Αρχική EVENTSΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣMetallica, Ghost 8/5/2019 @San Siro Hippodrome, Italy

Metallica, Ghost 8/5/2019 @San Siro Hippodrome, Italy

Είμαι τυχερός, ευλογημένος θα έλεγα (ναι, χρησιμοποιώ και εγω αυτήν τη λέξη καμιά φορά) και έχω δει πολλές συναυλίες στη ζωή μου. Θα σας εκμυστηρευτώ την ύπαρξη ενός τετραδίου όπου είναι γραμμένοι όλοι οι καλλιτέχνες που θα ήθελα να δω ζωντανά. Πλέον, με τα χρόνια να έχουν περάσει, σχεδόν όλοι είναι διεγραμμένα ονόματα και ίσως το μεγαλύτερο κατόρθωμα της ζωής μου έχει εκπληρωθεί.

Όμως, τα παραπάνω μου δυσκολεύουν τρομερά την επιλογή του αγαπημένου live. ‘Eχω δει Iced Earth ζωντανά στο Ρόδον, κρυφά από τους γονείς μου, ό,τι κοντινότερο στην αναβίωση του Chuck με τους DTA, Bruce Dickinson στον Λυκαβηττό, έχω δει Lemmy και Dio (με σάρκα και οστά), έχω δει Black Sabbath και γενικά ο κατάλογος είναι αρκετά μακρύς και η επιλογή δύσκολη.

Κατάφερα να φιλτράρω και να καταλήξω σε δύο, στην πρώτη φορά που είδα Rotting Christ στη ζωή μου “vs” την τελευταία που είδα Metallica. Σίγουρα εκείνο το βράδυ στο An Club (αν δεν κάνω λάθος, εκεί ήταν) είναι από τα σημαντικότερα συναυλιακά μου, κάτι όμως τα πολλά χρόνια που έχουν περάσει, οι αμέτρητες φορές που τους έχω δει από τότε, το έχουν ξεθωριάσει στη μνήμη μου και τα γεγονότα εκείνης της νύχτας είναι αρκετά συγκεχυμένα στο κεφάλι μου. Στη δεύτερη περίπτωση, είμαι σαφώς μεγαλύτερος ηλικιακά, η συναυλία έχει συνδυαστεί με την πρώτη μου επίσκεψη (λες και έχω ξαναπάει) στο καθόλου όμορφο Μιλάνο. Σε όλα αυτά να προσθέσουμε πως από τότε έχει περάσει περίπου ένας χρόνος (έχε γούστο να κάνω λάθος), ότι οι Metallica είναι αγαπημένη μου μπάντα και αυτή που εγώ θεωρώ τη μεγαλύτερη στο μουσικό στερέωμα. Bonus στα παραπάνω, το κερασάκι στην τούρτα, η ωριαία εμφάνιση, των επίσης αγαπημένων μου, Ghost.

Για να πω σωστά όμως την ιστορία, θα χρειαστεί να επιμηκύνω λίγο ακόμα, τον ήδη μεγάλο, πρόλογο. Γιατί μπορεί το live να ήταν στις 8/5/19, όμως, η ιστορία ξεκινά αρκετούς μήνες πριν και συγκεκριμένα ένα βράδυ που είχαμε βγει για μία μπύρα οι τρεις από τους τέσσερις που θα ανεβαίναμε εν τέλει στο αεροπλάνο για Ιταλία. Είχαν αρχίσει οι πρώτες ανακοινώσεις ονομάτων για το καλοκαίρι και αναρωτιόμασταν αν θα πέσει επιτέλους η πολυπόθητη ανακοίνωση: “Oι Metallica επιστρέφουν στην Αθήνα”. Ως ο πιο “μπασμένος” στα πράγματα, έχοντας ήδη solid πληροφορίες, τους εξηγώ ότι είναι από δύσκολο έως απίθανο και καταφέρνω να τους χαλάσω τη διάθεση σε μερικά δευτερόλεπτα.

