Αρχική ΜΟΥΣΙΚΗΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑCandlemass - Epicus Doomicus Metallicus

Candlemass - Epicus Doomicus Metallicus

Όταν μια ημέρα του Ιουνίου του 1986 το “Epicus Doomicus Metallicus” ανέβαινε βαρύ κι ασήκωτο στα ράφια των δισκοπωλείων, δεν υπήρχε ίχνος αχτίδας στα μάτια του οποιουδήποτε πως αυτό το ντεμπούτο θα γράψει την δική του χρυσοστολισμένη ιστορία στη Βίβλο του Heavy Metal. Το μαύρο διαμάντι του metal μετά από 35 χρόνια έχει πάρει μια τοτεμική υπόσταση που σε φέρνει στα γόνατά σου, εξυμνώντας το με θρησκευτικό σέβας.

Στα 80’s, παρόμοιου μεγέθους ρηξικέλευθο ντεμπούτο από σουηδική πένα, είχαμε να ακούσουμε από αυτή του Quorthon και τους Bathory. Όταν μπάντες σαν τους Bathory βγαίνουν να παίξουν όσο πιο γρήγορα και μανιασμένα μπορούν, εμφανίζονται οι Candlemass (πρώην Nemesis) και είτε ασυνείδητα, είτε συνειδητά έχουν σαν κορωνίδα το μότο “slow is better” κάτι σαν παρεμφερές του less is more. Ναι μεν αργόσυρτο, παλιομοδίτικο στα όρια του αρχαϊκού αλλά με ένα θριαμβευτικό αέρα, το “Epicus, Doomicus…” πέφτει βαρύ σα να καταρρέει πάνω σου και να σε θάβει ένα ολόκληρο καμπαναριό. Ο τόνος του διαπερνάει το στομάχι θυμίζοντας στεκούμενους ανθρώπους δίπλα σε παλλόμενες καμπάνες.

Πρόκειται για μουσικούς σκοπούς που θα άκουγες τις εποχές που οι άνθρωποι πίστευαν όσο τίποτε άλλο στο αρχέγονο κακό, τη μαγεία και τον αποκρυφισμό. Όλα αυτά τυλιγμένα με ένα σάβανο μαυρίλας και απελπισίας. Ανοίξατε τις δαιμονικές πύλες του "Epicus Doomicus Metallicus". Ζυγώστε. Οι χορωδίες της αιώνιας καταδίκης συνοδεύουν κάθε σας βήμα.

Where is the morning, where is the sun

A thousand years of midnight, the sunrise is gone

Ο δίσκος - σημαιοφόρος ενός παντελώς καινούργιου είδους που θα φέρει το βαρύτιμο τίτλο “Epic Doom Metal”, έχει ως αφετηρία ένα τραγούδι που χαρακτηρίζεται ως εξής από το βασικό του συνθέτη και εγκέφαλο των Candlemass, Leif Edling: "Αν πρέπει να παίξεις ένα τραγούδι σε κάποιο άτομο που δε γνωρίζει τους Candlemass, τότε αυτό είναι το Solitude". Ο ύμνος για την απελπισία και τη θλίψη σε περιβάλλει με δέος και δε θα σε αφήσει ποτέ ξανά όσο ο δίσκος συνεχίζει την πορεία του. Οι μπλουζίστες ξεκινούσαν τη τραγουδιστική “γκρίνια” τους με την κλασσική πλέον “Woke up this morning” απαρχή. Το 1986 ο παρθενικός epic doom metal δίσκος κάνει ακριβώς το ίδιο στο intro του “Solitude” και το εμβληματικό στιχουργικό άνοιγμα (“I’m sitting here alone in darkness”).

Το ρεφραίν του με βάση το δημιουργό του είναι εμπνευσμένο από το “Buried Alive” των Venom παρότι οι Candlemass είναι περήφανοι γιοί των Sabs (Black Sabbath). Πιο γνωστό trivia για τον απόλυτο ύμνο ενός ολόκληρου ιδιώματος δεν είναι άλλο από την ιστορία με τον τύπο που υπό τους ήχους του “Solitude” οδηγεί μέχρι βαθιά σε ένα δάσος, τινάζοντας εν τέλει τα μυαλά του με μια καραμπίνα. «Μαρτυρία δυο διαφορετικών πηγών» λέει ο Edling και δεν έχουμε λόγο να αψηφήσουμε τα λόγια του.

