Αρχική ΜΟΥΣΙΚΗΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑRAM at 50: Το indie διαμάντι του Paul McCartney γιορτάζει μισό αιώνα

RAM at 50: Το indie διαμάντι του Paul McCartney γιορτάζει μισό αιώνα

“Τοο Many People preaching practices”. Αυτός ο στίχος και το γενικότερο πνεύμα του εισαγωγικού τραγουδιού του δεύτερου σόλο άλμπουμ του Paul McCartney φανέρωσε με τον καλύτερο/χειρότερο τρόπο το σκιώδες κλίμα κατά τη διάλυση των Beatles. Το πρώτο σόλο του McCartney, είχε αποτελέσει σημείο τριβής ανάμεσα στα μέλη της μπάντας, που θεώρησαν ότι ο Paul θα καπηλευόταν το σούσουρο από την επικείμενη διάλυση για να πουλήσει τη δουλειά του. Κι όταν εντέλει ο δίσκος βγήκε, έτυχε χλιαρής υποδοχής, παρόλο που περιέχει μερικά από τα καλύτερα κομμάτια της σόλο καριέρας του, όπως τα Maybe I’m Amazed, Junk, Momma Miss America κλπ.

Το ζήτημα όμως είναι τι θα γινόταν μετά τους Beatles; Η απογοήτευση ήταν έκδηλη και στους τέσσερις, εκφρασμένη με διαφορετικούς τρόπους, αλλά με κοινή συνισταμένη την πίκρα για το τέλος. Ακόμα και για τους Lennon/Harrison, που ήθελαν να φύγουν περισσότερο από τους άλλους δυο, το τέλος φανέρωσε τα προσωπικά προβλήματα, αλλά και όπως συμβαίνει συνήθως σε ένα διαζύγιο, έβγαλε επιθετικότητα. Το Ram ήταν ένα καθαρό αποτύπωμα αυτού, αλλά παράλληλα και μιας τάσης για φυγή και ανεξαρτητοποίηση. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που ο Paul πήρε τη σύζυγό του, Linda και έφυγαν στη φάρμα τους στη Σκωτία για λίγη ανακλαστική απομόνωση.

“Heart of the Country”

Ο ίδιος τα διηγείται ακόμα καλύτερα: “Οδηγούσαμε στη Σκωτία με τη Linda, κι εκείνη συνήθιζε να λέει πως καταλάβαινε όταν το μυαλό μου έπαιρνε δημιουργική φωτιά, από το ύφος του προσώπου μου. Και ξαφνικά το μυαλό σταμάτησε σε μια λέξη: RAM. Ένας ευθύς, μικρός και γεμάτος τίτλος, δεν τον ξεχνάς. Επίσης, η λέξη ramming. Που σημαίνει προχωράω μπροστά, με δύναμη”. Ταυτόχρονα με την παραμονή στη φάρμα της Σκωτίας, ο McCartney θα έκανε μια στροφή 180 μοιρών κι αντί να πάει σε κάποια μεγαλειώδη παραγωγή, που θα σηματοδοτούσε μια ηχηρή απαρχή της σόλο πορείας του, προτίμησε να πάει στα απολύτως βασικά κι απαραίτητα. Κι έτσι έφτιαξε έναν από τους πρώτους, αν όχι πρώτο, DIY δίσκους στο mainstream χώρο.

Πρωτίστως, είναι ο μόνος δίσκος που χρεώνεται εξ' ημισείας τα credits με τη Linda McCartney. Η Linda, φωτογράφος στο επάγγελμα και χωρίς ιδιαίτερες μουσικές γνώσεις, πρότεινε ιδέες, ασχολήθηκε με τη σύνθεση, έχοντας το McCartney δίπλα να της δείχνει τα σκοινιά και κατόρθωσε να μπει στο μάτι τόσο του τύπου, όσο και των δισκογραφικών. Γιατί, όπως και στην περίπτωση της Yoko Ono στην άλλη πλευρά, έτσι και η Linda αμφισβητήθηκε με άκρατο κιτρινισμό, αλλά και από τους μουσικούς παραγωγούς, που θεώρησαν ότι ο Paul την έβαλε σκόπιμα στα credits για να διαμοιράσει καλύτερα τα κέρδη του από τα δικαιώματα των συνθέσεων. Έξι από τα δώδεκα τραγούδια του δίσκου έχουν τη συνυπογραφή της Linda. Κι αυτό ήταν μια δήλωση για την αλλαγή του σκηνικού.

