The Dry

Ο αυστραλέζικος κινηματογράφος τη δεκαετία που μας πέρασε έχει παραδώσει ορισμένα αξιοσημείωτα, το λιγότερο, δείγματα γραφής. Ταινίες όπως το The Rover , The Nightingale, Lion, Animal Kingdom, Babyteeth, Son of a Gun, αποτελούν μερικές μόνο από τις εγχώριες παράγωγες που βρέθηκαν σε αρκετές best films of the year lists.

Ο δε αυστραλέζικος κινηματογράφος, χαρακτηρίζεται, από έντονη ωμότητα και αγριότητα, όχι ανόμοιες εκείνων που βρίσκουμε στην αυστραλιανή φύση. Δεν προκαλεί, άλλωστε, εντύπωση ότι αρκετές από αυτές τις παράγωγες, επιστρατεύουν, ουκ ολίγες φορές , την ομορφιά της ηπείρου και, ως εκ τούτου, η ίδια η φύση προβάλλεται ως ένας «χαρακτήρας» με τη δική του ξεχωριστή προσωπικότητα.

Το The Dry είναι μια αυστραλέζικη παράγωγη  που προβλήθηκε πρώτη φορά σε φεστιβάλ το 2020, αλλά λόγω της παγκόσμιας επιδημιολογικής κρίσης κάνει παγκόσμια πρεμιέρα το Μάιο του 2021 (αν και ανάλογα το VPN, που ενδεχομένως να χρησιμοποιείτε, βρίσκεται ήδη σε αρκετές υπηρεσίες on demand).

Η ταινία είναι δημιούργημα του Robert Connoly, ενός βετεράνου σκηνοθέτη του αυστραλέζικου σινεμά, με αρκετές καλλιτεχνικές επιτυχίες, και αποτελεί μια διασκευή του ομώνυμου best seller της Jane Harper.

Η υπόθεση αφορά έναν αξιοσέβαστο και επιτυχημένο ντετέκτιβ της Αυστραλέζικης Ομοσπονδιακής Αστυνομίας, ο όποιος αναγκάζεται να επιστρέψει στην πόλη που μεγάλωσε, ύστερα από μια τραγωδία. Κατά την διαμονή του εκεί, θα αποπειραθεί να βρει απαντήσεις, τόσο όσον αφορά τα κίνητρα πίσω από ένα φρικτό έγκλημα, όσο και να εξιχνιάσει ένα μυστήριο από την εφηβική  του ηλικία, που τον στοιχειώνει.

Αναγνωρίζω σαφώς ότι η κεντρική πλοκή ακούγεται αρκετά κοινότυπη και αυτή είναι η αλήθεια. Βλέποντας την, αναφώνησα για το πόσο θα ταίριαζε αυτή η ταινία ως primetime προβολή, μεσοβδόμαδα στο Star, μετά το καθιερωμένο επεισόδιο NCIS. Δεν πρόκειται για ένα περίτεχνο μυστήριο τύπου Sharp Objects, Seven ή έστω, κάποια περιπέτεια του Ηρακλή Πουαρό.

Tα δυο κεντρικά μυστήρια που βλέπουμε να ξετυλίγονται με μια υπέροχη μεθοδικότητα μέσα στην ταινία είναι αρκετά ενδιαφέροντα ώστε να κρατούν την προσοχή του θεατή (αν και η επίλυση τους, είναι απογοητευτική το λιγότερο, και ο θεατής μπορεί να προβλέψει, μετά από κάποιο σημείο, την έκβαση ), αλλά ως επί το πλείστον, αποτελούν το υπόβαθρο, στο οποίο εξελίσσεται ένα δράμα χαρακτήρων που εστιάζει κατά το μεγαλύτερο μέρος της η ταινία.

Και εδώ έγκειται το βασικό πρόβλημα της ταινίας. Οι χαρακτήρες είναι μεν ανεπτυγμένοι, αλλά δεν έχουν κάτι το ξεχωριστό και αποτελούν, μάλλον, κινούμενα κλισέ που συνήθως βρίσκουμε στο είδος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, όταν η ταινία αποφασίσει, για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα, να λησμονήσει την «έρευνα» και να εστιάσει στις σχέσεις του πρωταγωνιστή με τους διαφόρους χαρακτήρες (των οποίων τα ονόματα, δε θα συγκρατήσετε ούτε και κατά τη διάρκεια της ταινίας), κάνει μια τεράστια κοιλιά και, ως εκ τούτου, όταν δίνει πάλι το βάρος της προσοχής στο μυστήριο, ο θεατής έχει χάσει το ενδιαφέρον του και παρακολουθεί την ταινία (αν τη παρακολουθεί ακόμη) περισσότερο από αγγαρεία παρά από μια γνήσια ανυπομονησία για την εξιχνίαση του εγκλήματος. Το μυστήριο δεν είναι αρκετά πρωτότυπο ή καλοστημένο  ώστε να εντυπωσιάσει αλλά και οι χαρακτήρες δεν είναι παρά πιόνια που κινούνται σύμφωνα με τις υποδείξεις της πλοκής.

