Raiders of the Lost Ark ετών 40

Οι πρόσφατες φωτογραφίες του Harrison Ford με τη φεντόρα και το δερμάτινο τζάκετ ξύπνησαν τους απανταχού φαν του Indiana Jones. Ναι, στα 78 του, ο Ford θα ξαναμπει στο ρόλο για τελευταία φορά. Ναι, δεν είμαστε ακόμα σίγουροι αν το θέλουμε αυτό μετά το κάζο του Κρυστάλλινου Κρανίου. Αλλά σίγουρα, ήδη αρχίσαμε να ακούμε τη μουσική. Κι αυτό από μόνο του κάτι λέει.

Λέει ότι ο Indiana Jones κλείνει 40 χρόνια (12 Ιουνίου 1981, πρεμιέρα στις ΗΠΑ) από την αλησμόνητη πρώτη ταινία του, τους Κυνηγούς της Χαμένης Κιβωτού (Raiders of the Lost Ark), ένα στάνταρ με το οποίο θα μετρούσαμε όλες τις σύγχρονες περιπέτειες. Και η συνταγή, όσο φαινομενικά απλή, τόσο ιδιαίτερα σπουδαία είναι. Γιατί ο Steven Spielberg με το παρατσούκλι του σύγχρονου παραμυθά να τον ακολουθεί κατόρθωσε μαζί με τη βοήθεια του George Lucas, αλλά και του πιο αφανή, πλην όμως εξίσου σπουδαίου Lawrence Kasdan να φτιάξουν ένα μείγμα αθώας, νεανικής περιπέτειας. Το έκανε ο Λούκας στο Star Wars την ίδια εποχή, δουλεύοντας παράλληλα την ιδέα του περιπετειώδους αρχαιολόγου. Ένα μείγμα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ στο Θησαυρό της Σιέρρα Μάδρε με πιο nerd στοιχεία, ένα γράμμα γεμάτο αγάπη για εκείνες τις περιπέτειες που ξύπνησαν τη φαντασία των δημιουργών πίσω στη δεκαετία του ‘50.

Ο Indiana Jones είναι ο αρχετυπικός ήρωας γιατί είναι τρωτός σε όλα τα επίπεδα. Έχει μια αλήτικη συμπεριφορά προς την αρχαιολογία, μια που ο πατέρας του, επίσης αρχαιολόγος δεν εγκρίνει, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί την επιστημονική του πιστότητα. Είναι ο αρχαιολόγος που θα ξεθάψει ένα αρχαιολογικό εύρημα, “θάβοντας” στην πορεία στο χρονοντούλαπο της ιστορίας τους κακούς της εποχής του. Η “παγίδα” που στήνει ο Σπίλμπεργκ στο Ναζισμό, ουσιαστικά θέτοντάς τον πρό της θεϊκής κρίσης, εκθέτοντας την ύβρι του, αποτελεί μεν μια επιφανειακή - σχηματική, πλην όμως ειλικρινή κριτική. 'Aλλωστε, ο αγώνας απέναντι στους Ναζί είναι πάντοτε ηθικά σωστός, η απεικόνιση του κόσμου με το σκοτάδι της ιστορίας μας επίσης (αποικιοκρατία, ναζισμός, ρατσισμός), γιατί όσο και να αλλάζεις την ιστορία για να εξυπηρετήσει την κινηματογραφική σύμβαση, κάποια πράγματα οφείλεις να τα στηλιτεύσεις ακόμα και ως μια φευγαλέα αναφορά. Η εποχή των ηρώων φαίνεται να περνάει κρίση στις μέρες μας, αλλά κάποιες βασικές αλήθειες παραμένουν διαχρονικά χρήσιμες για κάθε εποχή. Και αυτές του Jones σε μεγάλο βαθμό έχουν μείνει άθικτες.

