Black Widow

Επιστρέψαμε προσφάτως στις αίθουσες και αυτή την εβδομάδα επιστρέφουμε στο μεγαλύτερο franchise που υπήρξε ποτέ. Τα franchise αποτελούν μια κοιτίδα ψυχαγωγικής ασφάλειας για τους φανατικούς τους και ίσως κανένα τόσο πολύ όσο το Marvel Cinematic Universe. Το παιδί του Kevin Feige έχει συνοδεύσει μερικούς σχεδόν τη μισή μας ζωή, κάποιους μικρότερους σε ηλικία ίσως και σ’ όλη τους. Αποτελεί τη μεγαλύτερη κινηματογραφική σειρά που υπήρξε σε διάρκεια και σε μυθολογία, με κάθε επεισόδιο να είναι άχαστο για όσους την ακολουθούν.

Ένα είδος κανονικότητας αποτελούσαν και οι ημερομηνίες κυκλοφορίας της Marvel κάθε χρόνο, μια απ’ τις πολλές που ταράχτηκαν με την έλευση της πανδημίας. Μπορεί η μαμά Disney να μη μας άφησε έτσι συνεχίζοντας το σύμπαν της στις εβδομαδιαίες σειρές της οι οποίες κιόλας, κατά τον γράφοντα τουλάχιστον, αποτελούν από τις κορυφαίες στιγμές στην πάνω από δεκαετή διάρκεια του franchise αλλά σίγουρα όλοι περιμέναμε τι και πως το Black Widow σαν υπερθέαμα αίθουσας, το οποίο και στερηθήκαμε τον προηγούμενο Μάιο.

Φτάνοντας λοιπόν στο σήμερα, άξιζε η αναμονή ή η επιβεβλημένη καθυστέρηση θα κάνει αυτή την κινηματογραφική προσπάθεια να καταρρεύσει κάτω από ένα βάρος προσδοκιών το οποίο θα είχε αποφευχθεί χωρίς την παγκόσμια συνθήκη; Για μένα η απάντηση βρίσκεται σχεδόν ακριβώς στη μέση και θα εξηγήσω αναλυτικά.

Η εναρκτήρια σεκάνς πριν του τίτλους μας βρίσκει στα παιδικά χρόνια της Natasha Romanoff (Scarlet Johansson) στο Ohio σαν μέλος μιας «οικογένειας» Ρώσων πρακτόρων που συμπληρώνεται από την μικρότερη «αδελφή» Yelena Bolova (Florence Pough), τη «μητέρα» Melina (Rachel Weisz) και τον «πατέρα» Alexei (David Harbour). Η σεκάνς αποτελεί την απόδραση τους από την Αμερική καθώς τους έχει ανακαλύψει η S.H.I.E.L.D. μετά το πέρας της αποστολής και ορίζει την δυναμική ανάμεσα στα μέλη της φτιαχτής οικογένειας.

Ακολουθεί μια εξαιρετικά μονταρισμένη σκηνή τίτλων όπου μας δείχνει την ιστορία του προγράμματος Red Room όπου εκπαιδεύονται όλες οι φονικές Black Widow και για το οποίο είχαν γίνει αρκετές νύξεις μέχρι τώρα στο backstory της Natasha. Τα επόμενα είκοσι λεπτά της ταινίας μας δείχνουν το ταξίδι της Natasha προσπαθώντας να κρυφτεί από τον General Ross (William Hurt) ύστερα από τα γεγονότα του Captain America: Civil War αλλά και μια αποστολή της Yelena η οποία πάει στραβά με αποτέλεσμα να απελευθερωθεί από τον εγκεφαλικό έλεγχο στον οποίο υπόκεινται όλα τα κορίτσια του προγράμματος και να απευθυνθεί μέσω ενός mcguffin στην αδελφή της θέτοντας την πλοκή σε κίνηση.

Αφού ο αρχηγός του προγράμματος Dreykov (Ray Winstone) θα στείλει την απόλυτη φονική μηχανή που ενσαρκώνει ο Taskmaster να ανακτήσει το mcguffin από την Natasha, τα κορίτσια θα επανασυνδεθούν στην Βουδαπέστη με τον κίνδυνο να τις έχει βρει και την πλήρωση της αποστολής διάλυσης του Red Room και απελευθέρωσης των υπολοίπων κοριτσιών, επιτακτική πλέον.

Ας ξεκινήσω από τα θετικά της ταινίας. Σε όση πλοκή περιέγραψα μέχρι τώρα είδα μια σκηνοθετική προσέγγιση η οποία απομακρύνεται από την ομογένεια που διέπει το περισσότερο MCU κι αυτό διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Ο τρόπος κινηματογράφησης, η χρήση των χρωμάτων αλλά ακόμα κι η μουσική είναι αρκετά ώστε να ξεχωρίσει η ταινία μέσα στις πάρα πολλές κυκλοφορίες του franchise. Παράλληλα τίθεται μια βάση είδους που μας πηγαίνει στη λογική των κατασκοπευτικών ταινιών τύπου Mission Impossible και James Bond. Δημιουργείται η εντύπωση πως θα δούμε μια περιπέτεια στα όρια της ανθρώπινης ικανότητας καθώς οι ήρωες μας δεν είναι ημίθεοι από το διάστημα αλλά πραγματικοί άνθρωποι με σάρκα και οστά. Επίσης με διασκέδασε ο τρόπος που οι σκηνές μάχης δανείζονται λίγο από τον Zack Snyder όπως και η θεματική της επίκτητης οικογένειας που θα υπερτονιστεί με την επανασύνδεση των τεσσάρων βασικών χαρακτήρων στη συνέχεια.