Αλλο όμως είναι το αγαπημένο τραγούδι του μπασίστα και περιστασιακού τραγουδιστή των Candlemass (είχε κάνει τίμιες προσπάθειες να τραγουδήσει στο demo τους). Λένε πως κολλάς συναισθηματικά με αυτό που σε παιδεύει και ο Edling παιδεύεται για βδομάδες με το “Demon’s Gate”, το 9λεπτο έπος που είναι βασισμένο στο “The Beyond”, αριστούργημα του σκηνοθέτη Lucio Fulci. Εξ’ ου και η δήλωση απόλυτης αγάπης προς το πρόσωπό του. Ο Σουηδός που έφθασε αισίως τους 57 Μάηδες τότε είχε επιλέξει την Πύλη του Δαίμονα για να ανοίξει το “Epicus…” με το υπόλοιπο team να του αλλάζει τα μυαλά λόγω χρονικής διάρκειας. Αποφασίζεται ορθώς να ανοίξει την αυλαία το “Solitude”, ένα από τα φρέσκα τραγούδια που είχαν γραφτεί λίγο πριν εισβάλουν στο studio.

Έστω μια μικρή αναφορά στο studio που ηχογραφήθηκε το ντεμπούτο των Candlemass και η θερμοκρασία πέφτει αυτόματα στο… μείον άπειρο. Τι να πει κανείς για τα Thunderload Studios που δεν έχει πει για την οποιαδήποτε δρακότρυπα στη fantasy λογοτεχνία. Ο συνδυασμός του υπογείου και το ότι γειτόνευε με σταθμό μετρό δε στρώνουν τις καλύτερες συνθήκες για τη μπάντα. Ενθουσιάζονται ακούγοντας ένα demo του Malmsteen που έκανε εκεί, αλλά δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για το τσουχτερό κρύο που «μαλακώνει» με κάποια λίτρα βότκας όπως αποκάλυψαν αργότερα τα μέλη της μπάντας. Χαρακτηριστικό θέαμα των ηχογραφήσεων οι γαντοφορεμένες παρουσίες, ντυμένες έτοιμες για μια νυχτερινή βόλτα στις τούνδρες της Ρωσίας. Διαβάζεις για τις συνθήκες που επικρατούν στο στούντιο των αδερφών Wahlquist των γνωστών Heavy Load και μόνο ως θαύμα εκλαμβάνεις το αποτέλεσμα της πνιγηρής αλλά καθάριας παραγωγής. «Ίσως τελικά να βοήθησε στην ζοφερή και doomy ατμόσφαιρα του δίσκου», αποδίδει τα εύσημα ο Edling.

Δημιουργώντας το σύγχρονο doom ήχο

Δανειζόμενοι την doom «μιζέρια» των Sabbath και αργότερα των Pentagram, οι Candlemass εκσυγχρονίζουν και επιμεταλλώνουν το κληροδότημα, σχηματοποιώντας το σύγχρονο doom ήχο. Η τελική πινελιά είναι το επικό στοιχείο. Σε συνεπαίρνει το feeling πως τιτάνιες μορφές παίζουν τα κυκλώπειου μεγέθους μουσικά όργανα, συνδεδεμένα με ενισχυτές στο ύψος πανύψηλων δρυών. Κοιτώντας τις ηλικίες των Candlemass συνειδητοποιείς πως κατάφεραν να σου μεταφέρουν αυτή την ψευδαίσθηση στην τρυφερή ηλικία των 20 something. Περιμένεις αυτό τον ήχο να σου τον δώσει ένας πιο ώριμος καλλιτέχνης κι όχι τα θαυματουργά όπως αποδεικνύεται, παλικαράκια από τη Σουηδία.

