Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ10 Χρόνια από τότε που ο Thor συνάντησε τον Flash Gordon

10 Χρόνια από τότε που ο Thor συνάντησε τον Flash Gordon

Ο θρύλος μας διηγείται ότι ήταν εκείνη η πρώτη προβολή του Darkman στην οποία βρίσκονταν το μυθικό αυτό πλάσμα της ποπ κουλτούρας που ακούει στο όνομα Stan Lee όταν τον πλησίασε ο σκηνοθέτης του Darkman και δηλωμένος comic book geek, Sam Raimi, με στόχο να του προωθήσει μια ιδέα για την κινηματογραφική μεταφορά του κόμικ Thor.

Φυσικά, αν και μεγάλος θαυμαστής των κόμικς της Marvel, o Raimi, δεν έκανε αυτή τη πρόταση μόνο χάρη στην αγνή του αγάπη προς τους χάρτινους ήρωες που τον γαλούχησαν αλλά και ενέπνευσαν στυλιστικά την μέχρι τότε κινηματογραφική του πορεία. Κυρίως το έκανε γιατί οι δημιουργίες του Stan Lee ήταν μια σχετικά ανεκμετάλλευτη πρώτη υλη.

Παρά την εξέχουσα θέση που είχαν στην ποπ κουλτούρα και τις πάμπολλες τηλεοπτικές μεταφορές των κόμικς της Marvel, με αρκετά επιτυχημένα(The Incredible Hulk, Spiderman and his amazing friends) αλλά και αποτυχημένα (The Amazing Spiderman tv series, Avengers United We Stand) παραδείγματα, η Marvel δεν είχε κατορθώσει να έχει τον κινηματογραφικό αντίκτυπο που είχε εκείνη την εποχή η «ανταγωνίστρια» DC Comics.

Τελικά, η ιδέα εκείνη για μια ταινία με τον Mighty Avenger, πάγωσε λόγο αδιαφορίας από τα στούντιο μέχρι τo 2000 όταν η επιτυχία του πρώτου X-men αλλά και, κυρίως, η επιτυχία της τριλογίας κόμικ Spider-man του Sam Raimi αναβίωσε το ενδιαφέρον για τις δημιουργίες του Lee, με αποτέλεσμα η ταινία να περάσει από αναρίθμητα χέρια διακεκριμένων και μη δημιουργών. Εν τέλει, η νεοσύστατη Marvel Studios μετά τη πρωτοφανή επιτυχία του πρώτου Iron Man άρχισε να δημιουργεί αυτό που σήμερα ξέρουμε ως Marvel Cinematic Universe.

Μια μεταφορά του χαρακτήρα του Thor, από niche ιδέα που διάφοροι παραγωγοί χλεύαζαν στους εσωτερικούς τους κύκλους, εξελίχτηκε σε απαίτηση για την πραγμάτωση των κινηματογραφικών σχεδίων της Marvel.

Τη σκηνοθεσία αυτού του βασανισμένου από τις εσωτερικές «δολοπλοκίες» και ιεραρχίες των στούντιο πρότζεκτ, ανέλαβε ο Kenneth Branagh. Μια αρκετά άκυρη επιλογή με μια πρώτη ματιά, αλλά εξαιρετικά ευρηματική όπως αποδείχθηκε. Ο Brannagη είναι ένας σκηνοθέτης και ηθοποιός του οποίου το ταλέντο σφυρηλατήθηκε από τη λεγόμενη κλασσική μεθοδολογία υποκριτικής και σκηνοθετικής διαπαιδαγώγησης ο οποίος ευθύνονταν για μερικές από τις καλύτερες κινηματογραφικές διασκευές των έργων του William Shakespeare) αλλά επίσης είναι και ένας αμετανόητος «σπασίκλας».