Αυτό είναι ίσως και το δυνατότερο σημείο της ταινίας, δραματουργικά και αφηγηματικά. Η χημεία και η δυναμική ανάμεσα στην Natasha, την Yelena, τον Alexei και την Melina είναι οι στιγμές όπου η ταινία λάμπει επίσης σεναριακά. Υπάρχει η τρυφερότητα, η αγάπη και αρκετό χιούμορ στο μάτι του κυκλώνα απανθρωπιάς του Dreykov. Θεματικά αυτό θα επεκταθεί και σ’ όλα τα κορίτσια του προγράμματος μέχρι το τέλος της ταινίας. Ούτως ή άλλως αυτή είναι πάντα κι αποστολή του MCU. Όλα τα στοιχεία που εξανθρωπίζουν υπερήρωες καθώς προσπαθούν να σώσουν τον πλανήτη από τους πιο εξωπραγματικούς κινδύνους. Κάπου εδώ όμως τελειώνουν τα θετικά της ταινίας. Όπως προείπα από άποψη genre η ταινία πάει προς το κατασκοπευτικό, κλείνει το μάτι ακόμα και στην μεγαλύτερη τέτοια σειρά βιντεοπαιχνιδιών Metal Gear. Παρόλα αυτά καταλήγει να πνίγεται κάτω από φθηνά κλισέ του είδους τα οποία χρησιμοποιεί σαν σεναριακές ευκολίες, πράγματα που θα κλωτσήσουν σε κάθε άνθρωπο που έχει δει πάνω από 10 ταινίες δράσης στη ζωή του.

Μιλώντας και για το action genre αυτό καθαυτό, το πρώτο μισάωρο που περιέγραψα πιο πάνω το παρακάνει στο πως αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο οι ηρωίδες. Κοντολογίς ήδη θα έπρεπε να έχουν πεθάνει αρκετές φορές, εν τέλει τα stakes ευτελίζονται και φύτρωσε στο κεφάλι μου η ιδέα ότι είναι άφθαρτες. Αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα για κάθε action blockbuster πλέον, να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι όλα θα πάνε καλά στο τέλος και να φοβηθούμε για την ζωή των ηρώων. Ένα στοιχείο που αμέσως αμέσως είδαμε εξαιρετικά δοσμένο στο πολύ μικρότερης κλίμακας action movie Nobody και μ’ ακριβώς αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να είχε εφαρμοστεί κι εδώ. ?μα είχε φύγει η εστίαση από τα τεράστια set pieces όπως μας έχουν συνηθίσει όλες αυτές οι ταινίες και είχαν εστιάσει στην αντιπαράθεση της οικογένειας με τον μόνο υπεράνθρωπο της ταινίας, δηλαδή τον προαναφερθέντα Taskmaster.

Ένας από τους αγαπημένους μου villain από τα κόμιξ χρησιμοποιείται ως ένα ακόμα παιχνίδι που βγάζει από το ντουλάπι της η Disney, με κατακρεουργημένο το backstory του στο βωμό ενός φθηνού twist (προφανώς γιατί ελάχιστοι θεατές θα τον γνωρίζουν εκ των προτέρων) και τελικά χρησιμοποιείται τόσο λίγο ώστε η αίσθηση που αφήνει είναι ενός token villain. Ότι έπρεπε να μπει απλά για να μπει κι εδώ ένας ακόμη υπερδύναμος κακός, μια τακτική που έχει κάψει πολλάκις ταινίες του MCU.

Βέβαια ύστερα κι απ’ το πέρας των τίτλων και το απαραίτητο τυράκι του post credit scene, επανερχόμαστε στην πραγματικότητα του γιατί παρακολουθούμε το MCU. Οι αγαπημένες σειρές μας μπορεί να έχουν και κακά ή έστω απογοητευτικά επεισόδια αλλά συνεχίζουμε να παρακολουθούμε για το overarching narrative που ξεδιπλώνεται μέσα στα χρόνια. Να πάτε να δείτε την ταινία. Υπάρχουν αρκετές στιγμές που θα σας γεμίσουν αγνή διασκέδαση, ό,τι ακριβώς έχουμε ανάγκη σ’ αυτή τη φάση. ?μα κλείσετε δε το μυαλό σας, θα παραμείνετε στο ιδανικό επίπεδο ώστε ίσως να φύγετε απ’ την αίθουσα με χαμόγελο.

Προσωπικά ως φανατικός των ταινιών της Marvel από τη στιγμή που ξαναγνωρίσαμε τον Iron Man πίσω στο μακρινό 2008 και έχοντας δει πόσα πράγματα έχουν πετύχει οι κορυφές του franchise, περιμένω περισσότερα πράγματα από το να περάσω ανώδυνα περίπου 2 ώρες απ’ τη ζωή μου. Μπορεί αυτές οι ταινίες να απευθύνονται στο μεγαλύτερο δυνατό κοινό αλλά το κοινό τους έχει εξελιχθεί μέσα στα χρόνια και γι’ αυτό το κοινό θεωρώ πως το Black Widow θα αποτελέσει ένα μικρό πισωγύρισμα.

Rating:

Χώρα: Η.Π.Α.
Έτος: 2021
Χρώμα: Έγχρωμο
Σκηνοθεσία:
Cate Shortland
Πρωταγωνιστούν: Scarlet Johansson, Florence Pough, Rachel Weisz, David Harbour
Διάρκεια: 133'

Τελευταία