Παρόλα αυτά, η σκηνοθεσία είναι αρκετά στιβαρή και σε συνδυασμό με την υπέροχη κινηματογράφηση του Stefan Duscio, προσφέρει τουλάχιστον κάτι ενδιαφέρον, οπτικά και αισθητικά. Η μουσική του  Peter Raeburn είναι ατμοσφαιρική και βοήθα στο να βυθιστείς πιο εύκολα στα δρώμενα.

Η ταινία φυσικά αναπληρώνει τις αρκετές αφηγηματικές αδυναμίες, και κυρίως τους άχρωμους χαρακτήρες της με ένα δυνατό επιτελείο ηθοποιών που παραδίδει μια αξιοσέβαστη υποκριτική δουλειά. Ο πρωταγωνιστής του, Eric Bana, έχει αρκετό από το παλιομοδίτικο coolness που έχουν, συνήθως ,οι ήρωες τέτοιων ιστοριών, προσφέροντας μια συναισθηματικά συγκρατημένη αλλά μεστή ερμηνεία η οποία αποτελεί, μάλλον,  και την ραχοκοκαλιά της ταινίας. Ο χαρακτήρας του κινείται με άνεση στο απόκοσμα όμορφο αυστραλιανό τοπίο και κατορθώνει να κάνει ακόμη και τις σκηνές που απλά παρατηρεί κάτι αρκετά απολαυστικές, κάτι που οφείλεται εξ ολοκλήρoυ στον Bana. Δεν πρόκειται για κάποιον larger than life υπερήρωα και σοφά ο βετεράνος δραματικός ηθοποιός –και κάποτε επιτυχημένος κωμικός- εστιάζει κυρίως στο να προσδώσει οποιεσδήποτε ανθρώπινες πτυχές αμέλησε το σενάριο να δώσει στον πρωταγωνιστή.

Από το υπόλοιπο καστ, το οποίο είναι εξίσου καλό, ξεχωρίζω τον βετεράνο της αυστραλέζικης κινηματογραφικής βιομηχανίας, Bruce Spence ( οι περισσότεροι θα τον γνωρίζετε από το Mad Max 2 Road Warrior, όπου υποδύονταν τον Gyro Captain) ο οποίος με μαεστρία αναδεικνύει τον χιλιοειπωμένο ρολό του πατέρα που θρηνεί σε κάτι παραπάνω από ένα scene prop , την BeBe Bettencourt, σε ένα μικρό σχετικά αλλά σίγουρα σημαντικό ρόλο, στον οποίο επίσης κατορθώνει να προσθέσει ένα κάποιο βάθος και φυσικά, τον Matt Nable, που αρκετοί, θα ξέρετε ως Ras Al Ghul στο τηλεοπτικό Arrow, ο οποίος υποδύεται με απίστευτη πειστικότητα, ένα απολαυστικό, κάθαρμα.

Εν τέλει, είναι το The Dry μια καλή ταινία;
Πιθανόν…

Δεν είναι σε ουδεμία περίπτωση πρωτότυπη, ούτε προσθέτει κάτι στο είδος. Είναι μια τεχνικά καλοφτιαγμένη και αρκετά ικανά σκηνοθετημένη  ταινία, που ωστόσο έχετε σίγουρα ξαναδεί κάποια στιγμή στο παρελθόν. Σίγουρα αποτελεί μια καλή επιλογή για κάτι χαλαρό, αλλά εξίσου σίγουρα δεν είναι μια ταινία που θα πρέπει να βρίσκεται στη κορυφή του προσωπικού watchlist που κάποιος ενδέχεται να έχει, ή μάλλον να βρίσκεται σε κάποια watchlist. Είναι μια ταινία που μετά βίας υπερβαίνει τη μετριότητα και για αυτό ίσως, της αξίζουν εύσημα. Κατορθώνει να εξυψώσει το αδύναμο σενάριο έστω και λίγο, τουλάχιστον αρκετά, ώστε να μην είναι μια κακή ταινία.

Συμβουλή μου, να  περιμένετε , 2 χρόνια, να τη δείτε κάποιο βράδυ, κάποιας Τετάρτης, στο Star .

Rating:

Χώρα: Αυστραλία, ΗΠΑ
Έτος: 2020
Χρώμα: Έγχρωμη
Σκηνοθεσία:
Robert Connolly
Πρωταγωνιστούν: Eric Bana, Genevieve O’ Reilly, Keir O’ Donnell
Διάρκεια: 117'

Τελευταία