Όπως και ο Raimi, μεγάλωσε διαβάζοντας τις ιστορίες αυτών των χαρακτήρων. Και η εμπειρία του πάνω στις διασκευές του 'Aγγλου δραματουργού, δε θα προσέδιδε μόνο κύρος σε ένα αρκετά «κιτς» πρότζεκτ αλλά κυρίως ήταν αυτό που απαιτούσε η περίσταση Οι σεξπιρικές καταβολές ήταν κάτι που υπήρχε από τις απαρχές στο DNA των πολυαρίθμων κόμικς με τον σκανδιναβό ημίθεο ανά τα χρόνια. Ήταν ένας αυθεντικός θαυμαστής του ξανθού γίγα και το πάθος και η αγάπη θα τροφοδοτούσε το όλο εγχείρημα , ώστε να είναι όχι μόνο μια πρωτοφανής επιτυχία αλλά και μια πολυσυζητημένη ταινία όπως το Iron Man του John Favreau.

Μόνο που, αν και επιτυχημένο, το Thor είναι μια καλή και διασκεδαστική αλλά τρομερά άνιση ταινίαΚαι σε αυτό ευθύνεται το γεγονός ότι το σενάριο είναι τρομερά συγκρατημένο για ταινία του είδους. Δεν ανταποκρίνεται στο πόσο επικά φιλόδοξη είναι η μυθολογία του χαρακτήρα. Διαβάζοντας, πληροφορίες για την παραγωγή της ταινίας, ανακαλύπτει κανείς ότι το αρχικό σενάριο του Mark Protoshevich, το οποίο αφορούσε μια ταινία του βεληνεκούς των 300 εκατομμυρίων, δέχτηκε σημαντικές αλλαγές από πολυάριθμους σεναριογράφους ώστε να ανταποκρίνεται στα πλαίσια ενός προϋπολογισμού των 150 εκατομμυρίων.

Σαφώς δε γίνεται να κατηγορήσεις τους παραγωγούς που δεν ήθελαν να ρισκάρουν με ένα τόσο υψηλό budget και ένα σχετικά άγνωστο στο ευρύ κοινό χαρακτήρα όπως επίσης δεν μπορείς να κατηγορήσεις τους σεναριογράφους. Το σενάριο είναι ικανοποιητικό για αυτό που θέλει να κάνει η ταινία. Συστήνει έναν niche και αρκετά campy χαρακτήρα μαζί με το πολύχρωμο σύμπαν του και παραδίδει μια ιστορία ανόθευτης διασκέδασης με ορισμένη «σεξπιρική» ίντριγκα και τραγωδία, ώστε να μη καταντάει παρωδία.

Λείπει ωστόσο αυτή η επική αίγλη που θα έπρεπε να έχει μια ταινία που πραγματεύεται τις συγκρούσεις θεϊκών οντοτήτων . Θαρρώ πως η πρώτη εκείνη εκδοχή του σεναρίου από τον Protosevich θα κατόρθωνε καλυτέρα να υιοθετήσει τον επικό τόνο των ταινιών Lord of the Rings, που σε αρκετές σκηνές το Thor αποπειράται να αιχμαλωτίσει άλλοτε επιτυχημένα και άλλοτε όχι τόσο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να έχουμε μια επική πρώτη πράξη, με μεγάλους, στομφώδεις μονόλογους και παραμυθένια σκηνικά στα οποία οι ηθοποιοί δίνουν μερικές από τις καλύτερες και πιο δυνατές υποκριτικές στιγμές της ταινίας (η σκηνή που ο Odin του Anthony Hopkins βρυχάται κατάρες όντας απογοητευμένος με τον αλαζόνα γιο του είναι υπέροχη), μια δεύτερη πράξη γεμάτη από χαριτωμένα αλλά χιλιοειπωμένα κλισέ όπου ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να ενσωματωθεί στον «γήινο» σύγχρονο κόσμο (με μερικά ομολογουμένως, αρκετά επιτυχημένα gags) και μια βιαστική τελευταία πράξη με μερικές καλές σκηνές δράσης αλλά αδιάφορα κίνητρα πίσω από τις πράξεις των χαρακτήρων και φυσικά την ολοκλήρωση ενός τρομερά αμήχανου ρομάντζου. Θα μπορούσε να λεχτεί μάλιστα ότι η πρώτη πράξη του Thor αφήνει την αίσθηση μιας τελείως διαφορετικής ταινίας από αυτό που ακολουθεί.

