Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣMIDNIGHT EXPRESSΣτο στόμα της τρέλας . . . κυριολεκτικά

Στο στόμα της τρέλας . . . κυριολεκτικά

Έχω δει πάρα πολλές ταινίες τρόμου στη ζωή μου, αρκετές με έχουν εντυπωσιάσει, περισσότερες με έχουν πραγματικά τρομάξει – και δεν εννοώ με jump scares – μία όμως έχει καταφέρει να μου δημιουργήσει εφιάλτες και όσο και να τη λατρεύω, κάθε φορά που αποφασίζω να την ξαναδώ, είναι μία νέα προσωπική πρόκληση.

Δε θα σας μιλήσω για πλοκή, καθώς θεωρώ ότι το φιλμ πραγματεύεται αρκετά πράγματα, τα οποία κάθε θεατής εκλαμβάνει, μεταφράζει και τον τρομάζουν με διαφορετικό τρόπο. O Michael De Luca που υπογράφει το σενάριο, μέχρι εκείνο το σημείο της καριέρας είχε αν επιδείξει δύο ταινίες τρόμου, τα Leatherface: The Texas Chainsaw Massacre III & Freddy's Dead: The Final Nightmare, τη Μάσκα με τον Jim Carrey και το ολίγον σαχλό Don Juan DeMarco με τον Johhny Depp. Αν το καλοσκεφτείτε, μέχρι εκείνο το σημείο δεν έχουμε συναντήσει κάποιο σενάριο που να διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας, ούτε καν να θεωρείται αρκούντως ευφυές. Το κουμπί γυρίζει όμως το In the Mouth of Madness και στήνει τη βάση για μία ταινία όπου το βαθύτερο νόημα της, στο πυρήνα του, είναι ικανό να προκαλέσει τεράστια εσωτερικά ερωτήματα, που οι πιθανές τους απαντήσεις προκαλούν ανείπωτο τρόμο.

Πάμε και στον κύριο που κάθισε στην καρέκλα του σκηνοθέτη και έθεσε σε κίνηση τα πάντα. Ο John Carpenter ήδη μπαρουτοκαπνισμένος σκηνοθέτης και έχοντας να επιδείξει μερικά κορυφαία έργα τρόμου (Halloween, Christine, Prince of Darkness κ.ά) ξέρει πολύ καλά ότι έχει στα χέρια του μία εξαιρετική ιδέα. Γνωρίζει πως να παίξει με το κοινό του και οι ατάκες του Jürgen Prochnow έρχονται πάντα την κατάλληλη στιγμή. Ανά τα χρόνια, έχουμε δει και έχουμε δει γραμμές να καταστρέφονται από τους σκηνοθέτες, εδώ όμως ο Carpenter, με περίσσια χάρη χτίζει την ατμόσφαιρα γύρω τους και τις «ρίχνει» ακριβώς την ώρα που πρέπει. Υπάρχουν στιγμές που θεωρητικά σε αφήνει να χαλαρώσεις, παρουσιάζει μικρά στοιχεία που ενεργοποιούν διαφορετικούς νευρώνες στον καθένα και σε «λούζουν» με ένα αδιόρατο πέπλο φόβου.

Ίσως νομίζετε πως πλεονάζω με τη συνεχή επανάληψη των λέξεων «φόβος» & «τρόμος», βέβαια, όταν δείτε την ταινία θα διαπιστώσετε ιδίοις όμμασι, ότι είμαι και αρκετά φειδωλός. Δύο στοιχεία που εκτοξεύουν την ταινία ακόμα περισσότερο, είναι η κλιμακούμενα αριστουργηματική ερμηνεία του Sam Neill και η μουσική.

Ο Sam Neil – του οποίου την καριέρα γνωρίζω αρκετά καλά – τολμώ να πω ότι στο In the Mouth of Madness πραγματοποιεί μία ερμηνεία καριέρας. Ο ρόλος του είναι αρκετά σύνθετος, είναι ο πρωταγωνιστής αλλά όχι ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας σε επίπεδο ιστορίας και καταφέρνει να ισορροπεί με μαεστρικό τρόπο σε αυτήν την τεντωμένη κλωστή. Σε αυτό το σημείο να πω ότι έχω σβήσει πέντε φορές την περιγραφή μίας σκηνής, γιατί είμαι σίγουρος ότι θα την αδικήσω. Η μουσική τώρα, θεωρώ λίγο άδικο να συγκρίνονται μουσικά οι ταινίες του Carpenter με οποιαδήποτε άλλη. Όταν ο άνθρωπος που θέλεις να αποδώσει την οπτική ατμόσφαιρα, είναι εξίσου προικισμένος για να το κάνει και σε μουσικό επίπεδο, το αποτέλεσμα μόνο μοναδικό μπορεί να είναι.

Θυμάμαι όταν βγήκε το Deadpool να ακούω σχόλια για το «πόσο τρομερά έσπασε τον τέταρτο τοίχο» και να θυμάμαι αυτήν την ταινία και να γελάω. Εδώ, κατά τη γνώμη μου, έχουμε το πιο ανατριχιαστικό σπάσιμο του τέταρτου τοίχου που έχω δει στη ζωή μου. Το τέλος της ταινίας είναι τέτοιο, που όταν έρχεται, έχεις ενδοιασμούς για το αν ήσουν θεατής ή μέρος του.

Υγ: Δε σας είπα, η ταινία έχει και μπόλικη αισθητική Lovecraft.

Υγ1: 'Ακη, αφού πιάσαμε τον Sam Neil, τι θα έλεγες και για ένα Event Horizon; 

Τελευταία