The Killing of Two Lovers

Ο Μάιος που διανύουμε τώρα, είναι ίσως ο πρώτος μήνας που όσον αφορά τον κινηματογράφο, θυμίζει τις προ πανδημίας εποχές. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, έχουμε μια ποικιλία κυκλοφοριών (Fast 9, Army of the Dead, Those Who Wish Me Dead, A Quiet Place 2) καθιστώντας το κινηματογραφικό ορίζοντα λίγο πιο πλούσιο, ποσοτικά τουλάχιστον. To “The Killing of Two Lovers” σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μια ηχηρή κυκλοφορία που θα ωθήσει τον κόσμο στις αίθουσες, αλλά ούτε και επιχειρεί κάτι τέτοιο. Είναι μόνο μια από τις πολλές ταινίες που εισέρχονται στην αρένα των summer blockbusters, επιχειρώντας να προσφέρουν μια εναλλακτική στο escapist θέαμα που θα κατακλύσει την καλοκαιρινή σαιζόν.

Το κινηματογραφικό ντεμπούτο του σκηνοθέτη Robert Machoian αφορά τον David έναν εργατικό πατερά 4 παιδιών, του οποίου ο γάμος βιώνει μια κρίση. Αν και ποθεί την επανασύνδεση με τη σύζυγο του, ανακαλύπτει ότι εκείνη έχει εραστή. Αυτό τον ωθεί προς την σταδιακή ψυχολογική κατάρρευση και συνεπακόλουθα προς φονικές σκέψεις.

To The Killing of Two Lovers είναι αναμφίβολα μια τεχνικά αψεγάδιαστη ταινία. Η κινηματογράφηση του Oscar Ignacio Jimenez με το 4:3 aspect ratio, καθιστά κάθε σεκάνς και σκηνή έναν ζωντανό πίνακα. Ακόμη και σε στιγμές όπου οι χαρακτήρες κάνουν καθημερινά πράγματα, το κάθε πλάνο αποπνέει ζωντάνια και ένταση, και σε εκθαμβώνει με την ομορφιά και το βάθος που προσφέρει ενώ παράλληλα σε αφομοιώνει στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της ταινίας με την ιδανικά ταιριαστή παλέτα χρωμάτων.

Το μοντάζ και η σκηνοθεσία, τα οποία αποτελούν εξ ολοκλήρου δουλειά του Machoian, εντυπωσιάζουν. Ο Machoian, παραδίδει μια σκηνοθετική δουλειά που δεν έχει να ζηλέψει και πολλά από πιο στιβαρά ονόματα. Χρησιμοποιώντας όσο πρέπει την ζοφερή μουσική του soundtrack και συνδυάζοντας την υπέροχα με το απίστευτο sound design, ο Machoian αφιερώνεται στο να αναδείξει τον κόπο των ηθοποιών του. Χρησιμοποιώντας μακρόσυρτα, ασφυκτικά κοντινά πλάνα και εκτενή long takes, ο φακός του, «επιτίθεται» στους ηθοποιούς, απαθανατίζοντας κάθε σύσπαση του προσώπου και κάθε μικρό τικ, χαρίζοντας στον θεατή την αίσθηση ότι βρίσκεται στον ίδιο χώρο με τους χαρακτήρες, Ίσως η εμμονή με άκοπες σεκάνς να φαντάζει μια άσκηση στη ματαιότητα από πλευράς του σκηνοθέτη, όμως ακόμη και όταν αυτός αποτυγχάνει να διατηρήσει το momentum εντάσεως, το εξαιρετικό καστ διατηρεί το ενδιαφέρον.

Το υποκριτικό επιτελείο του The Killing of Two Lovers είναι άριστο, κάτι που αναδεικνύεται στα πολλαπλά και απαιτητικά long takes. Όμως, η ταινία ανήκει στον πρωταγωνιστή, Clayne Crawford που υποδύεται τον David. Από το πρώτο του καρέ, ο Crawford αιχμαλωτίζει τον θεατή με μια δυνατή ερμηνεία γεμάτη πάθος, ένταση και απροσδόκητη τρυφερότητα. Αποτελεί μια tour de force που όχι μόνο ανορθώνει τη ταινία αλλά αποτελεί και το θεμέλιο πάνω στο όποιο κτίζεται. Και δυστυχώς, χωρίς την αφοσιωμένη ερμηνεία του Crawford αλλά και την υποκριτική μεστότητα που προσφέρουν οι υπόλοιποι ηθοποιοί, η ταινία θα κατέρρεε.

