Digger

Πέρσι ήταν μια εξαιρετική χρονιά για τον ελληνικό κινηματογράφο. Είχαμε ταινίες όπως Η Μπαλάντα Της Τρύπιας Καρδιάς, το Δεν Θέλω Να Γίνω Δυσάρεστος Αλλά Πρέπει Να Μιλήσουμε Για Κάτι Πολύ Σοβαρό, τα Μήλα που είχαν μια εξαιρετική φεστιβαλική πορεία αλλά σίγουρα για όσους είχαν την ευκαιρία να την δούνε, μεταξύ τους κι ο γράφοντας, αυτή που ξεχώρισε ήταν το Digger.

Η ταινία του Τζώρτζη Γρηγοράκη έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βερολίνου όπου κι απέσπασε το Βραβείο Ένωσης Art House Κινηματογράφων. Συνέχισε την πορεία της με πολλές υποψηφιότητες σε όλον τον κόσμο, πέντε νίκες στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και φτάνοντας στις 16/6 φέτος, μία ημέρα πριν την έξοδο της στις αίθουσες, δέκα βραβεία στην τελετή της Ελληνικής Ακαδημίας.

Κάνεις δεν μπορεί να αμφισβητήσει την αξία της και βλέποντας την ξανά, στην κανονική διανομή πλέον, έχουμε την ευκαιρία να εξετάσουμε, να αναλύσουμε τι την κάνει τόσο σπουδαία αλλά ίσως πιο σημαντικότερα, να νιώσουμε το σημαντικό συναισθηματικό φορτίο της.

Ο Νικήτας (Βαγγέλης Μουρίκης) είναι ένας καλλιεργητής/κτηνοτρόφος ο οποίος προσπαθεί να ζήσει σε αρμονία με την καρδιά κάποιου δάσους στην βόρεια Ελλάδα. Λέω προσπαθεί γιατί η ευρύτερη περιοχή του έχει γίνει πεδίο εξορύξεων. Οι πιέσεις από την εταιρία για να εγκαταλείψει την έκταση του πολλές αλλά εξίσου πολλοί και όσοι τον βλέπουν ως «τελευταίο οχυρό», τον άνθρωπο που αν πουλήσει θα έχει χαθεί η μάχη με το «Τέρας» όπως ονομάζουν την εταιρία.

Σε αυτή την κατάσταση θα εμφανιστεί ο γιός του, ο Τζόνι (Αργύρης Πανταζάρας), ο οποίος του αναγγέλλει το θάνατο της μάνας του και διεκδικεί ένα χρηματικό πόσο είκοσι χιλιάδων καθώς η μισή έκταση του Νικήτα είναι κληρονομιά του.

Αυτό είναι το πεδίο στο οποίο για την επόμενη περίπου μιάμιση ώρα θα δούμε τις συγκρούσεις των δύο αντρών. Καθένας με τα δίκια του αλλά πολύ περισσότερο με τον γιγάντιο εγωισμό του, η αναμέτρηση αναγκάζει και τους δύο να σκάψουν βαθιά μέσα ώστε να δούνε τι έχει πραγματικά αξία.

Η ταινία σκηνοθετικά μου έδωσε την αίσθηση μιας ισορροπίας. Ο ρυθμός της μεταβάλλεται πάνω στην ψυχολογία των δύο πρωταγωνιστών και ο τόνος της παρόλο που έχει μια σκοτεινιά περισσότερο κρατάει μια νατουραλιστική ουδετερότητα.

Ο Γρηγοράκης αφουγκράζεται το δάσος το οποίο καλείται να κινηματογραφήσει, τον κόσμο που παραθέτει ο Νικήτας. Οι σκηνές στις οποίες προσπαθεί να το διδάξει στον γιό του αποπνέουν τη δέουσα ηρεμία σε αντιπαραβολή με εκείνες όπου πατέρας και γιός, μέλη της κοινότητας και τα μέλη του «Τέρατος» συγκρούονται και προσπαθούν να βρουν τη καλύτερη δυνατή λύση με βάση τους εαυτούς τους και τις ηθικές τους θέσεις.

Ένιωσα πως υπάρχει και μια σταθερή γραμμή σε κάθε χαρακτήρα και ερμηνεία. Μπορεί είναι το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Γρηγοράκη αλλά η εμπειρία από τις πέντε μικρού μήκους μυθοπλασίας που έχει φτιάξει ως τώρα είναι ξεκάθαρη. Παρόλο που η ταινία είναι ξεκάθαρα των δύο αντρών, θεωρώ πως θα μπορούσε να έχει εστιάσει σε οποιονδήποτε από τους χαρακτήρες της κοινότητας. Φώτισε τη θέση του καθενός με τρόπο που τους κάνει ολοκληρωμένους και τρισδιάστατους, ακόμα και σε λίγες σκηνές, μέσα στον ισορροπημένο νατουραλισμό στον οποίο προαναφέρθηκα.

Ακόμα και οι υπάλληλοι του «Τέρατος» είναι όπως θα τους περιμέναμε, άνθρωποι που κάνουν τη δουλειά τους, βεβαίως λιγότερο αναπτυγμένοι και αρκούντως αντιπαθητικοί γιατί παρόλο που είναι αναπόφευκτοι η ταινία παίρνει θέση απέναντι στην καταστροφή του περιβάλλοντος της οποίας είναι όργανα.

Το σενάριο δίνει ευκαιρίες για εντάσεις, για χιούμορ και για μερικές πολύ καίριες ματιές στην ελληνική ψυχοσύνθεση. Αυτή που θέλει να παλέψει για κάποιο σκοπό, να κάνει το καλύτερο για τα παιδιά της αλλά τελικά να βρει απόλαυση και πλήρωση μέσα στο εκάστοτε κολαστήριο που προσφέρει η σύγχρονη πραγματικότητα.

Η ταινία έχει να κάνει με τους νόμους τη φύσης. Μπορεί ο βασικός, το να μην την διαταράσσουμε και να ζούμε σε ισορροπία μαζί της, να έχει καταλυθεί αμετάκλητα αλλά δεν πάει να πει ότι οι ζωές μας έχουν τελειώσει. Αυτή είναι η στιγμή στην οποία λάμπει ο νόμος των ανθρωπίνων σχέσεων που μας λέει πως το μίσος πρέπει να αντικατασταθεί από την αγάπη ώστε να ζήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε στη μία και μόνη ζωή που μας δόθηκε. Η τελευταία σεκάνς της ταινίας δεν μου αφήνει καμία αμφιβολία επί τούτου.

Προσωπικός, καίριος και χωρίς να έχει να ζηλέψει τίποτα οπτικοακουστικά από οποιαδήποτε διεθνή παραγωγή. Αυτός είναι ο κινηματογράφος που μας προτείνει ο Τζώρτζης Γρηγοράκης σε αυτό του το πόνημα. Ίσως το καλύτερο κλείσιμο στην δεκαετία που πέρασε και άνοιγμα σε αυτήν που έρχεται για το εγχώριο σινεμά. Μακάρι να είναι και το εφαλτήριο για ταινίες που θα το ανταγωνιστούνε καλλιτεχνικά από τον ίδιο αλλά και τους έλληνες κινηματογραφιστές εν γένει.

Rating:

Χώρα: Ελλάδα/Γαλλία/Γερμανία
Έτος: 2020
Χρώμα: Έγχρωμο
Σκηνοθεσία:
Τζώρτζης Γρηγοράκης
Πρωταγωνιστούν: Βαγγέλης Μουρίκης, Αργύρης Πανταζάρας, Σοφία Κόκκαλη
Διάρκεια: 141'

Τελευταία