Pig

** Προσοχή, περιλαμβάνει spoiler**

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές παραμέτρους στην καριέρα του Νίκολας Κέιτζ είναι η φαινομενικά ετερόκλητη προσέγγιση στις διάφορες ταινίες που επιλέγει. Η διάθεση για πρόκληση και αλλαγή στο πεδίο της ηθοποιίας είναι κάτι που κακώς δεν του πιστώνεται, κι ας είναι από τους λίγους που πραγματικά το παλεύουν. Η συχνά παράξενη αντιμετώπιση των ρόλων του, δεν έχει να κάνει με κάποιο βαθύτερο ίσως σκοπό, αλλά σίγουρα η προσέγγιση που ο ίδιος δίνει είναι εκείνη που διαφοροποιεί τα πράγματα.

Κι ενώ η προσδοκία μπορεί να οδηγεί τους κινηματογραφόφιλους πολύ συχνά σε γκρίνιες για το τι περίμεναν και τι εξέλαβαν από ένα φιλμ -ο Κέιτζ σίγουρα έχει δεχθεί τη μήνι πολλών γι’ αυτό – στην πραγματικότητα είναι από τους λίγους που πραγματικά έχουν σπάσει κάθε είδους τυποποίηση διότι πάντοτε η ανάγκη για έκφραση χρωματίζεται διαφορετικά από το εκάστοτε πρότζεκτ, αλλά και από τα εργαλεία που ο ίδιος θέλει να χρησιμοποιήσει (ή και να αφήσει πίσω του, πολύ σημαντικό επίσης).

Κι ενώ μας ενθουσίασε με το βουβό παίξιμό του στο Willy’s Wonderland, στο επόμενό του πρότζεκτ, το Pig, θα έφτιαχνε κάτι που σίγουρα θα αφήσει κάτι σε όποιον δει σινεμά με το αγνό συναίσθημα. Το Pig, μια φανταστική αλληγορία με ευρωπαϊκή χροιά, λειτουργεί ως ζεν κόαν, δηλαδή τα προβλήματα που θέτει ένας δάσκαλος στο μαθητή του με απώτερο σκοπό το σπάσιμο της προσδοκίας, αλλά και της οργανωμένης σε κυβάκια σκέψης. Η ταινία τοποθετεί τον Κέιτζ, ως απότοκο μιας προσωπικής τραγωδίας, σε ένα καλύβι, αποκομμένος από τον κόσμο, με μοναδική συντροφιά μια χαριτωμένη γουρουνίτσα. Και η υπαρξιακή δίνη στην οποία αναγκάζεται να ξαναγυρίσει αφότου κάποιος το απαγάγει –χωρίς φαινομενικά κίνητρα.


Η ανάγκη για επιστροφή στην κοινωνία, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα παράμετρος του φιλμ. Ο Κέιτζ έχει ως μοναδική επαφή με τον κόσμο έναν ψιλοκακομαθημένο γιο, γόνος κάποιου με λεφτά, με τον οποίο έχουν ανοίξει δουλειές, εφόσον ο Κέιτζ είναι ένας πρώην πετυχημένος σεφ και τώρα περνάει το χρόνο του, ψάχνοντας για την τρούφα των μανιταριών. Η αποκοπή από τον κόσμο είναι αποτέλεσμα μιας προσωπικής τραγωδίας όπως είπαμε μεν, αλλά και ως μοναδική επιλογή ενός ανθρώπου που έφτασε στο τέλμα του. Προσωπικό, επαγγελματικό, υπαρξιακό. Η αποχώρηση δεν είναι ήττα, αλλά μια ανασύνταξη του εαυτού, ο διαλογισμός ενός ερημίτη. Το πρότερο στάτους του επιτρέπει να ανοίξει κάποιες πόρτες του παρελθόντος, αλλά και να ενισχύσει την επιλογή του.

