Fast and Furious 9

Το Fast and Furious 9 αποτελεί το 9ο μέρος στο blockbuster franchise που ξεκίνησε στο μακρινό 2001 με μια σχετικά niche ως προς την θεματολογία μεσαίου προϋπολογισμού ταινία που αφορούσε τους παράνομους αγώνες αυτοκίνητων και την γενικότερη υποκουλτούρα των drag races στο νυχτερινό Los Angeles. Εννέα ταινίες μετά, το franchise έχει αποβάλλει πια τη b-movie αισθητική της πρώτης ταινίας και θυμίζει πια ένα blockbuster intellectual property στα κυβικά των Star Wars, Mission Impossible, James Bond και Marvel Cinematic Universe.

Κάθε προσθήκη στο έπος του πρωταγωνιστή Dominic Toretto και της άτυπης «φαμιλιάς» ανεβάζει τον πήχη κατορθώνοντας να προσφέρει ακόμη περισσότερες εξωφρενικές σκηνές δράσης αλλά και εξωπραγματικά σενάρια που αγγίζουν τα όρια της επιστημονικής φαντασίας. Διατηρείται ωστόσο μια κάποια αυτογνωσία για τη παράνοια που λαμβάνει χωρά επί σκηνής αλλά και μια τρυφερή ειλικρίνεια ως προς το τι αποσκοπεί να προσφέρει στο κοινό. Και κρίνοντας από τις εισπράξεις και την πρωτοφανή για ταινία του είδους καλλιτεχνική αποδοχή, αυτή η ειλικρίνεια εκτιμάται από το κοινό. Είναι το 9ο μέρος λοιπόν μια ευχάριστη συνέχεια στην ιστορία της ομάδας των «καλύτερων» οδηγών του πλανήτη ή ήρθε η ώρα το franchise να ρίξει τίτλους τέλους;

Η υπόθεση του Fast 9 αφορά τις προσπάθειες του Dom και της ομάδας του να εντοπίσουν ένα πανίσχυρο όπλο ικανό να αλλάξει τις παγκόσμιες ισορροπίες της δύναμης προτού το βρει πρώτος ο χαμένος αδελφός Toretto, ο όποιος τυγχάνει να είναι ένας αδίστακτος υπέρ – κατάσκοπος με ένα αστείρευτο μίσος για τον αδελφό του.

Η ταινία του Justin Lin, ο οποίος επιστρέφει στην θέση του σκηνοθέτη στην σειρά Fast, έχοντας σκηνοθετήσει το 3ο, 4ο, 5ο και 6ο μέρος (έχοντας σημαντικό μέρος της ευθύνης για την αναζωογόνηση του franchise και την μετατροπή του σε high concept action blockbuster), αποτελεί την πιο φιλόδοξη αφηγηματικά. Ο Lin μαζί με τον σεναριογράφο Daniel Casey επιλέγουν να διευρύνουν το σύμπαν των χαρακτήρων και παράλληλα να αναδείξουν πτυχές τους που οι προηγούμενες ταινίες είχαν αμελήσει να προβάλλουν. Αυτό το κατορθώνουν μπορώ να ομολογήσω αρκετά επιτυχημένα παρουσιάζοντας για πρώτη φορά πιο τρωτούς τους ήρωες τους και προσδίδοντας μια αναγκαία δόση ίντριγκας και συναισθηματικής έντασης στα δρώμενα που ομολογουμένως απουσίαζε αισθητά από τα προηγούμενα κεφάλαια.

Σε όλη την διάρκεια της ιστορίας γίνεται κατανοητή η αγάπη των δημιουργών για αυτούς τους χαρακτήρες και ευτυχώς κάθε ένας από αυτούς έχει την απαραίτητη ανάπτυξη ώστε να μην μοιάζει ρηχή ή άψυχη η κεντρική αφήγηση. Ως σκηνοθέτης ο Lin εδώ δίνει τον καλύτερο του εαυτό. Οι δραματικές σκηνές έντασης είναι καλύτερες από όσο ήταν αναμενόμενο και κερδίζουν την συναισθηματική επένδυση του θεατή. Επιπλέον, οι σκηνές δράσης είναι αριστοτεχνικά γυρισμένες με αρκετές σεκάνς να κόβουν την ανάσα καθιστώντας την παρακολούθηση τους σε μια κινηματογραφική αίθουσα κάτι που επιβάλλεται.

