Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΕπιστροφή στην κοινωνία του Midnight Express

Επιστροφή στην κοινωνία του Midnight Express

Ανεβαίνοντας τον δρόμο μου προς τη Βαλτετσίου ώστε να ξεκινήσει σωστά η τελετουργία του πρώτου Midnight Express πάλι με μπύρες στο Va.ben.e. πέτυχα τη συναυλία ενάντια στο χτίσιμο στάσης μετρό στην πλατεία Εξαρχείων. Μόνη μου σκέψη για τη συγκυρία των δύο event ότι προσπαθούμε κάπως να πάρουμε τη νύχτα μας πίσω. Μια καλοκαιρινή Αθηναϊκή νύχτα που όσο κι αν διαφέρει πλέον στις συνήθειες τόσο μοιάζει στις ρομαντικά καταραμένες φιγούρες που την κατοικούν με την Αθηναϊκή νύχτα που θα βλέπαμε σε μερικές ώρες στη Ριβιέρα, αποτυπωμένη στους Απέναντι του Γιώργου Πανουσόπουλου.

Καθήμενος στο Va.ben.e σιγά σιγά υποδεχόμουν λίγες και καλές γνώριμες φάτσες μετά από καιρό και τον πάτερ φαμίλια της ιδιότυπης οικογένειας μας, κη Καπράνο. Ένα χαλαρό κλίμα με τα αστειάκια μας και μικρά πειράγματα, μια αίσθηση όπως στις περισσότερες προβολές του Midnight Express, μια αίσθηση ότι επιστρέψαμε όπως μας ξέρουμε.


 

Στην αρχή του καθιερωμένου προλόγου ο 'Ακης μας λέει πως ήταν συνειδητή επιλογή να ξεκινήσουμε μ’ αυτή την ταινία, η οποία κλείνει και τα 40 της χρόνια, μια ταινία που θα έπρεπε να παίζεται κάθε καλοκαίρι όπως συμπληρώνει. Μας ενημερώνει για την παρουσία του σκηνοθέτη και της πρωταγωνίστριας Μπέτυ Λιβανού, οι οποίοι δέχονται το θερμό χειροκρότημα και δίνει τον λόγο στον Στέργιο Πάσχο για να ολοκληρώσει τον πρόλογο.

Πρώτα μας λέει πως η ταινία ξεκίνησε από μια κόντρα ανάμεσα στον Τσαρούχη και τον Κούνδουρο, αν μια τέτοια ιδέα θα έκανε εισιτήρια, ένα στοίχημα που δέχθηκε ο Πανουσόπουλος και το κέρδισε κάνοντας εισιτήρια. Το επόμενο trivia ήταν πως ο σκηνοθέτης διάλεξε για πρωταγωνιστή τον ρη Ρέτσο επειδή του άρεσε όπως έβηχε κι ότι ο ίδιος ετοιμάζει ένα πορτραίτο στον Πανουσόπουλο για το οποίο θα δούμε και τρέιλερ.

Η θλιβερή νότα της βραδιάς έρχεται αμέσως μετά όταν η αιθουσάρχης Πέγκυ Ρίγγα αφιερώνει τη σαιζόν που ανοίγει στον Τάσο, τον πρόσφατα αδικοχαμένο προβολατζή του ΒΟΞ, έναν αφανή ήρωα για όσους συχνάζουμε χρόνια τον κινηματογράφο.

Ο 'Ακης θα ολοκληρώσει τον πρόλογο λέγοντας μας ότι δεν θα πει την καθιερωμένη του φράση «Αυτή είναι μια ταινία που θα μπορούσατε να δείτε σπίτι σας…» (όπως συνέβη κι όταν αποχαιρετήσαμε το θεσμό το φθινόπωρο) αλλά υπερτονίζει τη σημασία της μοναδικότητας της προβολής από φιλμ και πόσο μάλλον ανάμεσα σε φίλους που βρεθήκανε ξανά.

