Amenra - De Doorn

Αγαπημένες μπάντες. Γενικότερα, δυσκολεύομαι πάρα πολύ να ορίσω αγαπημένα μου πράγματα, θες φαγητά, θες μουσικές, θες ρούχα ή βιβλία, η μανία μου να αναγνωρίζω την αξία στο παραμικρό μου δημιουργεί έντονη δυσφορία στην επιλογή ενός/λίγων. Κάποιες φορές όμως, αυτές οι επιλογές αναδύονται μόνες τους χωρίς καμία πίεση και ένταση, γαλήνια μέσα στη μαυρίλα τους. Παρόλο που ο όρος συγκρότημα είναι μάλλον λίγος για να τους περιγράψει ακριβώς.

Ο λόγος αυτή τη φορά για μία από τις μεγαλύτερες μουσικές μου αδυναμίες, Amenra, τους Βέλγους που θεμελίωσαν ολόκληρη την post σκηνή της μικρής αυτής χώρας, δίνοντάς της βάσεις για να εξελιχθεί σε κάτι τεράστιο. Αυτό έγινε από τη μία με την ξεχωριστή και άμεσα αναγνωρίσιμη μουσική τους προσέγγιση, ένα κράμα doom metal, black metal, post metal και hardcore punk που πλέον χαρακτηρίζεται μόνο με τη δική τους προσωπική σφραγίδα, η οποία μετράει ήδη μια εικοσαετία συνεχούς δισκογραφίας. Έγινε, από την άλλη, με τη μουσική κολεκτίβα Church Of Ra, που ιδρύθηκε από τους Amenra και συμπληρώθηκε από άλλους Βέλγους μουσικούς, στηρίζοτας την τοπική σκηνή σε κάθε της βήμα.

Οι Amenra βέβαια, οφείλουν ό,τι είναι στην προσωπική αισθητική των πνευματικών τους πατεράδων, Colin H. van Eeckhout (CHVE) και Mathieu Vandekerckhove, τα ιδρυτικά μέλη του συγκροτήματος, τα οποία ευθύνονται τόσο για την καλλιτεχνική επιμέλεια κάθε τους κυκλοφορίας, όσο και για τη βαθειά πνευματικότητα που διαπνέει τους στίχους και τη θεματολογία με την οποία καταπιάνονται σε κάθε τους δουλειά.

Το σημείο ύστατης πνευματικής ανάβασης των Amenra βέβαια, δεν είναι άλλο από τις ζωντανές τους εμφανίσεις. “Μυσταγωγία” και “τελετή” είναι λέξεις που εύκολα μπορείς να χρησιμοποιήσεις για να περιγράψεις κατά προσέγγιση το τι συμβαίνει σε μια ζωντανή εμφάνιση των Amenra. Εντυπωσιακά visuals, καταθέσεις ψυχής από τον Colin σε κάθε κραυγή, και πολλές φορές hook suspension performances από τον ίδιο. Έχοντας υπάρξει σε δύο τέτοια, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι είναι μία από τις τρεις συναυλιακές αναμνήσεις που δε θα αντάλαζα με καμία άλλη.

Η δουλειά των Amenra έως τώρα έχει υπάρξει υποδειγματική, με αμέτρητες split κυκλοφορίες και έξι δίσκους σταθμούς, τις έξι μάζες τους, που ολοκλήρωσαν τον κύκλο τους πρόπερσι με την κυκλοφορία του Mass VI. Ο σκοπός τους ένας, όπως έχει δηλώσει και ο Colin συχνά σε συνεντεύξεις του, “I write about life’s pain”. Η πληροφορία ότι ο φετινός τους δίσκος δε θα έχει τον τίτλο Mass VII αλλά κάτι τελείως καινούριο, σηματοδοτεί την αντίληψη ότι πιθανότατα θα πρόκειται για κάτι ελαφρώς διαφορετικό.