Από πού να κάνω την αρχή; Από τις κιθάρες των Björkman Bergwall που ο δυναμισμός τους φτάνει τα επίπεδα του φαινομένου; Αναγκαίο στο doom metal είναι τα πανίσχυρα riffs και οι Candlemass το 1986 γνωρίζουν καλά τι πρέπει να παραδώσουν στο απαιτητικό και πεινασμένο metal κοινό. Οι μπασογραμμές του Edling έρχονται να «σηκώσουν» ένα γρανιτένιο τοίχο που έρχεται να υψωθεί ακόμα περισσότερο συνδυαστικά με τα γιγάντια riff. Ο εγκέφαλος του μαμούθ που ονομάζεται Candlemass συχνά χρησιμοποιεί το μπάσο του σαν δεύτερη κιθάρα κι ας έχει ήδη δεύτερο κιθαρίστα στο στούντιο. Παιχνιδίζει γύρω από τα riff και μετατρέπει το τελικό αποτέλεσμα ακόμα πιο ενδιαφέρον.

Ωστόσο τα κρυφά όπλα είναι δυο μουσικοί που επί της ουσίας κάνουν guest εμφάνιση σε αυτό τον τόσο σημαίνοντα δίσκο. Πρώτος είναι ο κύριος πίσω από τα drums και αναπάντεχος νονός του “Epicus…”. O Mats Ekström «βασανίζει» τα δέρματα των τυμπάνων τόσο ώστε ο Edling παραδέχθηκε σε συνέντευξη πως προσπάθησε πίσω από την πλάτη του να τα χαμηλώσει στην μίξη. «Και πάλι από τα πιο βροντερά τύμπανα που έχω ακούσει στην καριέρα μου» αναγνωρίζει ο συνθέτης των Candlemass. Είναι όντως από τα στοιχεία που σημαδεύουν το δίσκο.

Τελευταία άφησα τη φωνή που στοιχειώνει τις σάλες του “Epicus Doomicus Metallicus”. Τι μπορεί να πει κανείς για τον Paul DiAnno του doom metal, αν και η περίπτωση του Johan Längquist είχε happy end όταν επέστρεψε πριν δυο χρόνια για να αναλάβει τα φωνητικά του τελευταίου δίσκου των Candlemass. Το 1986 μην έχοντας ακούσει νότα από το τι σχεδίαζε η μπάντα και παρότι διστακτικός, δέχεται να μπει στο στούντιο κάνοντας τη χάρη στον γνωστό του Ekström. Το ότι είχε μόλις μια βδομάδα μαζί με τους υπόλοιπους και προσπαθώντας να καταλάβει τι γίνεται, κάνει ακόμα πιο αξιοθαύμαστη την ερμηνεία του. Γίνεται κατανοητό πως τα φωνητικά βγήκαν αυθόρμητα, με τον Längquist να χρησιμοποιεί μεταξύ άλλων και το εκπληκτικό βιμπράτο του, αποδίδοντας σπανίου επιπέδου αφηγηματικότητα και συναίσθημα. Φέροντας την αύρα και φορώντας φωνητικά το μανδύα που μόνο ένας προφήτης καταδικαστέων ριζικών θα φορούσε, σε πείθει πως το μίσος είναι ο φίλος του, ο πόνος ο πατέρας του και ο θάνατος το καταφύγιό του.

Θα αποφύγω να στήσω δίπλα του τον Messiah Marcolin. Είναι ο ιδανικός τραγουδιστής για το υλικό που «διακοσμεί» το ντεμπούτο των Candlemass. Γι’ αυτό και χαλάει τα σχέδια του Edling όταν με σιγουριά του κάνει πρόταση παραμονής και αυτός αρνείται. Τα σχέδια του Längquist έχουν hard rock επικάλυψη όπως και για τον περίπου κάθε μουσικό στη Σουηδία εκείνα τα έτη. Το “Epicus…” διώκει κάθε έννοια προσιτότητας και κανείς από τους sessions μουσικούς δεν θέλει να συνεχίσει μετά το πέρας. Η χρονολογική σειρά είναι άγνωστη αλλά μαζί με τον Längquist αποχωρούν και οι Bergwall, Ekström. Μπορείς όμως να απαιτήσεις καλύτερη απόδοση από τρεις τύπους που λίγο πολύ γνώριζαν πως μετά το πέρας θα αποχωρήσουν για να ψάξουν αλλού την τύχη τους;;;