Η πλοκή της ταινίας είναι σχηματική. Στις εναρκτήριες σκηνές γνωρίζουμε τον πρωταγωνιστή μας, Χάρη, ένα «φάντασμα» που παρακολουθεί στόχους για κλοπές με το κιάλι του κι ένα από τα φαντάσματα που κατοικούν την καυτή Αθηναϊκή νύχτα. Την ημέρα μελετάει αστρονομία αλλά αποκτά και την καθημερινή συνήθεια να παρακολουθεί ένα νοικοκυριό. Το νοικοκυριό ξεκινάει ως στόχος αλλά σύντομα η προσοχή του θα στραφεί στη γυναίκα του σπιτιού και όσο μαθαίνει την καθημερινότητα της, θα αποκτήσει μια συμπόνια που τον οδηγεί σε υπαρξιακή κρίση.

Η συνέχεια και η κατάληξη μου φάνηκε προφανέστατη αλλά λίγη σημασία είχε. Αυτό που με μαγνήτισε στην ταινία παρά το υποτυπώδες σενάριο ήταν η ματιά κι η οπτική του Πανουσόπουλου (ο οποίος ήταν και ο διευθυντής φωτογραφίας) πάνω σε μια Αθήνα όπως υπήρχε στο κεφάλι του, καθ’ ομολογίαν του. Μια παλλόμενη πόλη όπου κοντράρονται μυριάδες μηχανάκια, η νεολαία περιστοιχίζει τα ουφάδικα για να περάσει τις κενές στιγμές της, στις υπόγειες διαβάσεις γίνεται ψωνιστήρι και οι εφήμεροι έρωτες είναι το ίδιο συχνοί με τους ήχους της ποπ ροκ της εποχής.

Το σκηνοθετικό και φωτογραφικό στυλιζάρισμα του Πανουσόπουλου σε συνδυασμό με τις κουλ ατάκες, την σκοτεινή αισθητική του καταραμένα άσκοπου και την χρήση μερικών από των πιο χαρακτηριστικών προσώπων του ελληνικού σινεμά, όπως του Πουλικάκου, του Τζούμα και του Μπιμπίλα σε πολύ μικρά ρολάκια, κατασκεύασαν ένα ελληνικό που σινεμά που δεν έχω ξανασυναντήσει, ένα ελληνικό σινεμά που δεν μπορούσε παρά να μου φέρει στο νου τις πρώτες ταινίες του Jim Jarmusch.

Παρόλη την κινηματογραφικότητα αυτού του κόσμου, όλες οι τοποθεσίες, η σκηνογραφία και οι πρακτικές των ηρώων αποτελούν μια χρονοκάψουλα για την πραγματική Αθήνα του ’80, μια Αθήνα που έχει χαθεί για πάντα πλέον αλλά μπορούμε να ταυτιστούμε μαζί της γιατί στην επίφαση ελευθερίας ενός καλοκαιριού μας υπενθυμίζει ότι σε αυτή την πόλη είμαστε όλοι μαζί αλλά και όλοι μόνοι.

Η βραδιά θα ολοκληρωθεί ως είθισται με τον 'Ακη να μας ευχαριστεί και να μας χαιρετάει όλους κατά την έξοδο αλλά και να μας προειδοποιεί να μην πάμε από την πλατεία γιατί έγιναν επεισόδια και μέχρι να χαιρετηθούμε πέρασε και η απαραίτητη διμοιρία από μπροστά μας. Αθηναϊκή νύχτα λοιπόν. Ίσως περίεργη, ίσως όχι ιδεατή αλλά και αναγκαίο πεδίο δράσης για όσους την έχουν βιώσει και προσπαθούν να την κρατήσουν ζωντανή. Ελπίζουμε τα μεσάνυχτα Σαββάτου που έρχονται να σας δούμε κι εσάς σ’ αυτήν.

Φωτογραφίες:
Γιάννα Φώτου

 

Τελευταία