Δε θα πω ψέματα. Περίμενα αυτό το δίσκο όπως περίμενα το καλοκαίρι μετά τις Πανελλήνιες (κι έχουν περάσει και δέκα χρόνια από τότε και θυμάμαι ακόμη την ανυπομονησία). Μάλιστα, τα δύο κομμάτια που προπορεύτηκαν της κυκλοφορίας του De Doorn, με έκαναν να νιώθω έτοιμη για κάτι εντελώς γιγαντιαίο και εντελώς Amenra και άλλον ένα λόγο για να είμαι η μεγαλύτερη τους φαν. Δεν πήρα όμως ακριβώς αυτό που περίμενα.

Το ταξίδι του De Doorn, ξεκινάει με το slow burner κομμάτι Ogentroost. Ένα ατμοσφαιρικό πέρασμα περίπου τεσσάρων λεπτών που σβήνει με τα καθαρά φωνητικά του Colin για να αρχίσει να εμποτίζεται με τα χαρακτηριστικά Amenra riffs και κραυγές του Colin στα τεσσεράμιση λεπτά, που από εκεί και πέρα το κομμάτι χτίζεται με καταπληκτικές ιδέες και αποκτά ένταση και ατόσφαιρα που δυναμώνει λεπτό με το λεπτό.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται το τεράστιο πρόβλημα μου. Το κομμάτι De Dood In Bloei, είναι μια ambient ατμοσφαιρίλα που εμφανίζεται δεύτερο σε σειρά, ενός συνόλου πέντε κομματιών, κάνοντας τα πάντα να μοιάζουν λάθος. Ενώ ο δίσκος πάει να εκτοξευθεί στο τέλος του Ogentroost, παρόλο που το ίδιο ξεκινάει χλιαρά, πράγμα που όντως θα συμβεί στο υπόλοιπό του όπως θα δούμε παρακάτω, η όλη αίσθηση πέφτει και κόβεται σε αυτό εδώ το σημείο. Η νοσταλγία και το ονειρικό state δε που το διέπουν σαν συναίσθηματα, προσδίδουν μία αισιόδοξη (για τα δεδομένα των Amenra πάντα) νότα, η οποία μοιάζει εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Το κομμάτι θα μπορούσε να βρίσκεται στην αρχή ή το τέλος του δίσκου ή και πουθενά θα τολμήσω να πω, χωρίς να δημιουργεί τέτοια παρέμβαση στη ροή του. Εκεί όμως καταστρέφει όλη την εμπειρία ακρόασης ενός δίσκου Amenra, αυτό δηλαδή που οι φανατικοί ακροατές τους έχουμε αγαπήσει και αναζητάμε αχόρταγα σε κάθε τους δουλειά. Μόνο του ελαφρυντικό η πανέμορφη του επένδυση από τα φωνητικά της Caro Tanghe των Oathreaker, η οποία χαρίζει σε διάφορα σημεία του δίσκου τη φωνή της για αυτή την έξτρα στρώση ατμόσφαιρας.

Ας σταματήσω τη γκρίνια όμως και ας συνεχίσουμε στο τρίτο κομμάτι, De Evenmens, το οποίο αποτελεί ταυτόχρονα και την πρώτη γεύση που πήραμε από το De Doorn, εκτοξεύοντας τις προσδοκίες στο θεό. Βγαλμένο από κάπου βαθιά από τα άδυτα του Mass III, πονεμένο doom που θυμίζει σε αίσθηση θα έλεγα το Veronica Decides To Die των Saturnus – σε κάποιον μεταλλά που ακόμη δεν έχει πείσει τον εαυτό του ότι αξίζει να επενδύσει στη μαγεία των Amenra. Μνημειακός μονόλιθος πόνου που δε ντρέπεται για αυτό που είναι.

Αφού το κλίμα αναστυλώνεται μετά από όλα όσα κατέστρεψε στιμιαία το De Dood In Bloei, το Het Gloren υψώνεται κι αυτό σε μία θέση αξιαγάπητης ύστερης μιζέριας – αυτό δηλαδή που ψάχνουμε ακόυγοντας Amenra. Ίσως το πιο metal κομμάτι που έγραψαν ποτέ στην αρχή του, στα έξι του λεπτά κάνει μια ήρεμη παύση που στοιχειώνει ψυχές, για να μετουσιωθεί στον post metal ανεμοστρόβιλο που λατρεύουμε μετά τα οκτώ λεπτά, κλείνοντας με ίσως, τα πιο ανατριχιαστικά φωνητικά που έχει ηχογραφήσει ποτέ στη ζωή του ο Colin – και να σημειωθεί ότι δεν έχει ηχογραφήσει λίγες φορές ανατριχιαστικά φωνητικά.