Επειδή όμως δεν ήμουν σίγουρος αν τους είχα διαλύσει εντελώς τη διάθεση, είπα να βάλω και το “Fade to Black” για να βεβαιωθώ. Ο Ιορδάνης έπινε τη μπύρα του αμίλητος και κοιτούσε το βίντεο που έπαιζε στις οθόνες του Rock Street και ο Νίκος είχε βυθιστεί στο κινητό του, με ύφος όμως που δεν έδειχνε θλίψη, αλλά κάτι άλλο, στα όρια του απόκοσμου. Μερικές στιγμές αργότερα, σηκώνει το βλέμμα του και γεμάτος ενθουσιασμό, ανακοινώνει ότι στις 8/5 πάμε Ιταλία (μέχρι και σήμερα εξετάζω το γεγονός να έφερε είκοσι στο intimidate) και πλέον το μόνο που μένει να αποφασίσουμε είναι αν θα πάρουμε το πιο ακριβό εισιτήριο ή όχι. Το συγκεκριμένο debate λήγει γρήγορα και η μπίλια κάθεται στο ακριβό, με την εντυπωσιακή ονομασία “Golden Circle” που μας υπόσχεται πέντε μέτρα απόσταση από τον James Hetfield και την παρέα του.

Μετά από αυτήν την κάπως παρορμητική απόφαση και στην προσθήκη του Δημήτρη στο team (του μεγάλου αδερφού του Νίκου, που του δανειζόμασταν μουλωχτά τα CD του όταν ήμασταν μικροί), ολοκληρώνουμε τα διαδικαστικά εν ριπή οφθαλμού. Με κλεισμένα τα αεροπορικά μας, το μέρος που θα κοιμηθούμε το βράδυ και κανονισμένες τις άδειες μας από τη δουλειά, έχουμε πλέον μπροστά μας τέσσερις και κάτι μήνες για να μετράμε αντίστροφα τον χρόνο.

Fast forward, γιατί αν συνεχίσω έτσι θα καταλήξω σε διήγημα, και φτάνουμε στο αεροδρόμιο του Linate – και όχι Elinate όπως πίστευα – όπου όσοι βρεθήκατε εκεί, γιατί υπήρχε σημαντικός όγκος Ελλήνων, αν το μάτι σας πήρε κάπου έναν τύπο με μαύρο κοντομάνικο “Master of Puppets”, μία ζώνη στο ένα χέρι, με το άλλο να κρατάει το παντελόνι για να μην του πέσει, δύο κρίκους στο στόμα για να μη χάσει τα σκουλαρίκια του και να φωνάζει “Δύο να πάνε να βρουν ένα μπουκάλι Jack και οι άλλοι δύο ένα ταξί” (σ.σ. τα ταξί στο Μιλάνο είναι λευκά), να σας πω ότι “βγαίνω” και σε πιο φυσιολογικές εκδοχές.

Λόγω της καθυστέρησης που είχε η A l’Italia, έχουμε ξεκινήσει έναν αγώνα δρόμου, στον οποίο πρέπει να προλάβουμε να πάμε στο σπίτι που έχουμε κλείσει, να αφήσουμε τα πράματα μας και να βρεθούμε στον Ιππόδρομο του San Siro, με τις γνώσεις μας στην Ιταλική γλώσσα να εξαντλούνται στα: “Juventus, Milan, Ti voglio, Al dente και Prego”

Για να μην τα πολυλογώ (εδώ γελάμε), καταφέρνουμε να φτάσουμε και για κάποιον ανεξήγητο λόγο, έχω αναλάβει τον ρόλο του οδηγού και ψάχνω να βρω τρόπο να μπούμε από τη σωστή είσοδο στον χώρο. Εκεί, θα ακολουθήσει ένας διάλογος που θα θυμάμαι για το υπόλοιπο της ζωής μου. Ένας άνθρωπος της ασφάλειας του χώρου, από αυτούς που ήταν επιφορτισμένοι να ελέγχουν τον κόσμο που έμπαινε, μου απευθύνει τον λόγο για να ακολουθήσει ο παρακάτω διάλογος:

- Κάτι στα ιταλικά. 
- I am sorry, but I don’t speak any Italian. Could you please repeat it in English?
- Κ Α Τ Ι  Σ Τ Α  Ι Τ Α Λ Ι Κ Α. 
- ΑΡΓΑ ΤΟ ΠΕΙΣ, ΓΡΗΓΟΡΑ ΤΟ ΠΕΙΣ, ΦΩΝΑΧΤΑ ΤΟ ΠΕΙΣ, ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ ΤΟ ΠΕΙΣ, ΕΓΩ Μ….. ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΩ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΡΩ ΓΡΙ ΙΤΑΛΙΚΑ! 
- Oooooo M….. M…..! Greco, Greco!
(και κάνει νόημα να περάσουμε, χωρίς να μας ψάξει καν)

Με όπλο τα diplomacy skills μου, φτάνουμε σωστά στον χώρο, έχοντας χάσει μόνο τους Bokassa (του οποίους θα βλέπαμε φέτος στο Download με τον Νίκο, αλλά ο κορωνοϊός μας πρόλαβε). Με τάχιστες στρατηγικές αποφάσεις, που θα ζήλευε και ο Μέγας Ναπολέων, χωριζόμαστε. Ένας πάει να πιάσει χώρο όσο πιο κοντά μπορεί στη σκηνή, ο δεύτερος βρίσκει που είναι το merch, ο τρίτος που έχει μπύρες και ο τελευταίος τις τουαλέτες.

Το σχέδιο έχει εκτελεστεί άψογα και τότε αρχίζουν να ακούγονται παιδικές φωνές από τα ηχεία, τα πρώτα Ghouls, από τα εφτά συνολικά, κάνουν την εμφάνιση τους επί σκηνής. Το εισαγωγικό “Ashes” έχει πλέον δώσει τη θέση του στο “Rats” και το party φαίνεται έτοιμο να αρχίσει. Την επίσημη έναρξη του όμως σηματοδοτεί ο Cardinal Copia τραγουδώντας “In times of turmoil/In times like these” και δε νομίζω να έχω ξανά στη ζωή μου τόσο κόσμο να αρχίζει να χορεύει ταυτόχρονα.

Παρ’ ότι οι Ghost είχαν προσθέσει στη φαρέτρα τους πολύ πρόσφατα το βέλος “Prequelle” και θα περίμενε κανείς το set να είναι βασισμένο εκεί, όπως κάθε μεγάλη μπάντα (και μπορεί να διαφωνείτε ότι οι Ghost αποτελούν τέτοια, την άποψη σας όμως, φαίνεται να μην συμμερίζονται ούτε οι Iron Maiden, ούτε οι Metallica) που σέβεται τον εαυτό της και τους fans της, μοίρασε το χρόνο σε όλες σχεδόν τις κυκλοφορίες της. Το “Prequelle” κέρδισε τη μάχη στο νήμα από τον προκάτοχο του, καθώς εκπροσωπήθηκε από πέντε κομμάτια (Ashes, Rats, Faith, Miasma, Dance Macabre), ενώ ο «ηττημένος» “Meliora” (τί δισκάρα!) είχε εκπροσώπηση από τέσσερα κομμάτια (Absolution, From the Pinnacle to the Pit, Cirice, Mummy Dust). To πρώτο τους album “Opus Eponymous” τιμήθηκε με το “Ritual” και το “Infestissumam” με το “Year Zero”.

Το setlist ήταν επιλεγμένο προσεχτικά για να ξεφεύγει από τα κλασικά συναυλιακά standards και πιο πολύ έδινε την αίσθηση μίας ανίερης Rock & Roll - ‘70s disco. Τα Ghouls να εναλλάσσονται στα όργανα και ο Tobias, απαλλαγμένος από τα βαριά κοστούμια των Anti-Popes να θυμίζει έναν σύγχρονο Elvis επί σκηνής. Σε πενήντα περίπου λεπτά, σε έχουν απογειώσει, σε έχουν ξεσηκώσει, σε έχουν συνεπάρει στον ξέφρενο ρυθμό τους και νιώθεις πλήρης, τότε ο Copia απευθύνεται στο κοινό: “Thank you Milan, before we go I have a question for you, ARE ON THE SQUARE?”.

