Without Remorse

Ο Tom Clancy είναι ένας από τους πιο φημισμένους συγγραφείς κατασκοπικής μυθοπλασίας. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε αμέτρητες γλώσσες ενώ έχουν διασκευαστεί στην μεγάλη και μικρή οθόνη και έχουν αποτελέσει πηγή έμπνευσης για μερικά από τα μεγαλύτερα video game franchises. Η πιο διάσημη δημιουργία του είναι αναμφίβολα ο Jack Ryan, ο σεμνός αναλυτής και διπλωμάτης που πάντοτε βρίσκει τον εαυτό του στο μάτι του κυκλώνα όσον αφορά τις γεωπολιτικές δολοπλοκίες μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων της υφηλίου. Τον Ryan και τους διαφόρους χαρακτήρες που τον πλαισιώνουν, τους έχουν ενσαρκώσει ανά τα χρόνια μερικά από τα πιο καταξιωμένα ονόματα στον χώρο της υποκριτικής τέχνης. Παρόλα αυτά, οι κινηματογραφικές προσπάθειες για την έναρξη ενός action movie franchise τύπου James Bond έφερναν χλιαρά αποτελέσματα και ο χαρακτήρας τα τελευταία χρόνια έχει περιοριστεί σε μια άνιση ποιοτικά τηλεοπτική σειρά.

Είναι αναμφίβολο ότι το λογοτεχνικό σύμπαν του Clancy, αποτελεί μια ανεξάντλητη πηγή κατασκοπικού υλικού το οποίο απαιτεί την αναγνώριση που έχουν αντίστοιχοι συγγραφείς με την δημιουργία ενός blockbuster franchise. Το Without Remorse αποπειράται να δικαιώσει επιτέλους τον ψυχροπολεμικό συγγραφέα, διασκευάζοντας το πρώτο βιβλίο της σειράς του άλλου λογοτεχνικού παιδιού του, John Clark. Ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα αποτυγχάνει τραγικά. Αυτή η ταινια της Amazon Prime, δεν έχει αρκετή συνοχή ώστε κάποιος να την εκλάβει στα σοβαρά αλλά επίσης αποτυγχάνει στο να προσφέρει απολαυστικό escapist θέαμα.

Η ταινία αφορά την προσπάθεια ενός υπέρ-πράκτορα, του John Kelly, να εντοπίσει τους δολοφόνους της Seal Team Six μονάδας του και της εγκύου γυναίκας του, διαλευκαίνοντας παράλληλα μια διεθνή συνομωσία που απειλεί να ταράξει τις ήδη ευαίσθητες ισορροπίες μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας.

Ο Clancy έγραψε τον όγκο των έργων του προς το ζενίθ του Ψυχρού Πολέμου όποτε τα βιβλία του διέπονται από μια βαθιά αντί- σοβιετική μισαλλοδοξία και έναν πατριωτισμό, ο οποίος, ωστόσο, αρκετές φορές θα κρίνει τα σφάλματα της ίδιας του της πατρίδας. Η αρκετά απαρχαιωμένη αντίληψη των γεωπολιτικών σχέσεων του Clancy δέχεται μια ενδιαφέρουσα αλλαγή που θεωρώ πως αρμόζει στο κλίμα του εικοστού πρώτου αιώνα. Η αλλαγή αυτή αποτελεί μια πτυχή που βρήκα αρκετά ενδιαφέρουσα ωστόσο δεν χαίρει της εμβάθυνσης και ανάπτυξης που αξίζει και περιορίζεται σε μια σκηνή λίγο πριν το φινάλε της ταινίας, με στόχο προφανώς να προετοιμάσει το έδαφος για sequels. Το σενάριο του Will Staples (ο οποίος έχει κτίσει το βιογραφικό του στη συγγραφή σεναρίων για video games, κάτι το όποιο γίνεται ιδιαίτερα αισθητό εδώ) και του άλλοτε εξαιρετικού, Taylor Sheridan (Hell or High Water, Wind River, Sicario) είναι μεν γεμάτο ανατροπές και σεκάνς δράσης αλλά ο τρόπος που εντάσσονται στη πλοκή είναι απίστευτα άγαρμπος και ως εκ τούτου ενώ συμβαίνουν πάρα πολλά σε όλη την διάρκεια, τίποτα δεν έχει πραγματική σημασία ή το απαραίτητο βάρος ώστε να ενδιαφερθεί ή και να εντυπωσιαστεί ο θεατής.