Μιλώντας για τον ήρωα, δε θα μπορούσαμε να λησμονήσουμε το κάστινγκ του Harrison Ford. Παρόλο που ήταν αρκετά κοντά στο ρόλο ο πολύς Tom Selleck (ουσιαστικά είχε πάρει το ρόλο, αλλά έπρεπε να φύγει λόγω υποχρεώσεων με τη σειρά Magnum P.I), οι Σπίλμπεργκ/Λούκας κατέληξαν στο δικό τους παιδί, τον Han Solo από το Star Wars, ή Bob Falfa στο American Graffiti και τα δύο του Λούκας ή όταν έπαιξε τον G.Lucas στο μικρό ρολάκι στην αρχή του Αποκάλυψη Τώρα του Φράνσις Φορντ Κόπολα. Παρόλους τους αρχικούς ενδοιασμούς κι απ’ τις δύο πλευρές (ο Λούκας κυρίως, ο Σπίλμπεργκ τον ήθελε από την αρχή), οι Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού ήταν το πραγματικό στερέωμα του Φορντ ως πρωταγωνιστή. Τον ανέδειξε ως ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της περιπέτειας. Η σιλουέτα του Τζόουνς με το καπέλο, το τζάκετ και το μαστίγιο αποτελεί μια από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες στην ιστορία του σινεμά και το δίχως άλλο, ο Φορντ έχει μεγάλο μερίδιο φέρνοντας στην οθόνη το τρωτό του χαρακτήρα που προαναφέραμε.

Όμως όλα αυτά δεν θα ήταν τίποτε χωρίς την πραγματικά μαεστρική ενορχήστρωση του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Έχοντας βιώσει μια αποτυχία με το 1941, μια ακόμη προσπάθεια χαβαλέ με την ιστορία, εδώ επιστρέφει στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο κι αυτή τη φορά δεν τον επανεγγράφει, απλά προσφέρει μια εντελώς επιφανειακή, σχεδόν καρτουνίστικη βερσιόν, που όμως εξυπηρετεί και στηρίζει τόσο την ηθελημένη αισθητική των σίριαλς της δεκαετίας του ‘30-’40, αλλά και την ανεμελιά που διέπει κάθε πόρο αυτού του φιλμ. Οι καρικατούρες - φιγούρες των Ναζί είναι τόσο όσο χρειάζεται για να γίνουν και πάλι κάπως πιστευτοί, ο Τζόουνς είναι από μόνος του μια κινητή παρόρμηση, ενώ οι πιο γήινοι Paul Freeman στο ρόλο του ανταγωνιστή Γάλλου αρχαιολόγου Belloq και η φοβερή Karen Allen στο ρόλο της δυναμικής Marion Ravenwood συμπληρώνουν οργανικά το φιλμ. Από την άλλη, οι σεκάνς αξέχαστες και βαθιά εντυπωμένες πια στην ποπ κουλτουρα. Από την εισαγωγή με το είδωλο, στην επανένωση του Ίντυ με τη Μάριον στο Νεπάλ. Κι από τη μυθική σκηνή με το πιστόλι και το σπαθί, ως αποτέλεσμα της γαστρεντερίτιδας που ταλαιπωρούσε το Φορντ μέχρι τα λιωμένα πρόσωπα των Ναζί με το άνοιγμα της Κιβωτού, η ταινία είναι γεμάτη τυχοδιωκτική, αξέχαστη περιπέτεια. Επιστρέφουμε έτσι σε ένα σινεμά που δεν ξέραμε ότι μας έλειψε. Καλοί εναντίον κακών σε μια σύγκρουση με φόντο τη δύναμη, αλλά και το άγνωστο της θεϊκής ύπαρξης. Κι αυτό δεν μπορεί παρά να είναι διαολεμένα διασκεδαστικό, ειδικά όταν ντύνεται με την καταπληκτική -μια ακόμα- μουσική του John Williams. Οι Κυνηγοί θα χαθούν στο ηλιοβασίλεμα στην τρίτη ταινία, αλλά ίσως ακόμα να έχουν μια τελευταία περιπέτεια να μας δώσουν. Το 2022 θα μας δείξει αν αξίζει η αναμονή ή αν ο Ίντυ ανήκει στο μουσείο της κινηματογραφικής ιστορίας.

 

Τελευταία