Παρόλα αυτά ο Brannagh είναι ειλικρινής για τις προθέσεις του. Το έργο είναι όσο πιο πιστό γίνεται στο περιθωριακά camp ύφος των πρώτων εκείνων κόμικς του ήρωα και αυτό φαίνεται από την ενδυμασία, σκηνογραφία, μουσική υπόκρουση (ένα παλιομοδίτικα όμορφο soundtrack απο τον συνθετη Patrick Doyle) και ειδικά την κινηματογράφηση του Patrick Ζαμπαρλούκου (τα dutch angles πλανά είναι αναρίθμητα και «επιτίθενται» στην όραση του θεατή ). Ο βρετανός auteur αποπειράται να πλάσει μια μίξη σεξπιρικής σαπουνόπερας και αναφορών στο Flash Gordon και τα καταφέρνει ανέλπιστα καλά.

Το ερμηνευτικό επιτελείο, παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία των χαρακτήρων είναι απογοητευτικά μονοδιάστατοι, δίνουν ειλικρινείς και δίχως καμία δόση κυνισμού ερμηνείες και προσδίδουν μια πρόσθετη βαρύτητα στα δρώμενα. Η Natalie Portman εμφυσεί ζωή και προσωπικότητα σε έναν χαρακτήρα που το σενάριο δεν αναπτύσσει όσο θα έπρεπε. Η Rene Russo και ο Anthony Hopkins αποδεικνύουν γιατί δικαιολογημένα συγκαταλέγονται στους καλυτέρους ηθοποιούς της γενιάς τους, με τον δεύτερο να έχει αναμφίβολα τις καλύτερες σκηνές της ταινίας. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι αρκετά καλοί αλλά η αποκάλυψη της ταινίας είναι σίγουρα οι Chris Hemsworth και Tom Hiddleston.

Οι άγνωστοι τότε ηθοποιοί, ίσως αποτελούσαν την πιο αμφιλεγόμενη κίνηση του σήμερα πανίσχυρου στούντιο. Ωστόσο, το δίδυμο Hiddleston-Hemsworth ενσαρκώνει άψογα την ουσία των χαρακτήρων και με περισσή γοητεία αιχμαλωτίζουν την καρδιά του θεατή ως Loki and Thor. Αποδεικνύουν περίτρανα ότι έχουν το star power να ηγηθούν οποιασδήποτε «μεγάλης» ταινίας. Οι ερμηνείες τους κατορθώνουν να μη χαθούν στον ανεμοστρόβιλο εφέ, exposition και πολύχρωμων κουστουμιών και σκηνικών, μα αντιθέτως να ξεπεράσουν τη λάμψη τους και να είναι από τα πιο αλησμόνητα σημεία της τανίας. Ξεχωριστή μνεία αρμόζει στην μαγική χημεία που έχουν μεταξύ τους οι ερμηνευτές.

Τα οπτικά εφέ της ταινίας κρατούν καλά έως και σήμερα ενώ οι σκηνές δράσης αν και υποφέρουν από έλλειψη ευρηματικότητας, όσον αφορά την χορογραφία τους και την κινηματογράφηση τους είναι όσο υπερβολικές και «extra» πρέπει ώστε να επιτελούν τον σκοπό τους.

Ως ταινία δεν πρόκειται να ξεχωρίσει ως μια από τις καλύτερες ταινίες βασισμένες σε κόμικς, ούτε όμως και από τις καλύτερες camp sci fi, αλλά αποπνέει μια feelgood movie γοητεία ώστε να αποτελεί ιδανική επιλογή για ένα χαλαρό μα απολαυστικό δίωρο αγνού escapist fun.