Τελευταίο κομμάτι του δίσκου και επίσης προπομπός του, λίγες μέρες πριν την κυκλοφορία του, το Voor Immer. To Voor Immer, είναι, ίσως, το καλύτερο κομμάτι των Amenra. Η εισαγωγή του, λογικής Nowena 9.10 του Mass V, ακουστική δηλαδή κιθάρα σε συνδυασμό με καθαρή, αφηγηματική ερμηνεία από τον Colin, μετεξελίσσεται σε μελωδική γραμμή στην κιθάρα με τον Colin να κλαίει οριακά ερμηνεύοντας, τοποθετώντας τον στην κορυφή των σκοτεινών ερμηνευτών (παρέα με τον Aaron Stainthorpe των My Dying Bride, οι μόνοι που αξίζουν αυτή τη θέση για μένα). Το πρώτο του μέρος λοιπόν, περνάει σε μία μελωδία που θυμίζει Pain Of Salvation εποχής Remedy Lane, για να εισαχθούν σιγά σιγά κρουστά από τα πιατίνια του Bjorn Lebon με σκοπό, στα ακριβώς 8 λεπτά, να εξαπολυθεί το χάος. Τα τελευταία τέσσερα λεπτά του Voor Immer είναι ένα μικρό σύμπαν από μόνα τους, νεογέννητο έπειτα από ένα εκκωφαντικό big bang. Και ειδικά αυτή η noise αποδόμηση του ήχου όλου του κομματιού στα τελευταία δευτερόλεπτα, σου γουρλώνει τα μάτια τόσο σαν σύλληψη όσο και σαν εκτέλεση σε επίπεδα παραγωγής.

Τι συμβαίνει τελικά με το De Doorn λοιπόν ρε Ειρήνη; Θα σου πω, ο δίσκος αυτός με έχει ΕΚΝΕΥΡΙΣΕΙ, γιατί φαντάσου πως μπορεί να νιώθει κάποιος όταν ένας δίσκος αγαπημένης του μπάντας περιέχει εντός του τόσο το (μάλλον) καλύτερο, όσο και το χειρότερο κομμάτι της. Τα παράπονα μου για τη ροή του δίσκου νομίζω τα έκανα πλήρως κατανοητά, το θέμα είναι όμως, πως βαθμολογείς εν τέλει ένα δίσκο τέλειο κατά το ήμισυ αλλά κενό νοήματος σε ένα σημαντικό κομμάτι του; Ειδικά από ένα συγκρότημα που με έχει συνηθίσει να είναι αλάνθαστο και με σχεδόν ολοκληρωτικά άρτιες κυκλοφορίες. Αχ, πόσο διαφορετικά θα είχαν λειτουργήσει όλα αν το De Dood In Bloei βρισκόταν στην εισαγωγή.

Τα πράγματα όμως είναι έτσι όπως είναι και ναι, η ροή του δίσκου έπεσε έξω, η παραγωγή του όμως και τα τρία φαντασμαγορικά κομμάτια του τέλους εξισώνουν αυτό το πρόβλημα. Θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω αυτό το ambient στοιχείο σαν έναν πειραματισμό που δεν κατάφερα να καλογυαλιστεί και ενδεχομένως να μας χαρίσει μεγάλα πράγματα στο μέλλον των Amenra. Εξακολουθώ να τους λατρεύω με το ίδιο ανεξήγητο πάθος, καθώς “the pain, it is shapeless” όπως τα μέλη του Church of Ra καλά γνωρίζουμε.

Rating: 

 7.5


Εταιρεία: Relapse Records
Genre: Doom Metal/ Black Metal/ Post Hardcore/ Post Metal/ Harcore Punk
Παραγωγός: Amenra
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 25/06/2021
Band Links: Amenra | Facebook | Instagram | Twitter | Spotify | 
Bandcamp

Τελευταία