Η δύναμη του φιλμ δεν έγκειται στην υπόθεση, αλλά στο συναίσθημα του παρόντος. Το να βρίσκεσαι εδώ, στο παρόν, σε μια εποχή που μαστίζεται από απόσπαση προσοχής, δίνει μια εντελώς εξώκοσμη ατμόσφαιρα, ένα αίσθημα βραδυφλεγούς αναμονής για το τι πρόκειται να συμβεί, όμως και πάλι συντελείται ανατροπή της προσδοκίας. Το φιλμ σε θέλει παρών/ούσα/όν. Η σύνδεση αποκτά μια δυναμική χροιά διαμέσου της παντελούς απόρριψης, στην κομβική σκηνή που ο Κέιτζ πηγαίνει σε ένα από τα πιο μουράτα εστιατόρια της πόλης και βρίσκει έναν παλιό του υπάλληλο –τον οποίο μάλιστα είχε απολύσει- ως αρχισεφ. Η ψυχρή και ψύχραιμη επαναφορά στο τώρα όταν του θυμίζει ότι άλλο όνειρο είχε, αλλού δουλεύει και αλλιώς βαυκαλίζεται για την ευτυχία του, όντας έρμαιο μιας κατάστασης αλλά και ανθρώπων (κριτικών, κοινού κλπ) για να την πετύχει. Η επιστροφή στο τώρα γίνεται με τον κλαυσίγελο –με την ωραία ερμηνεία του David Knell εδώ-, αλλά πιο σημαντικό, αναδεικνύει τον πρωταγωνιστή μας όχι ως ατιμέλητο, ημίτρελο πενθόντα, αλλά κάποιον με συνειδητή επιλογή της αποχώρησης. Κι αυτό, τον βάζει φαινομενικά σε θέση ισχύος, αλλά από την άλλη μένουμε με την απορία ότι μάλλον μιλάει για τον ίδιο και όχι για τον αρχισεφ μόνο. Δε χρειάζεται στάτους, δε χρειάζεται τον εγωισμό της αποδοχής, απλώς χρειάζεται την ισορροπία του, που –με την απώλεια του αγαπημένου του κατοικιδίου- διαταράσσεται.

H συμπαντική αλήθεια που κρύβει το φιλμ και η μαεστρία του σκηνοθέτη Michael Sarnoski, είναι το τι συμβαίνει μετά την απώλεια. Το σημείο κλειδί είναι το κενό της απώλειας που συγκρούεται με το κενό της ύπαρξης. Στην πραγματικότητα όμως, το κενό της ύπαρξης, όσο κι αν μας πονάει η απώλεια υπερτερεί. Κάθε μέρα, κάτι χάνεται, αλλά κάθε μέρα κάτι υπάρχει. Όπως στη φοβερή ταινία The Adventures of Buckaroo Banzai Across the 8th Dimension, ο ομώνυμος κεντρικός χαρακτήρας που υποδύεται ο Peter Weller, ξεστομίζει μια απλή και συνάμα βαθιά σοφία: “No matter where you go, there you are”. Το ξύπνημα προϋποθέτει τον εαυτό, αλλά η επέλαση του εγωισμού μπορεί να μας μπερδέψει σε ανυπολόγιστο βαθμό. Ο χαρακτήρας του Κέιτζ όμως είναι ο άνθρωπος που κατάφερε να σκοτώσει το «εγώ» του, απλώς υπάρχει κι απλώς νοιάζεται για κάτι. Κι όταν το χάνει όμως, παραμένει εκεί. “We don’t get a lot of things to really care about” βαράει το καμπανάκι της επιστροφής στο «τώρα», σε μια ατάκα που περικλείει όλη την ουσία της ταινίας, αλλά από την άλλη αξίζει τον κόπο ακόμα κι όταν τα χάσουμε. Αρκεί να είμαστε εδώ.

Rating:

Χώρα: HΠΑ
Έτος: 2021
Χρώμα: Έγχρωμο
Σκηνοθεσία: Michael Sarnoski

Πρωταγωνιστούν: Nicolas Cage, Adam Arkin, Brian Sutherland
Διάρκεια: 92'

Τελευταία