Τα ηχεία δονούνται από το μπάσο του Lemmy, τις κιθάρες των Maiden, τη φωνάρα του Paul Rodgers, τη γλυκιά μελαγχολία που προκαλούν οι Lynyrd Skynyrd και γενικά ένα υπέροχο hard rock/heavy metal έχει ήδη στηθεί από το πουθενά όσο περιμένουμε τους Metallica. Ενώ το πρόγραμμα καλά κρατεί, κάποια στιγμή οι πρώτες νότες Ennio Moricone κάνουν δειλά-δειλά την εμφάνιση τους. Πλέον μας χωρίζουν λίγα λεπτά από την εμφάνιση του Καλού, του Κακού, του ‘Ασχημου και του Ινδιάνου. Κάποιοι μάλλον δεν το έχουν καταλάβει και συνεχίζουν να χαζεύουν, όμως όταν μπαίνει η εισαγωγή του “Hardwired” όλα έχουν ξεκαθαρίσει. Ο σκήνη υποδέχεται τους James Hetfield, Lars Ulrich, Kirk Hammett και Roberto Trujillo (You see what I did there?) και WorldWired Tour ξεδιπλώνεται στα μάτια μας.

Από το δεύτερο κιόλας κομμάτι, οι Metallica έχουν βάλει τον κόσμο για τα καλά στην εξίσωση. Με τα video wall να δείχνουν τη Marianne Faithfull με τη mini λατέρνα και όλο το στάδιο, με κάτι ανάμεσα σε τραγούδι και ουρλιαχτό να αναγκάζει τους Αμερικανούς θρύλους να στέκουν χαμογελαστοί ακούγοντας το “ Na da da da da, La da da da” (εγώ πάντως, κάπου ακούω και ένα “ra da da da da ra ra”). Μιας και αναφερθήκαμε σε μνήμες και αναμνήσεις, μερικά τραγούδια αργότερα θα έρθει μία από τις δυνατότερες στιγμές τις βραδιάς.

Μετά το Halo on Fire, θυμάμαι σωστά, ο Trujillo παίζει στο μπάσο το “Orion” και τα videowalls γεμίζουν με την εικόνα του αδικοχαμένου Cliff εν μέσω ξέφρενων επευφημιών. Εκτός από μένα, που στέκομαι και κοιτάζω συγκινημένος τις οθόνες, αναλογιζόμενος που θα έφτανε αυτή η τεράστια μπάντα, αν ο Cliff βρισκόταν ακόμα εν ζωή.

Ένα ψιλόβροχο που είχε αρχίσει από ώρα, πλέον έχει γίνει κανονική βροχή και η λάσπη του ιπποδρόμου έχει μπει μέχρι και στις μύτες μας (δεν είναι υπερβολή). Ενώ ήδη έχουν ιδρώσει το σανίδι για 90’ λεπτά, με συνοπτικές διαδικασίες, το drumkit του Lars μεταφέρεται στο μπροστινό σημείο του stage και πλέον όλοι οι Metallica βρίσκονται εξίσου ανυπεράσπιστοι απέναντι στο νερό, όσο και οι χιλιάδες που είχαν κατακλύσει το χώρο για τους απολαύσουν. Όλο αυτό το σκηνικό θα κρατήσει άλλη μία ώρα περίπου, αφού οι «γερόλυκοι» θα ολοκληρώσουν ένα set συνολικής διάρκειας δυόμιση ωρών.

Η λήξη του live με βρήκε βρεγμένο, πεινασμένο, εξαντλημένο αλλά και πλήρως ικανοποιημένο και ευτυχισμένο. Τέτοιες μπάντες, όπως οι Metallica, οι Iron Maiden, οι Judas Priest και όλες αυτές που κινούνται σε αυτό το βεληνεκές, δεν παίζουν ποτέ τους άσχημα. Μπορεί κάποιες φορές να είναι λιγότερο καλές, κακές όμως δεν είναι ποτέ, βέβαια, οι Metallica, εκείνη τη βροχερή νύχτα, ήταν τέλειοι.