O Edling πιστεύει πως θα παρουσιάσει στη μεταλλική κοινότητα υλικό πολύ ανώτερο του απλά καλού. Πώς να μην έχεις πίστη σ’αυτό όταν έχεις γράψει π.χ. ένα “Crystal Ball” το οποίο είναι επηρεασμένο από τις σελίδες του Lord of the Rings που διαβάζει εκείνη την περίοδο ο Edling. Αξέχαστες μένουν οι νύχτες αμέτρητων άγρυπνων ωρών στο μικρό του διαμέρισμα όταν ο μπασίστας προσπαθεί να συρράψει τη μουσική με τους στίχους για τη γέννηση του “Black Stone Wielder” με συνέπεια να πέφτει παντόφλα από την τότε κοπέλα του. Στην αρχή του “Black Stone…” ο Edling ακούγεται να μετράει στα σουηδικά, ένα γεγονός που σόκαρε τότε τον Δανό «γείτονά» τους King Diamond και το γκρουπ του που είχε αγοράσει το δίσκο τους. Στην κοινή τους περιοδεία τους γνωστοποιούν τη σιγουριά τους πως άκουγαν μια μπάντα εξ’ Αμερικής μέχρι το μέτρημα στα σουηδικά!

Ένα αμφιλεγόμενο τραγούδι είναι το “Under the Oak”. Δεν αξιολογείται η αδιάψευστη αξία του αλλά η κίνηση των Candlemass να το επανηχογραφήσουν τρία χρόνια μετά για το “Tales of Creation” με τα φωνητικά του νέου τους τραγουδιστή βεβαίως βεβαίως. Για το κομμάτι που αρχικά ονομάζεται “Shadow of the Cross” o Edling έχει πει πως προτιμάει την πρώτη έκδοση και εδώ μπαίνει τελεία στην όποια σύγκριση. Αδύνατο να μην γίνει αναφορά στο “A Sorcerer's Pledge” που σε συνοδεύει με τον πιο επικό τρόπο προς την έξοδο. Περιέχοντας το καλύτερο riff που έγραψε ποτέ ο Edling με βάση τα ίδια τα λεγόμενά του, με το ηράκλειο intro του, τις πληκτροφόρες νότες και τα στοιχειωμένα γυναικεία φωνητικά, ο όρος epic doom τονίζεται ακόμα περισσότερο.

Με ένα χάρμα ακροάσθαι στα χέρια σου, νιώθεις δικαιολογημένα δυνατός. Όμως οι πωλήσεις είναι τόσο φτωχές που το «μπαμ» της ανώμαλης προσγείωσης για τους εναπομείναντες Candlemass είναι τόσο ηχηρό όσο τα drums του Ekström. Η Black Dragon που με τόση περηφάνια είχαν υπογράψει λόγω του δυναμικού των μπαντών της (Manilla Road, Chastain κτλ.), δε χάνει χρόνο και τους ξαποστέλνει. Ποτέ δεν έδειξε ότι πιστεύει στις ικανότητές τους. Πριν τις ηχογραφήσεις τους έχει δώσει ένα μπάτζετ – χαρτζηλίκι (κάτι λιγότερο από 2000 δολάρια) για να ηχογραφήσουν. Επίσης προτείνουν να τραγουδήσει σαν πρώτος ο Edling όπως κάνει στο demo που τους έχει παραδώσει και περιέχει μόνο τα “Under the Oak” και “Sorcerer’s Pledge” από το δίσκο. Ευτυχώς οι προτάσεις τους δεν εισακούονται.