Μεγάλο μερίδιο της ευθύνης για αυτό το γεγονός πηγαίνει στον σκηνοθέτη Stefano Sollima (Sicario: Day of the Soldado). Η σκηνοθεσία του Sollima πλην δυο εξαιρέσεων χαρακτηρίζεται από μια βαρετή επιλογή πλάνων λήψης και στερείται της δυναμικής που απαιτούν οι μοντέρνες σκηνές δράσης. Η κινηματογράφηση του Phillipe Rousselot είναι μεν ατμοσφαιρική ωστόσο δεν κατορθώνει να προσδώσει την απαιτουμένη ενεργητικότητα στις ομολογουμένως καλοδουλεμένες από άποψη χορογραφίας, σκηνές μάχης. Οι δε σκηνές εντάσσονται στη δομή της πλοκής με εντελώς απότομο τρόπο και μέχρι ο θεατής να συνειδητοποιήσει ότι παρακολουθεί μια σεκάνς δράσης, αυτή τελειώνει με ένα επίσης εντελώς απότομο τρόπο και δεν αφήνει ούτε στο ελάχιστο ικανοποιημένο το κοινό.

Πρέπει όμως να παραδεχτώ ότι βρήκα εξαιρετική τη μουσική του Jonsi, γνωστού και ως frontman της ισλανδικης post rock μπάντας Sigur Ros, η οποία ωστόσο είναι αρκετά αταίριαστη ως επιλογή ώστε να λειτούργει υπέροχα στο να προσδώσει λίγο καλυτέρα από το σενάριο και την σκηνοθεσία, την ατμόσφαιρα παράνοιας που κυριαρχεί μέσα στην πλοκή.

Το ερμηνευτικό επιτελείο είναι καλό, παρόλα αυτά δεν κατορθώνει να υπερβεί τους μονοδιάστατους χαρακτήρες που υποδύεται. Όλοι περιορίζονται σε ρόλους κινουμένων κλισέ, και κατορθώνουν να μείνουν αξιομνημόνευτοι μόνον οι Jodie Turner- Smith, Jamie Bell και ο πρωταγωνιστής, Michael B. Jordan , o οποίος καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες να εξυψώσει το κακό υλικό που του έχει δοθεί και τουλάχιστον είναι ένας cool μεν αδιάφορος δε John Kelly . Επίσης, για τους θαυμαστές της καλαισθησίας, ικανοποίει και με το παραπάνω, αναδεικνύοντας σε αρκετά καρέ τους καλλιγράμμους κοιλιακούς του.


 

Παράδοξη βρήκα την επιλογή του Brett Gelman στον ρόλο του κακού. Ο Gelman ο οποίος είναι σίγουρα ένας εξαιρετικά ταλαντούχος κωμικός ηθοποιός τον οποίο οι περισσότεροι θα γνωρίζετε ως Martin από το Fleabag της Phoebe Waller- Bridge, καλείται να υποδυθεί ένα «τέρας» και στον ελάχιστο χρόνο που του δίνεται από το σενάριο, δεν μπορεί να φανεί απειλητικός ή να θεωρηθεί ένας αξιοσημείωτος αντίπαλος για τον ήρωα μας. Αποτελεί για μένα ένα μεγάλο φάουλ της ταινίας και ίσως η ταινία θα μπορούσε να λειτουργήσει και χωρίς αυτόν και τον χαρακτήρα του, του οποίου η ανάπτυξη μέσα στη ταινία προέρχεται από expositional μονολόγους.

Τελικά, το Without Remorse αξίζει μια θέαση τουλάχιστον για ένα χαλαρό βράδυ σε ρεπό με την συνοδεία ενός αλκοολούχου αφεψήματος; Όχι. Το Without Remorse αποτελεί μια άγαρμπη συρραφή ιδεών που πρωτογνωρίσαμε σε κατασκοπικά θρίλερ της δεκαετίας του 2000, με καμία γοητεία πέραν του καλλίγραμμου σώματος του πρωταγωνιστή της. Αποτελεί αναμφίβολα μια από τις χειρότερες ταινίες του 2021 από την άποψη ότι είναι τόσο ανιαρή που δεν μπορεί να διασκεδάσει και τόσο ανόητη που δεν μπορεί να κάνει τον θεατή να κλείσει τον εγκέφαλο του και να μην αναλύει όποιο plot- hole εμφανίζεται στο καταστροφικά δομημένο στόρι της.

 

Rating:

Χώρα: ΗΠΑ
Έτος: 2020
Χρώμα: Έγχρωμη
Σκηνοθεσία:
Stefano Sollima
Πρωταγωνιστούν: Michael B. Jordan, Jodie Turner-Smith, Jamie Bell
Διάρκεια: 109'

Τελευταία