Αρχική ΜΟΥΣΙΚΗΔΙΣΚΟΚΡΙΤΙΚΕΣKarma Violens - Mount Of The Congregation

Karma Violens - Mount Of The Congregation

Η πρώτη μου επαφή με τους Karma Violens ήρθε το ομολογουμένως μακρινό πια 2011 και μάλιστα συναυλιακά. Ας γυρίσουμε πίσω σε εκείνο το φεστιβάλ στην πλατεία νερού που οι Karma Violens άνοιγαν για Firewind, Opeth, Whitesnake και Judas Priest. Αν και ο καυτός καλοκαιρινός ήλιος του Ιουλίου δε βοήθησε πολύ το συγκρότημα από άποψη γενικότερης ατμόσφαιρας, το μεγάλο stage και η προνομιακή μου θέση στην πρώτη σειρά βοήθησαν στο να συνειδητοποιήσω γρήγορα, ότι οι Karma Violens είχαν όλα τα φόντα για να συγκαταλεχθούν στις πολλά υποσχόμενες μπάντες της εγχώριας σκηνής.

Λίγους μήνες αργότερα, κυκλοφορούν τον πρώτο τους δίσκο με τίτλο Dormancy και οι υποψίες μου για τα παραπάνω επιβεβαιώθηκαν. Μια καθ’ όλα επιτυχημένη μίξη thrash και black metal με εμφανείς metalcore αλλά και post metal επιρροές, ήχος σύγχρονος και μια εξαιρετική παραγωγή (τι κομματάρες εκείνο τα Returning From Oslo και AnimaL), από τα χέρια των Φώτη Benardo (Nightfall, SiXforNinE) και Γιώργο Εμμανουήλ (Lucifer's Child). Η συνέχεια ήρθε με δύο ακόμη δίσκους, τα Skin Of Existance (2015) και Serpent God (2018). Προσωπικά αν και αξιοπρεπέστατες κυκλοφορίες, κάτι δε με τράβηξε για να ενθουσιαστώ μαζί τους όπως μου είχε συμβεί με το Dormancy.

Ερχόμαστε όμως στο σήμερα και την κυκλοφορία του Mount Of The Congregation. Τα πράγματα εδώ αλλάζουν εντελώς σε σχέση με το κατά πόσο ένας δίσκος των Karma Violens με ελκύει να κολλήσω πάνω του, αφού το Mount Of The Congregation η αλήθεια είναι πως σε κερδίζει από την αρχή. Το εισαγωγικό ιντερλούδιο Necropolis είναι μια ψευδαίσθηση που σε παρασύρει σε μία συμφωνική ατμόσφαιρα που θα διακοπεί βίαια (με όλη την καλή έννοια) μέσω της παρέμβασης του Embrace.

Από το πρώτο βασικό κομμάτι τα riffs των Karma Violens σε πιάνουν από τα μαλλιά, ενώ δε ντρέπονται καθόλου να κάνουν highlight την εξαιρετική παραγωγή του Mount Of The Congregation, όπως και τα φωνητικά του καινούριου τους τραγουδιστή, Ηλία Ζούνη (Moral Corruption). Η αλήθεια είναι πως ήρθε και ταίριαξε γάντι στη μουσική των Karma Violens, αφού με ευκολία εναλλάσσει death metal και λίγο πιο πειραγμένα metalcore αλλά και black metal φωνητικά – τα οποία φαίνονται καθ’ όλη τη διάρκεια του δίσκου καθαρά και αβίαστα. Σημαντική επίσης αλλαγή είναι και η αποχώρηση του βασικού drummer των Karma Violens, του οποίου τη θέση αναπληρώνει ως session μέλος ο Sevan Barsam (Memorain) γνωστός στην εγχώρια σκηνή για τις ικανότητες του στα κρουστά – παρουσία που λάμπει σε όλη τη διάρκεια του δίσκου.

Στη συνέχεια θα βρούμε το ένα από τα δύο προσωπικά αγαπημένα μου κομμάτια, One Way Journey το οποίο στο εσωτερικό του κρύβει πολλούς ήχους να εναλλάσσονται – κάτι που πάντα εμένα με ενθουσιάζει και πλέον το ξέρετε οι περισσότεροι. Παρέα με το αρκετά επικό The Observer, πιθανόν να μιλάμε για το σημείο κορύφωσης του δίσκου, χωρίς σε καμία περίπτωση αυτό να σημαίνει ότι αργότερα σβήνει η ένταση και το πάθος του, κάθε άλλο. Από το πρώτο μέρος του δίσκου, με ελκύει ιδιαίτερα και το Kingdom Of The Deserters – ειδικά αυτό το solo λίγο μετά τη μέση του τραγουδιού – στοιχείο στο οποίο οι Karma Violens δε μας έχουν συνηθίσει αλλά είναι πλήρως καλοδεχούμενο.

Και λέω δεύτερο μέρος, γιατί το Exodus αποτελεί άλλο ένα ιντερλούδιο, αυτή τη φορά με βάση (αν δεν κάνω λάθος) ήχους κοντραμπάσου με δοξάρι. ‘Ετσι νοητά χωρίζεται ο δίσκος στο μυαλό μου σε δύο μέρη, με το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου να ακολουθεί με μία ευχάριστη έκπληξη. Η προσθήκη γυναικείων, καθαρών και δυναμικών φωνητικών, με τη συμμετοχή της Νατάσας Τσίρου (Mighty N). ‘Ενα πιο ατμοσφαιρικό πέρασμα επέρχεται με το ορχηστρικό Fly Into Starlight, για να μας παραδώσει την τελευταία τριπλέτα κομματιών, The Gathering, Mark On My Forehead και The Light Beyond The Event Horizon. Από αυτά τα τρία ξεχωρίζω μάλλον το Mark On My Forehead για τη ροή, τα riffs αλλά και τον οριακά progressive ήχο του.

‘Οπως όλα δείχνουν, η ανανέωση έκανε μεγάλο καλό στους Karma Violens, αφού ακούγονται για ακόμη μια φορά φρέσκοι, σύγχρονοι, μα κυρίως, ερωτευμένοι με τη δουλεία τους. Προσωπικά εμένα κάπως μου λείπει το παλιό, post στοιχείο τους, αλλά ας μην εθελοτυφλώ, ότι έχουν αποβάλλει ένα χαρακτηριστικό που εμένα μου αρέσει περισσότερο δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι έχουν περιορίσει και την ποιότητά τους. Το Mount Of The Congregation είναι προσεγμένο σε κάθε σημείο του, από παραγωγή μέχρι συνθέσεις, από κάθε όργανο ξεχωριστά μέχρι τους στίχους που είναι γεμάτοι με βιβλικές και μυθολογικές αναφορές. Κερασάκι στην τούρτα, το επιβλητικό εξώφυλλο από το χέρι του Γιάννη Νάκου (Remedy Art Designs). Ενθουσιάζομαι όταν βλέπω τέτοιου επιπέδου δουλειές να βγαίνουν από τη σκηνή μας, που εμείς το ξέρουμε ότι είναι γεμάτη ταλέντα. Κάποια στιγμή πρέπει να μαθευτεί παντού, αλλά αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία.

Rating: 

 8.0


Εταιρεία: Self Released
Genre: Death Metal/ Thrash Metal
Παραγωγός: Costas Papadopoulos
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 02/04/2021
Band Links: Facebook | Instagram | Spotify | YouTube |
Bandcamp

Τελευταία