Μετά τη Black Dragon και με κομμένα τα φτερά οι Candlemass, ψάχνουν για τον επόμενο δισκογραφικό σταθμό. Η ειρωνεία δίνει και παίρνει από τον κύκλο του Edling που στοχοποιεί τον ήχο των Candlemass: «Καλή τύχη με τον ήχο που επέλεξες να πορευθείς». Κι όμως οι Candlemass βρίσκουν άμεσα δισκογραφική εταιρεία. Αυτή είναι η Active αλλά το ουσιαστικό νέο είναι άλλο: Τα γρανάζια του underground στο metal αρχίζουν να κινούνται και ο κόσμος αρχίζει σιγά σιγά να ανακαλύπτει το δίσκο γιατί μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στο 1986 και κάθε πράμα θέλει τον καιρό του. Οι Candlemass αρχίζουν να μοσχοπουλάνε και η Black Dragon να τυπώνει ασταμάτητα. Φτάνει να κάνει τέσσερις τυπώσεις παραπάνω του “Epicus…”, όμως με βαριά καρδιά. Οι «εγκέφαλοι» της εταιρείας μαζί με τα παπούτσια στο χέρι έχουν παραδώσει και τα δικαιώματα του δίσκου στη μπάντα. Στο τέλος τους παρακαλούσαν ματαίως να επιστρέψουν.

Το κοινό... έκρινε!

Δε θέλω να λαϊκίσω αλλά ναι, ο λαός του metal είδε αυτό που δεν μπορούσαν να δουν οι «ειδικοί». Ποιο ήταν το ερέθισμα; Τι ήταν αυτό που τον έκανε να γυρίσει το βλέμμα και τελικά να σηκώσει το φρύδι; Αναμφιβόλως ο τίτλος φέρει μια ευθύνη. Αρχικώς δεν είναι ούτε καν στις τελευταίες επιλογές τους. Έχοντας ήδη συλλάβει και ονοματίσει τι στο καλό επιτέλους παίζουν, αποφασίζουν μέσω του Ekström να το μετατρέψουν σε λατινίζουσα διάλεκτο. έτσι για το fun της υπόθεσης. Ο Edling αρχικά δεν εγκρίνει καθόλου τον τίτλο. Όπως λέει ο ίδιος αστειευόμενος, λόγω μπλοκαρίσματος του μυαλού και απώλειας εναλλακτικών επιλογών, η μπάντα πόνταρε στον τίτλο - αουτσάιντερ. Έπαιξε και κέρδισε. Ω του θαύματος, o κόσμος αρχίζει να ακούει το “Epicus…”. Δε φαίνονταν τότε αλλά η επιλογή ενός τέτοιου εξωφρενικού τίτλου έβαλε τις βάσεις της υστεροφημίας τους. Το εξώφυλλο είναι ένα επιπλέον στοιχείο. Ο σταυρός χωμένος στο κρανίο θα ακολουθεί από τότε τους Candlemass και απ’ όλα τα εξώφυλλα είναι το μοναδικό artwork με το οποίο συνδέεις αυτοστιγμεί τους Σουηδούς.

The Devil gives and evil takes, the thing in life that man forsakes

A throne in hell, a price or a sacrifice?

Ο Edling δεν οραματίστηκε το μέλλον της μπάντας του, όμως έφθασε στην άκρη του ουράνιου τόξου και εκστασιάστηκε με το στυλ της μουσικής του “Epicus Doomicus Metallicus”. Έστρωσε έναν ακάνθινο Γολγοθά για συγκροτήματα θρύλους όπως π.χ. οι Paradise Lost ή οι My Dying Bride σε μια περίοδο που το thrash metal σανίδωνε το γκάζι σε Ευρώπη και Αμερική. Αν τύχει και ρωτήσεις τους Paradise Lost για το πρώτο άλμπουμ των Candlemass θα σου απαντήσουν με αυτό το ξερό αγγλικό στυλ πως είναι ένα από τα αγαπημένα τους. Ο Aaron Stainthorpe των My Dying Bride έχει χαρακτηρίσει παλιότερα πως έχουμε να κάνουμε με ένα θρίαμβο από την αρχή ως το τέλος.

Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, το «μπασταρδογέννημα» των Candlemass δεν επηρέασε αποκλειστικά το σκανδιναβικό ή το σουηδικό metal που αν δεν ακουγόσουν σαν τους Europe απαγορεύονταν να κάνεις βήμα παραέξω. Ναι, συνέβαλλαν τα μέγιστα για να ανοίξουν οι δρόμοι και τα αυτιά σε πιο «ακραία» και δύστροπα μουσικά μονοπάτια. Κυρίως όμως το έκαναν με το δικό τους τρόπο, τον epicus, τον doomicus και τον metallicus τρόπο.

Τελευταία