Το σενάριο είναι ο μεγαλύτερος εχθρός αυτής της ταινίας. Παρά την μικρή διάρκειά της, πολλές σκηνές είναι περιττές και δεν προσφέρουν τίποτα πέρα από μερικά ομολογουμένως όμορφα αλλά βαρετά και -κενά ουσίας- πλάνα. Η δομή του σεναρίου είναι τέτοια που η ροή ποτέ δεν βρίσκει έναν ορθό ρυθμό και αναλώνεται στο να γεμίζει το διάστημα μεταξύ δυνατών δραματικών στιγμών με filler, όπου οι χαρακτήρες δεν κάνουν τίποτα αξιοσημείωτο. Επιπροσθέτως, η κεντρική θεματική της ταινίας είναι μάλλον άγαρμπα συνυφασμένη με το στόρι.

Ναι μεν η ταινία επιλεγεί να παρουσιάσει τα γεγονότα από την προοπτική του David, καθιστώντας ξεκάθαρο από τα πρώτα λεπτά το γεγονός ότι βιώνουμε τον δικό του υπαρξιακό εφιάλτη, όμως αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στο πως αντιλαμβανόμαστε τους άλλους χαρακτήρες και κυρίως την σύζυγο του, της οποίας η μεταχείριση από το σενάριο είναι ως ενός βαθμού, ανησυχητικά σεξιστική. Η Nikki της Sepideh Moafi, σκιαγραφείται στην πλειονότητα της διάρκειας του έργου, ως μια χειριστική και εγωπαθής «σκύλα». Οι επιδιώξεις της και οι φιλοδοξίες της, στις ελάχιστες στιγμές που ξεδιπλώνονται από το σενάριο, αισθάνονται ως ρηχές και ανούσιες, κάτι το οποίο λειτουργεί έτσι ώστε να μην που δεν δίνεται στον θεατή η δυνατότητα να αμφισβητήσει επαρκώς την ηθικότητα των πράξεων του David.

Ο χαρακτήρας του Crawford, παρά το γεγονός ότι όταν μας συστήνεται επρόκειτο να πράξει μια ανήθικη πράξη, παρουσιάζεται σε όλη την ταινία ως ένας βασανισμένος ήρωας και τα ξεσπάσματα βίας και μικροψυχίας του δεν κατακρίνονται όπως θα έπρεπε. Θα έλεγε κανείς ότι η τοξική αρρενωπότητα που αναβλύζει από τη προσωπικότητα του σε πολλά σημεία της ταινίας, παρουσιάζεται με έναν σχεδόν εμετικό ρομαντισμό. Παρόλα αυτά οι διάλογοι είναι εξαιρετικά καλογραμμένοι διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον και την ένταση και ως έργο ξεχειλίζει με έντονα συναισθηματικές σεκάνς αλληλεπίδρασης μεταξύ των χαρακτήρων.

Ίσως να μην είναι μια ταινία για το ευρύ κοινό, και ενδεχομένως να μην αποκτήσει την απήχηση που οι δημιουργοί θα ήθελαν να έχει στο niche κοινό που απευθύνεται, όμως στο σύνολο της αποτελεί μια τίμια προσπάθεια και ένα άξιο «ρίσκο» 85 λεπτών, που ορισμένοι θεατές με πιο εκλεπτυσμένα γούστα να εκτιμήσουν. Οι υπόλοιποι στο κοινό, ίσως να γιουχάρουν εξοργισμένοι.

Rating:

Χώρα: ΗΠΑ
Έτος: 2020
Χρώμα: Έγχρωμη
Σκηνοθεσία:
Robert Machoian
Πρωταγωνιστούν: Clayne Crawford, Chris Coy, Sepideh Moafi
Διάρκεια: 85'

Τελευταία