“Oh, we believe that we can’t be wrong”

H ιστορία δείχνει πως το μεγάλο πρόβλημα όταν βγήκε το Ram στις 17 Μαΐου 1971, ήταν οι προσδοκίες. Όπως είπαμε και πριν, ο McCartney γύρισε στις ρίζες τόσο στην προσωπική, όσο και στην επαγγελματική του ζωή. Αυτό που πολύ συχνά παραβλέπεται όμως, είναι πως μια βασική καλλιτεχνική ρίζα του Macca, είναι ο πειραματισμός, η βουτιά στο άγνωστο. Ναι, ο Lennon είχε την ευθύτητα και τα πειράματα με τη Yoko, ναι ο Harrison έμπλεξε στη σύγχρονη ποπ φόρμα ανατολικούς ήχους, ωστόσο, ο Paul ήταν αυτός που έφερε τους Beatles στα μονοπάτια συνθετών όπως ο Stockhausen, ήταν εκείνος που έφτιαχνε τα tapes στο αμίμητο Tomorrow Never Knows του Revolver, ήταν εκείνος που έγραφε μικρά πειράματα στη φόρμα και τον ήχο όπως στα Why don't we do it in the Road? ή το Wild Honey Pie (πιθανότατα το πιο περίεργο τραγούδι τους) ή η ιδέα για το medley στη δεύτερη πλευρά του Abbey Road (από τις πιο ενδιαφέρουσες μουσικές επιλογές τους). Τι γίνεται λοιπόν όταν κοινό και κριτικοί περιμένουν ένα δεύτερο Hey Jude ή κάτι αντίστοιχα μελωδικά στρωτό για να λάβουν μια πολύχρωμη παράνοια όπως στα Monkberry Moon Delight ή Back Seat of My Car;


“And I don’t get the gist of your letter…”

Το Ram κατακρεουργήθηκε με την κυκλοφορία του. Τα Rolling Stone, ΝΜΕ, Melody Maker κι άλλα έντυπα της εποχής βρήκαν πάτημα για να πετάξουν τον McCartney, ο οποίος υπόψιν έφερε τη βαριά ευθύνη για τη διάλυση των Beatles παράλληλα, παρόλο που ο Lennon αποχώρησε πρώτος. Οπότε, δεν υπήρχε περίπτωση το χτύπημα να ήταν μαλακό, αλλά ο Paul βούτηξε στην αγκαλιά του πειραματισμού. Ούτε οι υπόλοιποι Beatles είπαν καλά λόγια, ο Ringo είπε το κλασικό πια: “Λυπάμαι για τον Paul, στο τελευταίο άλμπουμ του δεν υπάρχει ούτε ένα τραγούδι”, ενώ οι Lennons το πήραν πιο προσωπικά - πατριωτικά, μιας που είδαν ευθείες επιθέσεις σε στίχους του δίσκου. Κι ενώ σε κάποια σημεία, ήταν η προσωπική εγωπάθεια του John, το εισαγωγικό “Too Many People” ήταν ξεκάθαρα για εκείνους. “Ένιωθα ότι ο John και η Yoko μας έλεγαν τι να κάνουμε. Και η όλη φάση με τους Beatles δεν ήταν γι’ αυτό, ήταν η ελευθερία. Ο καθένας είχε την επιθυμία να κάνει αυτό που αισθάνεται. Ένιωσα το κούνημα του δακτύλου και αυτό με τσάντισε”, θα πει το 2001 στο Mojo ο Paul. Ο Lennon θα απαντούσε με το βιτριολικό “How do you Sleep?” και μια φωτό στο εσωτερικό του Imagine να πιάνει ένα γουρούνι από τ’ αυτιά - σε άμεσο κοντράστ με το κριάρι του Ram. Στο οποίο ο McCartney σκέφτηκε να απαντήσει με μια χαρακτηριστική βρετανική ειρωνία γράφοντας ένα -ακυκλοφόρητο- τραγούδι με τίτλο "Quite well, thank you". Αυτά βέβαια, θα τα ξεπερνούσαν γρήγορα οι δυο τους, παρόλο που όσο να ‘ναι το να χρησιμοποιείς τραγούδια για να επιτεθείς, χρωματίζει κάπως άσχημα αμφότερα τα άλμπουμ. 

“Smile Away”

Πενήντα χρόνια μετά, ο δίσκος χαίρει άλλης εκτίμησης. Ο πειραματισμός του McCartney θα γινόταν πιο έντονος στα επόμενα χρόνια, οι Wings θα έρχονταν στο προσκήνιο αμέσως μετά το σχεδόν καθολικό κράξιμο του Ram, αλλά στην αρχή ούτε εκείνοι θα τη γλίτωναν (ειδικά στο Wild Life, που ακολούθησε το Δεκέμβρη του 1971). H επιτυχία για τον Paul θα ερχόταν δύο χρόνια μετά, με τα Band on the Run και Red Rose Speedway, όμως το Ram θα παρέμενε εκεί, σταθερά για τους απανταχού φαν. Και όχι μόνο αυτό, αποτέλεσε κι αποτελεί ένα ιδανικό αποτύπωμα για το indie rock να μας θυμίζει πως η ελευθερία έκφρασης, όσο αποτρεπτική κι αν φαίνεται αρχικά, στο τέλος θα αποδώσει καρπούς.

Τελευταία