Δυστυχώς όμως τα προβλήματα ροής δεν απουσιάζουν. Αρκετές σκηνές χιούμορ διαρκούν περισσότερο από όσο πρέπει όπως και αρκετές σεκάνς δράσης δημιουργώντας μια κόπωση προς την αρχή της τρίτης πράξης. Η ταινία δεν δικαιολογεί τελείως τα 135 λεπτά διάρκειας της και ενδεχομένως να χρειάζονταν να κοπούν μερικές σκηνές ώστε το τελικό αποτέλεσμα να ήταν πιο σφιχτοδεμένο.Όμως, η εξωφρενικότητα των όσων το έργο δείχνει σε συνδυασμό με την αυτοσαρκαστική διάθεση του σεναρίου δεν μειώνουν την συνολική απολαυστικότητα της ταινίας του Lin. Το άχρωμο soundtrack του Brian Tyler σε αρκετά σημεία στερεί λίγη από τη ένταση και το μεγαλείο των πανέμορφων σκήνων καταστροφής που η δυναμική κινηματογράφηση του Stephen F. Windon τόσο υπέροχα απαθανατίζει. Όμως στο σύνολο του χάρη στη αξιέπαινη δουλειά των συντελεστών πίσω από τη κάμερα και κυρίως το μοντάζ των Greg D’ Auria, Dylan Highsmith και Kelly Matsumoto, η ταινία παραμένει από την αρχή έως το τέλος μια πανδαισία χρωμάτων που διεγείρει οπτικά τον θεατή σε κάθε πλάνο.

Ερμηνευτικά η ταινία κινείται κατά κύριο λόγο σε αξιέπαινα επίπεδα. Οι ηθοποιοί έχουν επίγνωση του πόσο τραγελαφικά γίνονται τα πράγματα σε αρκετές σκηνές διατηρώντας ένα αυτοσαρκαστικό και αυτό- αναφορικό κωμικό τόνο και με ευκολία κάνοντας την μεταβίβαση στο δράμα όταν το απαιτεί το σενάριο. Όλα τα μέλη του καστ δείχνουν να απολαμβάνουν κάθε στιγμή που ερμηνεύουν αυτούς τους χαρακτήρες και η αγάπη και αφοσίωση για τους δε χαρακτήρες φαίνεται σε κάθε καρέ. Οι δυνατότερες δραματικά ερμηνείες ανήκουν αναμφίβολα στο δίδυμο Michelle Rodriguez – Vin Diesel. Η χημεία τους ως το ζευγάρι Letty – Dom χαρακτηρίζεται από μια πρωτοφανή αυθεντικότητα.

Η Rodriguez αποπνέει μια στιβαρότητα που καθιστά όλο και πιο έντονες τις στιγμές που το καλούπι της σκληρής προσωπικότητας της σπάει και διαφαίνεται η ανησυχία της για την οικογένεια της ενώ ο Vin Diesel δίνει την καλύτερη ερμηνεία πάνω στον χαρακτήρα μέχρι τώρα, επιβεβαιώνοντας ότι ως προσωπικότητα είναι πολλά πράγματα αλλά σίγουρα όχι ένας κακός ηθοποιός. Το πιο αδύναμο μέλος του καστ όμως δυστυχώς είναι ο John Cena ως Jakob, το μαύρο πρόβατο της οικογένειας Toretto . Ο Cena έχει αποδείξει ότι έχει εξαιρετικό κωμικό timing και είναι ιδιαίτερα χαρισματικός. Κάνει εξαιρετική δουλειά στο να δείχνει απειλητικός αλλά υστερεί στις αρκετές δραματικές σκηνές που του αναθέτει το σενάριο, ακροβατώντας μεταξύ camp overacting και ερμηνευτικού επίπεδου ταινίας του Neil Breen. Ξεχωριστή μνεία απαιτεί και το δίδυμο Vinnie Bennet- Finn Cole που υποδύονται τις νεαρές εκδοχές των Dom και Jakob και προσφέρουν μερικές όμορφα ωμές σεκάνς δραματικής έντασης.

Το F9 δεν αποτελεί την καλύτερη ή πιο πρωτότυπη προσθήκη στο saga του Dom Toretto και της «οικογενείας» αλλά σίγουρα είναι ένα δυνατό επεισόδιο σε μια σειρά που απαριθμεί ήδη 20 χρόνια ύπαρξης και δεν δείχνει να «χάνει καύσιμα» ακόμη. Αποτελεί μια ιδανική επιλογή για κινηματογράφο ούσα ως ταινία μια ανόθευτα διασκεδαστική, escapist σαπουνόπερα δράσης και θεάματος.

Rating:

Χώρα: ΗΠΑ
Έτος: 2020
Χρώμα: Έγχρωμο
Σκηνοθεσία:
Justin Lin
Πρωταγωνιστούν: Vin Diesel, Michelle Rodriguez, John Cena
Διάρκεια: 135'

Τελευταία