχουν πολύ χειρότερες επιλογές και παρέχει καθαρό και χαλαρό escapism για κάποιο ήσυχο βράδυ του εγκλεισμού που διανύουμε.  

Rating:

Χώρα: ΗΠΑ
Έτος: 2020
Χρώμα: 'Εγχρωμη
Σκηνοθεσία:
Michael Matthews
Πρωταγωνιστούν: Dylan O'Brien, Jessica Henwick, Michael Rooker
Διάρκεια: 109'

Τελευταία